| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31811 | μόνας | μό-νας επίρρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: κατά μόνας (σπάν.-λόγ.): εντελώς μόνος, χωρίς την παρουσία τρίτου προσώπου: Ζήτησε να του μιλήσει ~ ~. Την πήρε ~ ~, για να λύσουν τις διαφορές τους. Πβ. ιδιαιτέρως, κατ' ιδίαν. [< αρχ. φρ. κατά μόνας] | |
| 31812 | μοναστήρι | μο-να-στή-ρι ουσ. (ουδ.) {μοναστηρ-ιού} & (λόγ.) μοναστήριο: θρησκευτική κοινότητα που αποτελείται κυρ. από μοναχούς· (συνηθέστ.-συνεκδ.) το αντίστοιχο κτιριακό συγκρότημα στο οποίο ζουν: αντρικό/βυζαντινό/γυναικείο/μικτό/σταυροπηγιακό ~. Εκκλησία/καθολικό/κελιά/ναός/οίκημα/περίβολος/περιουσία/πτέρυγα/τραπεζαρία/τυπικό ~ιού. Κλείστηκε/μπήκε/πήγε σε ~ (= έγινε μοναχός). Προσκύνημα σε ~. ~ αφιερωμένο στον Άγιο .../στην Παναγία. Το ~ του όρους Σινά. Πβ. μονή. Βλ. -τήρι. ● ΦΡ.: το μοναστήρι να είναι καλά/να 'ν' καλά (κι από καλογέρους βρίσκεις) (εμφατ.): κανείς ή τίποτα δεν είναι αναντικατάστατο(ς). Πβ. έχει/υπάρχουν κ(α)ι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια). [< μεσν. μοναστήρι, γαλλ. monastère] | |
| 31813 | μοναστηριακός | , ή, ό μο-να-στη-ρι-α-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που έχει σχέση με μοναστήρι: ~ός: βίος/ναός. ~ή: αρχιτεκτονική/εκκλησία/ιδιοκτησία/παράδοση/περιουσία. ~ό: τραπέζι/συγκρότημα. ~ά: προϊόντα. Πβ. μοναστικός. [< μεσν. μοναστηριακός] | |
| 31814 | μοναστικός | , ή, ό μο-να-στι-κός επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον μοναχισμό ή τους μοναχούς: ~ός: βίος. ~ή: αδελφότητα/ζωή/κοινότητα/παράδοση/πολιτεία. ~ό: ίδρυμα (= μοναστήρι)/κελί/κοινόβιο/συγκρότημα/συνέδριο/τάγμα. Πβ. καλογερ-, μοναχ-ικός, μοναστηριακός. [< μτγν. μοναστικός, γαλλ. monastique, αγγλ. monastic] | |
| 31815 | μονατομικός | , ή, ό βλ. μονοατομικός | |
| 31816 | μονάχα | μο-νά-χα επίρρ. & μοναχά (προφ.): μόνο: Πετυχαίνει κανείς τους στόχους του, ~ (: αποκλειστικά) με σκληρή προσπάθεια. Μου λείπουν ~ λίγα ευρώ για το ποσό. ~ (: μακάρι) να γινόταν να σταματήσει ο χρόνος!|| Ευχαρίστως να συναντηθούμε, ~ (: αρκεί) να είναι πριν τις δέκα. [< μεσν. μονάχα] | |
| 31817 | μοναχικός | , ή, ό μο-να-χι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που ζει, είναι ή αισθάνεται μόνος: ~ός: εργένης/ταξιδιώτης. ~ό: άτομο. Πβ. μονήρης, φιλέρημος. 2. που γίνεται από ένα μόνο άτομο, που χαρακτηρίζεται από μοναξιά, έλλειψη ανθρώπινης παρουσίας: ~ός: αγώνας/δρόμος/περίπατος/χορός. ~ή: εμπειρία/ζωή/περιπλάνηση/πορεία. ~ό: ταξίδι.|| (για τόπο) ~ή: παραλία. ~ό: μέρος/μονοπάτι. Πβ. απόμερος, απομονωμένος. 3. μοναστικός. ● ΣΥΜΠΛ.: μοναχικός λύκος: 1. άνθρωπος που προτιμά να ζει μόνος του. 2. τρομοκράτης ή εγκληματίας που ενεργεί χωρίς να ανήκει σε κάποια οργάνωση. [< αγγλ. lone wolf, 1909] , μοναχικό κύμα βλ. κύμα, μοναχικός καβαλάρης βλ. καβαλάρης ● ΦΡ.: περιβάλλομαι το μοναχικό σχήμα βλ. περιβάλλω [< μτγν. μοναχικός, γαλλ. solitaire] | |
| 31818 | μοναχικότητα | μο-να-χι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το να ζει κάποιος μόνος, χωρίς ανθρώπινη παρουσία: ηθελημένη/συνειδητή ~. Απομόνωση/εσωστρέφεια και ~. Πβ. μοναξιά. Βλ. -ότητα. | |
| 31819 | μοναχισμός | μο-να-χι-σμός ουσ. (αρσ.): το σύστημα λειτουργίας των μοναστηριών βάσει αρχών και κανόνων και ο τρόπος διαβίωσης των μοναχών: ορθόδοξος ~. Βλ. -ισμός. [< μεσν. μοναχισμός, γαλλ. monachisme , αγγλ. monachism] | |
| 31820 | μοναχογιός | μο-να-χο-γιός ουσ. (αρσ.): ο μοναδικός γιος μιας οικογένειας, είτε είναι μοναχοπαίδι είτε όχι. | |
| 31821 | μοναχοθυγατέρα | μο-να-χο-θυ-γα-τέ-ρα ουσ. (θηλ.) (διαλεκτ.-λογ.): μοναχοκόρη. | |
| 31822 | μοναχοκόρη | μο-να-χο-κό-ρη ουσ. (θηλ.): η μοναδική κόρη μιας οικογένειας, είτε είναι μοναχοπαίδι είτε όχι. ΣΥΝ. μοναχοθυγατέρα. | |
| 31823 | μοναχοπαίδι | μο-να-χο-παί-δι ουσ. (ουδ.): το μοναδικό παιδί μιας οικογένειας. | |
| 31824 | μοναχός | , ή, ό μο-να-χός επίθ. & (προφ.-λογοτ.) μονάχος (εμφατ.): μόνος, χωρίς την παρουσία, τη βοήθεια ή τη συμμετοχή άλλων: Δουλεύω/κουρεύομαι/μεγάλωσα/ταξιδεύω/φτιάχνω (κάτι) ~ μου. Από ~ του δεν έρχεται, πρέπει εσύ να τον φωνάξεις. ~ στη ζωή (: χωρίς οικογένεια ή συγγενείς). Την άφησα ~η στο σπίτι. ● Υποκ.: μοναχούλης , α, ικο ● ΣΥΜΠΛ.: σκυλί μονάχο βλ. σκυλί, σπίρτο μοναχό/αναμμένο βλ. σπίρτο ● ΦΡ.: μοναχός σου χόρευε κι όσο θέλεις πήδα βλ. χορεύω [< μτγν. μοναχός] | |
| 31825 | μοναχός, μοναχή | μο-να-χός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που διάγει μοναστικό βίο: βουδιστής/καθολικός/ορθόδοξος ~. Η τάξη των ~ών. Βλ. ασκητής, ιερομόναχος, οσιολογιότατος, οσιότατος. ΣΥΝ. καλόγερος (1) ● ΦΡ.: εκάρη μοναχός βλ. εκάρη [< μτγν. μοναχός] | |
| 31826 | μονάχους | μο-νά-χους {άκλ.}: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: φώκια μονάχους μονάχους βλ. φώκια | |
| 31827 | μοναχοφάης | μο-να-χο-φά-ης ουσ. (αρσ.) {μοναχοφάηδες | σπανιότ. θηλ. μοναχοφαγού} & μοναχοφαγάς (προφ.-μειωτ.): πρόσωπο που τα θέλει όλα δικά του και δεν του αρέσει να μοιράζεται κάτι: Δώσε κάτι και σε μας, μην είσαι ~. Πβ. παρτάκιας. | |
| 31828 | μονέδα | μο-νέ-δα ουσ. (θηλ.) (παρωχ.): νόμισμα ή χρήμα. ● ΦΡ.: κόβει μονέδα (λαϊκό): έχει πολλά και εξασφαλισμένα κέρδη, πλουτίζει εύκολα και γρήγορα. [< μεσν. μονέδα] | |
| 31829 | μονεταρισμός | μο-νε-τα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. θεωρία και πολιτική που υποστηρίζει ότι οι οικονομικές διακυμάνσεις (π.χ. οι αλλαγές στον πληθωρισμό) προκαλούνται συχνά από αυξήσεις ή μειώσεις στην προσφορά χρήματος. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. monétarisme, περ. 1965, αγγλ. monetarism, 1969] | |
| 31830 | μονεταριστής | μο-νε-τα-ρι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που υποστηρίζει τον μονεταρισμό. [< γαλλ. monétariste , περ. 1965, αγγλ. monetarist, 1963] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ