Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32440-32460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31770μολοσσός1μο-λοσ-σός ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. ράτσα μεγαλόσωμου σκύλου που είναι κατάλληλος για φύλαξη και προστασία: γερμανικός ~. Βλ. μαστίφ. [< μτγν. (κύων) Μολοσσός, γαλλ. molosse, αγγλ. molossus]
31771μολοσσός2μο-λοσ-σός ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΡ. είδος αρχαίου μετρικού σχήματος που αποτελείται από τρεις μακρές συλλαβές. [< μτγν. μολοσσός]
31772μολότοφμο-λό-τοφ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: βόμβα μολότοφ.
31773μολόχαμο-λό-χα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αυτοφυές, ποώδες φυτό (γένος Malva, οικογ. Malvaceae) με όρθιο βλαστό, παλαμοειδή φύλλα και άσπρα, ρόδινα ή βιολετί άνθη: αφέψημα από ~ με καθαρτικές ιδιότητες. Πβ. γεράνι, μάλβα. Βλ. αλθαία. [< αρχ. μολόχη]
31774μολυβδαίνιομο-λυ-βδαί-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} & μολυβδένιο (σύμβ. Μο, Ζ 42): ΧΗΜ. μεταλλικό στοιχείο αργυρόλευκου χρώματος της ομάδας του χρωμίου και του βολφραμίου που χρησιμοποιείται για την παρασκευή κραμάτων και την ενίσχυση της ανθεκτικότητάς τους: διθειούχο ~. Άλατα ~ου. Βλ. τεχνήτιο. [< γαλλ. molybdène, αγγλ. molybdenum]
31775μολυβδίασημο-λυ-βδί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χρόνια δηλητηρίαση από μόλυβδο: οξεία ~. [< γαλλ. saturnisme]
31776μολύβδινος, η, ο μο-λύ-βδι-νος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από μόλυβδο: ~η: σφαίρα. ~ο: έλασμα. ~οι: σωλήνες. ΣΥΝ. μολυβένιος (1) [< αρχ. μολύβδινος]
31777μολυβδόβουλομο-λυ-βδό-βου-λο ουσ. (ουδ.) & μολυβδόβουλλο: βυζαντινή σφραγίδα κατασκευασμένη από μόλυβδο: ~ αυτοκράτορα/μητροπολίτη.|| (συνεκδ.) Πατριαρχικά ~α (: έγγραφα με αυτή τη σφραγίδα). Βλ. χρυσόβουλο. [< μεσν. μολυβδόβουλλον]
31778μόλυβδοςμό-λυ-βδος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύβδου} (σύμβ. Pb): ΧΗΜ. μεταλλικό στοιχείο μαλακό, εύτηκτο και τοξικό, με μεγάλη πυκνότητα, κυανό-γκρι χρώμα και ποικίλες πρακτικές εφαρμογές στη βιομηχανία: ανθρακικός/θειούχος ~. Άλατα/διοξείδιο/μονοξείδιο του ~ύβδου. Κοιτάσματα ~ύβδου. Γυαλί/μπαταρίες/σωλήνες ~ύβδου. Υδραυλικές κατασκευές από ~ο. Βλ. μολυβδίαση. [< αρχ. μόλυβδος, γαλλ. plomb]
31779μολυβδούχος, ος, ο [μολυβδοῦχος] μο-λυ-βδού-χος επίθ. (λόγ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. που περιέχει μόλυβδο: ~ος: σίδηρος. ~ος: βενζίνη. ~ο: κρύσταλλο. ~α: καύσιμα. Βλ. -ούχος2. [< γαλλ. plombifère]
31780μολυβδόφυλλομο-λυ-βδό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): φύλλο μολύβδου: στέγες καλυμμένες από ~α.
31781μολυβένιος, ια, ιο μο-λυ-βέ-νιος επίθ. 1. που έχει κατασκευαστεί από μόλυβδο ή τον περιέχει: ~ια: μπάλα/σφαίρα. ~ια: σκάγια/στρατιωτάκια (: παιχνίδι). Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. μολύβδινος, μολυβδούχος 2. μολυβής. ● ΣΥΜΠΛ.: μολυβένια χρόνια: δύσκολα χρόνια για την πολιτική ζωή ενός τόπου: ~ ~ αυταρχισμού και ανελευθερίας. Βλ. πέτρινα χρόνια. [< μεσν. μολυβένιος]
31782μολυβής, -ιά, -ί μο-λυ-βής επίθ.: που έχει το γκρίζο χρώμα του μολύβδου. ΣΥΝ. μολυβένιος (2) ● Ουσ.: μολυβί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. Πβ. ανθρακί, γραφίτης.
31783μολύβιμο-λύ-βι ουσ. (ουδ.) {μολυβ-ιού | -ιών} 1. μακρόστενο όργανο γραφής ή σχεδίασης, συνήθ. από ξύλο, με ράβδο γραφίτη ή άλλης χρωστικής ουσίας στο εσωτερικό του: λεπτό/μαλακό/μαύρο/μηχανικό (: με μηχανισμό για αντικατάσταση της μύτης)/σκληρό/χοντρό/χρωματιστό ~. ~ ακουαρέλας/παστέλ. ~ για ζωγραφική/σχέδιο. Μύτη ~ιού. Μουτζουρώνω με ~. ~ με γόμα. Ξύνω το ~. Βλ. μαρκαδόρος, στιλό.|| (συνεκδ.) Κουίζ/σταυρόλεξο για γερά/δυνατά ~ια (: δυνατούς παίκτες· βλ. λύτης). 2. καλλυντικό με ανάλογο σχήμα για μακιγιάρισμα, ιδ. τονισμό περιγραμμάτων: ~ ματιών/χειλιών (πβ. κραγιόν). ~ για τα φρύδια. 3. (λαϊκό) μόλυβδος και συνεκδ. σφαίρα, βλήμα όπλου: μεταλλικές βέργες από ~.|| Λιωμένο ~. (περιληπτ.) Άδειασε όλο το ~ του πάνω στον εχθρό. Πβ. βόλι. 4. (μτφ.) οτιδήποτε είναι ιδιαίτερα βαρύ ή δυσκίνητο ή προκαλεί δυσπεψία: Το κορμί του είχε γίνει ~ ασήκωτο. Αυτό το φαγητό είναι σκέτο ~ για το στομάχι/μου έπεσε ~ στο στομάχι. Αισθάνομαι το κεφάλι/στήθος μου βαρύ σαν ~. Βούλιαξε/βυθίστηκε/έπεσε κάτω σαν ~. ● Υποκ.: μολυβάκι (το): στις σημ. 1,2. ● ΦΡ.: βγάζω/παίρνω/πιάνω χαρτί και μολύβι βλ. χαρτί [< 1,3: μεσν. μολύβι(ν) 1,2: γαλλ. crayon 4: γαλλ. plomb]
31784μολυβιάμο-λυ-βιά ουσ. (θηλ.): γραμμή ή σημάδι που έγινε με μολύβι.
31785μολυβοθήκημο-λυ-βο-θή-κη ουσ. (θηλ.): θήκη για την τοποθέτηση αναλώσιμων γραφικών ειδών, όπως μολύβια και στιλό: μεταλλική/ξύλινη ~. ~ γραφείου. Βλ. -θήκη.
31786μόλυνσημό-λυν-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΛ. μορφή ρύπανσης που χαρακτηρίζεται από την παρουσία παθογόνων μικροοργανισμών ή τοξικών ουσιών στο περιβάλλον: βιομηχανική/γενετική/τοξική/χημική ~. ~ της ατμόσφαιρας (= ατμοσφαιρική)/του εδάφους/της θάλασσας (= θαλάσσια)/του περιβάλλοντος (= περιβαλλοντική)/των υδάτων/του υδροφόρου ορίζοντα. Αιτία/εστία/παράγοντες/πηγή ~ης. ~ του ποταμού από ραδιενέργεια. Eκτεταμένη ~ από διαρροή σε πετρελαιαγωγό. Υψηλά/χαμηλά τα επίπεδα ~ης του αέρα. Βλ. φωτο~. Βλ. απορρύπανση, καθαρισμός. 2. ΙΑΤΡ. προσβολή ενός οργανισμού από παθογόνο μικρόβιο και οι συνακόλουθες επιπτώσεις: βακτηριδιακή/γενική ~ (βλ. σηψαιμία). Οξεία/σοβαρή/χρόνια ~ του αναπνευστικού. Κρούσματα ~ης. Δερματικές/μετεγχειρητικές/(ενδο)νοσοκομειακές ~ύνσεις (= λοιμώξεις). Θεραπεία/πρόληψη των ~ύνσεων. ~ από τον ιό του ΗΙV. Φλεγμονή που οφείλεται σε ~. O κνησμός προκάλεσε τοπική ~. Βλ. ανα~, επι~, απολύμανση, αποστείρωση. 3. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) κατάπτωση, παρακμή: ηθική ~. Πβ. κηλίδωση, μίανση. 4. ΠΛΗΡΟΦ. μετάδοση ιού σε ηλεκτρονικό υπολογιστή: ~ από κακόβουλο λογισμικό. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμική μόλυνση βλ. θερμικός [< αρχ. μόλυνσις 1: αγγλ. pollution 2: γαλλ. contamination, infection 3: μτγν. μόλυνσις 4: αγγλ. infection, 1984]
31787μολυντήριμο-λυ-ντή-ρι ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. σαμιαμίδι. Βλ. -τήρι.
31788μολύνωμο-λύ-νω ρ. (μτβ.) {μόλυν-ε, μολύν-θηκε, (λόγ.) μολύν-ων, -ουσα, -οντας, μολυ-σμένος} 1. βρομίζω το περιβάλλον με βλαβερές, τοξικές, χημικές ουσίες: ~ουν τις λίμνες/τους ωκεανούς. Τα ποτάμια ~θηκαν με απόβλητα/λύματα. Επιχειρήσεις που ~ουν τον υδροφόρο ορίζοντα. Ο αέρας/η ατμόσφαιρα ~εται από τα καυσαέρια. ~σμένα: νερά. Πβ. ρυπαίνω. 2. ΙΑΤΡ. μεταδίδω μικρόβια: Τα βακτήρια ~ουν τον ανθρώπινο οργανισμό/τους ιστούς. Η πληγή/το τραύμα ~θηκε (βλ. αποστειρώνω). ~ουσα: μορφή παρασίτου.|| (ειδικότ.) ~θηκε από ραδιενέργεια (: εκτέθηκε σε μεγάλη ποσότητα). Βλ. επι~. (μτφ.) φθείρω ηθικά ή πνευματικά: ~ουν έναν θεσμό/μια ιδέα. ~ε τα χέρια του (με αίμα, με παρανομία)/την ψυχή του. Πβ. βεβηλώνω, κηλιδώνω, μιαίνω. ΑΝΤ. αποκαθαίρω, εξαγνίζω 4. ΠΛΗΡΟΦ. (σπάν.) μεταδίδω ιό σε ηλεκτρονικό υπολογιστή. [< 1: αρχ. μολύνω, αγγλ. pollute 2: γαλλ. contaminer, infecter 3: αρχ. ~ 4: αγγλ. infect, 1984]
31789μόλυσμαμό-λυ-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): παθογόνος παράγοντας και γενικότ. καθετί που μπορεί να προκαλέσει μόλυνση: μικροβιακό ~.|| (μτφ.) ~ της ψυχής. Πβ. μίασμα. [< αρχ. μόλυσμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.