| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31790 | μολυσματικός | , ή, ό μο-λυ-σμα-τι-κός επίθ.: που μεταδίδεται με μόλυνση ή την επιφέρει: (ΙΑΤΡ.) ~ός: ιός/παράγοντας. ~ή: δόση/ουσία/πηγή/τέρμινθος. ~ό: υλικό. ~ές: ασθένειες. ~ά: υγρά. Πβ. ιογόνος, κολλητ-, μεταδοτ-ικός, λοιμώδης.|| (ΟΙΚΟΛ.) ~ά: αέρια. ~ά, τοξικά και ραδιενεργά απόβλητα. Πβ. ρυπαντικός. ● ΣΥΜΠΛ.: μολυσματικό κηρίο βλ. κηρίο [< γαλλ. infectieux] | |
| 31791 | μολυσματικότητα | μο-λυ-σμα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του μολυσματικού, η ικανότητα ενός λοιμογόνου παράγοντα να προκαλεί μόλυνση: ~ ιού/του κορονοϊού. Λοιμώδη νοσήματα με υψηλή ~ είναι η ιλαρά, η ανεμοβλογιά και η πολιομυελίτιδα. Πβ. μεταδοτικότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. infectivité] | |
| 31792 | μολών λαβέ | μο-λών- λα-βέ (αρχαιοπρ.): (Έλα να τα πάρεις, η απάντηση του Λεωνίδα στον Ξέρξη) για να δηλωθεί εμφατικά ότι δεν υποκύπτει κάποιος σε παράλογες απαιτήσεις. [< μτγν. φρ. μολών λαβέ, μολών: μτχ. αορ. β’ του ρ. βλώσκω ‘έρχομαι] | |
| 31793 | Μολώχ | Μο-λώχ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & (σπάν.) Μολόχ: (μτφ.) σημιτική θεότητα που συνδέεται με την αιματοχυσία· κατ' επέκτ. καθετί που απαιτεί μεγάλες, επώδυνες θυσίες: θύματα στον ~ της ασφάλτου. Οι ανθρώπινες αξίες προσφέρονται σπονδή στον ~ του κέρδους. [< μτγν. Μολόχ/Μολώχ, αγγλ. moloch] | |
| 31794 | μομέντουμ | μο-μέ-ντουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (μτφ.) δύναμη ή ορμή που δημιουργείται από την κίνηση, την εξέλιξη των γεγονότων, η δυναμική μιας κατάστασης: θετικό ~. Το ~ του αγώνα.|| (κατ' επέκτ.) Προσπαθούν να εκμεταλλευτούν το ~ (: τη συγκυρία, τη στιγμή). [< αγγλ. momentum] | |
| 31795 | μόμολο | μό-μο-λο ουσ. (ουδ.) (μειωτ.): για μικρό και μαλθακό κυρ. παιδί, πιτσιρίκι. Βλ. νιάνιαρο. [< ιταλ. mommolo] | |
| 31796 | μόμπιλε | μό-μπι-λε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κρεμαστό διακοσμητικό, συνήθ. από ξύλο ή πλαστικό, που αποτελείται από πολλά μέρη που αιωρούνται: χρωματιστά ~. Βλ. ονειροπαγίδα. [< ιταλ. mobile] | |
| 31798 | μον- | βλ. μονο- | |
| 31799 | μονάδα | μο-νά-δα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ος} 1. ενιαία και αυτοτελής οντότητα (οικονομική, επιχειρηματική, οργανική) με καθορισμένες λειτουργίες, τμήμα ενός ευρύτερου συνόλου: βιομηχανική/βιοτεχνική/εκπαιδευτική/εμπορική/ερευνητική/θερμοηλεκτρική/κοινωνική/κτηνοτροφική/ξενοδοχειακή/οικιστική/οργανωμένη/πανεπιστημιακή/πιλοτική/συμβουλευτική/τουριστική/υγειονομική/υδροηλεκτρική ~. ~ ανάπτυξης/αξιολόγησης/εμπορίας (αγαθών)/εξυπηρέτησης (πελατών)/παραγωγής/παρακολούθησης (διαγωνισμών και συμβάσεων)/πληροφόρησης/προγραμματισμού/τεκμηρίωσης/υγείας/υποστήριξης. Δημιουργία/διευθυντής/επέκταση/ίδρυση/λειτουργία ~ας. Το κύτταρο ως θεμελιώδης βιολογική ~. Κόστος εργασίας ανά ~ προϊόντος.|| (ΙΑΤΡ.) Καρδιοχειρουργική/ογκολογική/οφθαλμολογική ~. ~ νοσοκομείου/τεχνητού νεφρού. Κινητή ~ υγείας.|| (ΓΛΩΣΣ.) Λεξική ~.|| (για πρόσ.) Υπολογίσιμη ~ στην ομάδα. Οι εργάτες αποτελούν βασικές ~ες στην επιχείρηση. Βλ. μικρο~. 2. ΜΕΤΡΟΛ. προκαθορισμένο και κοινά αποδεκτό μέγεθος ή ποσότητα για τη μέτρηση ομοειδών μεγεθών ή ποσοτήτων: βασική/εκατοστιαία/παράγωγη ~. ~ αξίας/βάρους/δύναμης/ενέργειας/έργου/θερμοκρασίας/ισχύος/μάζας/μέτρησης/μήκους (βλ. μέτρο, μίλι)/όγκου/πίεσης/πληροφορίας (βλ. μπιτ)/χρόνου (βλ. λεπτό)/χωρητικότητας. Τιμή ~ας. Σύστημα ~ων.|| (προφ.) Γράφουν/πέφτουν οι ~ες (: ένδειξη καταβαλλόμενου ποσού σε μετρητή τηλεφωνικής επικοινωνίας ή σε ταξί). Έχω/(μου) τελείωσαν οι ~ες στο κινητό. Ο Γενικός Δείκτης Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών ξεπέρασε τις ... ~ες. 3. ΠΛΗΡΟΦ. μέρος ηλεκτρονικής συσκευής και κυρ. ηλεκτρονικού υπολογιστή που εκτελεί συγκεκριμένη εργασία: ψηφιακή ~. ~ αναπαραγωγής/απεικόνισης/αποθήκευσης/διαχείρισης/(σκληρού) δίσκου/εγγραφής/εισόδου/ελέγχου/τροφοδοσίας. 4. ΜΑΘ. ο μικρότερος θετικός ακέραιος αριθμός με την επανάληψη του οποίου προκύπτουν οι άλλοι ακέραιοι αριθμοί· κάθε ακέραιος από το 0 ως το 9: αρνητική/θετική/κλασματική ~. Λύση με αναγωγή στη ~. Σύμβολο της ~ας είναι το 1.|| (ειδικότ.) Ο αριθμός 587 έχει πέντε εκατοντάδες, οκτώ δεκάδες και επτά ~ες. Βλ. -άδα.|| Βαθμολογούμαι με ~ (: με τον μικρότερο βαθμό). Όσοι γράψουν μόνο το όνομά τους στο διαγώνισμα, θα πάρουν ~! 5. ΣΤΡΑΤ. (στον Στρατό και τα Σώματα Ασφαλείας) το κατώτερο συνήθ. τμήμα όπλου ή σώματος με διοικητική αυτονομία και συνεκδ. ο χώρος όπου είναι εγκατεστημένο: αεροπορική/ειδική/επίλεκτη/ναυτική ~. Mεγάλη ~ (βλ. μεραρχία, στρατιά). Μικρή ~ (βλ. λόχος, σύνταγμα, τάγμα). ~ πεζικού/πυροβολικού/τεθωρακισμένων. Μάχιμες ~ες. Απόσπαση/επιθεώρηση/μετάθεση/παρουσίαση/υπηρεσία σε ~.|| ~ες Αποκατάστασης (της) Τάξης (ακρ. ΜΑΤ). Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική ~ (ακρ. ΕΚΑΜ). ● ΣΥΜΠΛ.: κάθετη μονάδα: ΟΙΚΟΝ. βιομηχανία, επιχείρηση που αναλαμβάνει και ελέγχει όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων, από την παραγωγή και την επεξεργασία, μέχρι την πώληση των προϊόντων ή/και των υπηρεσιών. Βλ. κάθετη παραγωγή. [< αγγλ. vertical union, 1933] , κεντρική μονάδα επεξεργασίας & κεντρική επεξεργαστική μονάδα: ΠΛΗΡΟΦ. κεντρικό εξάρτημα ηλεκτρονικού υπολογιστή που είναι υπεύθυνο για τον έλεγχο όλων των επιμέρους τμημάτων του και την εκτέλεση εντολών. Πβ. μικροεπεξεργαστής. Βλ. μητρική (κάρτα/πλακέτα), περιφερειακή συσκευή/μονάδα. [< αγγλ. Central Processing Unit (CPU), 1956] , Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ακρ. ΜΕΘ.) & Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης/Νοσηλείας & (προφ.) Μονάδα: ΙΑΤΡ. ειδικά εξοπλισμένος χώρος σε νοσοκομείο στον οποίον παρέχεται συνεχής ιατρική και νοσηλευτική φροντίδα σε ανθρώπους που βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση. Βλ. ΜΑΦ. ΣΥΝ. εντατική [< αγγλ. intensive care unit, 1955] , ακέραιη/ακεραία μονάδα βλ. ακέραιος, αστρονομική μονάδα βλ. αστρονομικός, διδακτικές/ακαδημαϊκές μονάδες βλ. διδακτικός, Διεθνές Σύστημα Μονάδων βλ. διεθνής, κινητή μονάδα βλ. κινητός, λογιστική μονάδα βλ. λογιστικός, μονάδα εργασίας βλ. εργασία, νομισματική μονάδα βλ. νομισματικός, οικονομική μονάδα βλ. οικονομικός, περιφερειακή συσκευή/μονάδα βλ. περιφερειακός, πιστωτικές μονάδες βλ. πιστωτικός, σχολική μονάδα βλ. σχολικός [< μτγν. μονάς, αγγλ. unit, γαλλ. unité] | |
| 31800 | μοναδιαίος | , α, ο [μοναδιαῖος] μο-να-δι-αί-ος επίθ. (επιστ.): που αναφέρεται στη μονάδα, αποτελείται από ένα μόνο στοιχείο ή που έχει μήκος ένα (1): (ΜΑΘ.) ~ος: κύκλος (: που έχει ακτίνα 1)/πίνακας/τελεστής. ~α: μήτρα/πράξη. ~ο: βάρος/διάνυσμα/πλάτος/στοιχείο/υδρογράφημα. Πβ. μονομελής.|| Καθορισμός ~ου φορτίου.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~α: τιμή. ~ο: κέρδος/ποσό (: ανά μονάδα). Βλ. -ιαίος. [< μτγν. μοναδιαῖος, γαλλ. unitaire , αγγλ. unitary] | |
| 31801 | μοναδικός | , ή, ό μο-να-δι-κός επίθ. 1. (συνήθ. με άρθρο) μόνος (στο είδος του), αποκλειστικός: ~ό: πλοίο (για σήμερα, για το νησί). Είσαι ο ~ φίλος που έχω. Η ~ή αιτία. ~ή μου επιθυμία είναι να έχω την υγεία μου. Είναι η ~ή γλώσσα που καταλαβαίνει/μιλά. Το ~ό σχολείο του χωριού. ~ή έγνοια του η ... Με ~ό σκοπό να ... Είναι από τα λίγα, αν όχι το ~ό, συγκρότημα που ... Δεν είναι η ~ή περίπτωση που ... Πβ. τελευταίος. 2. ιδιαίτερα ξεχωριστός, ασύγκριτος, απαράμιλλος: ~ός: παίκτης/τεχνίτης. ~ή: δουλειά/εκδήλωση/ευκαιρία. ~ό: γκολ/δώρο/θέαμα/μέρος/ταλέντο. ~ές: προσφορές/στιγμές/τιμές. ~ στο είδος/στον ρόλο του/στο να ... Ο ένας και ~! Φυσικό περιβάλλον ~ής ομορφιάς. Ζήσαμε ~ές εμπειρίες στις διακοπές μας (πβ. ανεπανάληπτος, καταπληκτικός). ~ό παράδειγμα θάρρους. Δεν υπάρχει άλλος σαν κι αυτόν, είναι ~! Ένα σπάνιο, πραγματικά ~ό προϊόν. ΣΥΝ. ανυπέρβλητος (2) ● επίρρ.: μοναδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΦΡ.: ένας και μοναδικός βλ. ένας, μία/μια, ένα [< μτγν. μοναδικός, γαλλ. unique] | |
| 31802 | μοναδικότητα | μο-να-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του μοναδικού: Η ~ κάθε ατόμου/της στιγμής. Η ~ του προϊόντος. Οι ~ες και ιδιαιτερότητες ενός τοπίου. Βλ. αποκλειστικ-, σπανι-ότητα. [< γαλλ. unicité] | |
| 31803 | μονάζω | μο-νά-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνα-σε} (λόγ.) 1. γίνομαι μοναχός, κάνω ασκητική ζωή: ~σε στο Άγιο Όρος/στη Μονή ... ΣΥΝ. ασκητεύω, καλογερεύω (1) 2. (σπάν.-μτφ.) ζω απομονωμένος, χωρίς κοινωνική ζωή. [< μτγν. μονάζω] | |
| 31804 | μονάκριβος | , η, ο μο-νά-κρι-βος επίθ. 1. (για παιδί) μοναδικός και αγαπημένος: ~ος: γιος. ~η: κόρη. Βλ. πολυαγαπημένος. 2. (κατ' επέκτ.) ξεχωριστός, πολύτιμος: ~ο: δώρο/στολίδι. ~ες: στιγμές. Πβ. χιλιάκριβος. [< μεσν. μονάκριβος] | |
| 31805 | μοναξιά | μο-να-ξιά ουσ. (θηλ.) 1. το να ζει ή να είναι κάποιος μόνος του και το αντίστοιχο συναίσθημα: ανυπόφορη/ατέλειωτη/εσωτερική/θλιβερή/κοινωνική/συναισθηματική ~. Αίσθηση ~ιάς. Νιώθω ~. Έχει ~ιές. Του αρέσει η ~. ~, αποξένωση και αλλοτρίωση. Πβ. μοναχικότητα. 2. (μτφ.) απομόνωση, ερημιά: η ~ της νύχτας/πόλης. [< μεσν. μοναξιά] | |
| 31806 | μονάρχης | μο-νάρ-χης ουσ. (αρσ.): ανώτατος άρχοντας που συγκεντρώνει στο πρόσωπό του όλες τις εξουσίες: απόλυτος/έκπτωτος/κληρονομικός/πρώην/συνταγματικός ~. Βλ. -άρχης, αυτοκράτορας, βασιλιάς, ηγεμόνας. ΣΥΝ. μονοκράτορας [< μτγν. μονάρχης, γαλλ. monarque , αγγλ. monarch] | |
| 31807 | μοναρχία | μο-ναρ-χί-α ουσ. (θηλ.): μορφή πολιτεύματος κατά την οποία η πολιτική εξουσία ασκείται από ένα μόνο φυσικό πρόσωπο, τον μονάρχη ή τους εκπροσώπους του και συνεκδ. το κράτος που έχει μοναρχικό πολίτευμα: απόλυτη (: άσκηση εξουσίας χωρίς δέσμευση από το Σύνταγμα ή τους νόμους)/δεσποτική/κληρονομική/κοινοβουλευτική/συνταγματική (: που ρυθμίζεται ή περιορίζεται από το Σύνταγμα) ~. Ο θεσμός/η κατάλυση/η κατάργηση της ~ας. Ελέω Θεού ~ (: που βασίζεται στην αντίληψη ότι η μοναρχική εξουσία πηγάζει από τον Θεό).|| (ΙΣΤ.) Η Ελληνιστική ~. Οι ~ες της Ευρώπης. Βλ. -αρχία. ● ΣΥΜΠΛ.: (πε)φωτισμένη δεσποτεία/μοναρχία βλ. δεσποτεία [< αρχ. μοναρχία, γαλλ. monarchie , αγγλ. monarchy] | |
| 31808 | μοναρχιανισμός | μο-ναρ-χι-α-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΕΟΛ. σύνολο χριστιανικών αιρετικών διδασκαλιών του 2ου και 3ου αι. που υποστήριζαν την ενότητα της φύσης του Θεού, ενώ αρνούνταν την ανεξάρτητη υπόσταση του Χριστού. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. monarchianism] | |
| 31809 | μοναρχικός | , ή, ό μο-ναρ-χι-κός επίθ./ουσ.: που αναφέρεται στον μονάρχη ή τη μοναρχία: ~ή: εξουσία. ~ό: κίνημα/κράτος/πολίτευμα/σύστημα. ~οί: κύκλοι. ● Ουσ.: μοναρχικός (ο): οπαδός της μοναρχίας. [< αρχ. μοναρχικός, γαλλ. monarchique , αγγλ. monarchical] | |
| 31810 | μοναρχισμός | μο-ναρ-χι-σμός ουσ. (αρσ.): το σύνολο των αρχών του μονάρχη ή των οπαδών της μοναρχίας για την άσκηση εξουσίας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. monarchisme , αγγλ. monarchism] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ