| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31831 | μονεταριστικός | , ή, ό μο-νε-τα-ρι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον μονεταρισμό: ~ή: πολιτική. ~ό: σύστημα. [< γαλλ. monétariste, περ. 1965] | |
| 31832 | μονή | μο-νή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Μ) (λόγ.): μοναστήρι: Ιερά ~ ... ● ΦΡ.: εις τας αιωνίους μονάς/στις αιώνιες μονές (αρχαιοπρ.-μτφ.): στην αιώνια, μετά θάνατον ζωή: Απεδήμησε/απήλθε/μετέβη/μετέστη/μετοίκησε/ταξίδεψε ~ ~ (= απεβίωσε). [< μτγν. μονή] | |
| 31833 | μόνημα | μό-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. (στη Γαλλική σχολή) μόρφημα. Βλ. διπλή άρθρωση. [< γαλλ. monème, 1941, αγγλ. moneme, 1953] | |
| 31834 | μονήρης | , ης, ες μο-νή-ρης επίθ. (λόγ.) 1. μοναχικός: ~ης: άνθρωπος/βίος.|| ~ες: ζώο. 2. που είναι μοναδικός, μόνο ένας: (ΒΟΤ.) ~ες: άνθος (: που φύεται μόνο του στην κορυφή του βλαστού).|| (ΦΥΣ.) ~η: ηλεκτρόνια.|| (ΙΑΤΡ.) ~ης: νεφρός/όγκος/όζος. ~ης: κύστη. ~ες: έλκος. Βλ. -ήρης. ● Ουσ.: μονήρη (τα): ΒΙΟΛ. προκαρυωτικοί οργανισμοί (π.χ. βακτήρια, κυανοβακτήρια), οι οποίοι στερούνται μορφοποιημένου πυρήνα, σε αντιδιαστολή προς τους ευκαρυωτικούς. [< αγγλ. monera, γαλλ. monère s] [< 1: αρχ. μονήρης 2: γαλλ. solitaire, αγγλ. lone] | |
| 31835 | μονιά | μο-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): φωλιά άγριων ζώων. [< μτγν. μονία 'μοναχικός βίος, ερημιά'] | |
| 31836 | μονιάζω | βλ. μονοιάζω | |
| 31837 | μονίλια | μο-νί-λι-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. είδος μύκητα (γένος Monilia) που προσβάλλει τους καρπούς ορισμένων οπωροφόρων δέντρων, προκαλώντας σήψη. Βλ. περονόσπορος. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος ζυμομυκήτων που μπορούν να προκαλέσουν ποικίλες λοιμώξεις. | |
| 31838 | μονιλίαση | μο-νι-λί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μυκητίαση που οφείλεται στη μονίλια του γένους Candida. ΣΥΝ. καντιντίαση. Βλ. -ίαση.[< αγγλ. moniliasis, 1920 < νεολατ. Monilia < λατ. monile ‘περιδέραιο’] | |
| 31839 | μονιμάς | [μονιμᾶς] μο-νι-μάς ουσ. (αρσ.) (στρατ. αργκό-μειωτ.): υπαξιωματικός συνήθ. που υπηρετεί μόνιμα στον στρατό. Βλ. -άς. ΣΥΝ. καραβανάς | |
| 31840 | μονιμοποίηση | μο-νι-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. απόκτηση μονιμότητας σε κάποια θέση, συνήθ. του Δημοσίου: σταδιακή ~. ~ εκτάκτων υπαλλήλων/συμβασιούχων. Αίτηση/διαδικασία ~ης. 2. ΙΑΤΡ. σταθεροποίηση ενός ιστού, ώστε να γίνει λεπτομερής εξέταση της δομής του. Βλ. -ποίηση. [< 1: γαλλ. titularisation 2: αγγλ. fixation] | |
| 31841 | μονιμοποιώ | [μονιμοποιῶ] μο-νι-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μονιμοποι-είς ... | μονιμοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: καθιστώ κάποιον ή κάτι μόνιμο: ~είται μια κατάσταση. Διορίστηκε και μετά από έναν χρόνο ~ήθηκε στο Δημόσιο/στη θέση του ... Πβ. εδραιώνω, παγιώνω, σταθεροποιώ. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. titulariser] | |
| 31842 | μόνιμος | , η, ο μό-νι-μος επίθ. {-ου (λόγ.) -ίμου} 1. που δεν αλλάζει, αμετάβλητος, συνεχής: ~ος: διορισμός/θαμώνας/πόνος. ~η: απασχόληση/απειλή/διαμονή/διαφωνία/διεύθυνση/δουλειά/εγκατάσταση/ειρήνη/έκθεση (μουσείου, πινακοθήκης)/επιτροπή/κατάσταση/κατοικία/στήλη (σε εφημερίδα). ~ο: άγχος/εισόδημα/ενδιαφέρον/θέμα (αντιπαράθεσης, διαμάχης, συζήτησης)/μέλος/πρόβλημα. ~οι: πελάτες. Επί ~ίμου βάσεως (= σε σταθερή βάση). Τίποτα δεν είναι ~ο στη ζωή, όλα έρχονται και παρέρχονται. Πβ. διαρκής. ΑΝΤ. παροδικός, περιστασιακός, πρόσκαιρος, προσωρινός 2. (συνήθ. για υπάλληλο) που έχει σταθερή θέση εργασίας από την οποία δεν μπορεί να απολυθεί, εφόσον ασκεί νομίμως τα καθήκοντά του: ~ος: εκπαιδευτικός/επιμελητής/επίκουρος καθηγητής/πάρεδρος/συνεργάτης. (Μη) ~ο προσωπικό. ~ αντιπρόσωπος στην Ευρωπαϊκή Ένωση/στα Ηνωμένα Έθνη (βλ. ειδικός). ΑΝΤ. έκτακτος (2), εποχιακός & εποχικός ● επίρρ.: μόνιμα & (λόγ.) μονίμως ● ΣΥΜΠΛ.: Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων βλ. αντιπρόσωπος ● ΦΡ.: ουδέν μονιμότερον του προσωρινού (λόγ.): για κάτι που εφαρμόζεται και ισχύει προσωρινά, αλλά συχνά παρατείνεται και παραμένει επ' αόριστον: Τα μέτρα είναι δοκιμαστικά, αλλά βέβαια, ~ ~. [< αρχ. μόνιμος, γαλλ. permanent] | |
| 31843 | μονιμότητα | μο-νι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του μόνιμου: ~ των δημοσίων υπαλλήλων. ~ στην εργασία. Άρση/κατάργηση της ~ας. Βλ. -ότητα, σταθερότητα. ΑΝΤ. προσωρινότητα [< μτγν. μονιμότης, γαλλ. permanence] | |
| 31844 | μόνιππο | μό-νιπ-πο ουσ. (ουδ.) {μονίππ-ου} (λόγ.): άμαξα που την τραβά ένα μόνο άλογο. Πβ. παϊτόνι. [< αρχ. μόνιππος, γαλλ. à un cheval] | |
| 31845 | μονισμός | μο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει την ενότητα του κόσμου, την αναγωγή όλων των στοιχείων της πραγματικότητας σε μία και μοναδική αρχή ή ουσία: ιδεαλιστικός/μεταφυσικός/υλιστικός ~. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. ενισμός ΑΝΤ. δυϊσμός, πλουραλισμός (2) [< γερμ. Monismus, γαλλ. monisme] | |
| 31846 | μονιστής | μο-νι-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του μονισμού. [< γερμ. Monist, γαλλ. moniste] | |
| 31847 | μονιστικός | , ή, ό μο-νι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που έχει σχέση με τον μονισμό: ~ή: θεωρία. ~ό: δόγμα/σύστημα. ΑΝΤ. δυϊστικός, ολιστικός (1) [< γερμ. monistisch, γαλλ. moniste, αγγλ. monistic] | |
| 31848 | μόνιτορ | μό-νι-τορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή με οθόνη που προβάλλει εικόνες από κλειστό κύκλωμα· ειδικότ. οθόνη: έγχρωμο ~ θυροτηλεόρασης. ~ ελέγχου/παρακολούθησης (ασθενών). Απινιδωτής με ~. [< αγγλ. monitor, 1931] | |
| 31849 | μόνο | μό-νο επίρρ. δηλώνει 1. αποκλειστικότητα ή περιορισμό: ~ για μέλη/παιδιά/σένα. ~ για επαγγελματική/προσωπική/σχολική χρήση. ~ εσένα εμπιστεύομαι/εσύ το ξέρεις. Σκέφτεται ~ τον εαυτό του. ~ αυτόν ακούει (: κανέναν άλλο). ~ η Μαρία δεν ήρθε. Αυτός ~ με καταλαβαίνει. Εγώ ~ Αγγλικά ξέρω. ~ το απόγευμα είμαστε ανοιχτά. ~ με χρήση αντιολισθητικών αλυσίδων γίνεται η κυκλοφορία των οχημάτων. ~ άκου, μη μιλάς. ~ να κοιτάς, δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι άλλο. Αυτό ~ έχω, δεν φτάνει; Όταν είσαι ήρεμος, τότε ~ μπορείς να αποφασίσεις σωστά. Πρόσεχε ~ (να) μη σε καταλάβουν. Γράφω ~ όταν έχω κάτι να πω.|| ~ (: μακάρι) να μπορούσα να έρθω! Αχ, και ~ να 'ξερες! (απειλητ.) ~ να τον δω μπροστά μου, θα δει τι έχει να πάθει. Πβ. μονάχα. 2. ανώτατο αριθμητικό όριο ή ελάχιστη ποσότητα ή ιδιότητα: Το ασανσέρ χωράει ~ τρία άτομα. ~ πέντε λεπτά θα σας απασχολήσω. Θέλω ~ μισό κιλό (: όχι παραπάνω). ~ οι δυο μας ήμασταν. ~ μια φορά, ποτέ ξανά. Κράτηση ~ για δυο άτομα. Έναν μήνα ~ θα λείψω. -Πέντε ευρώ πλήρωσα. -~ (: τόσο λίγο); Τρεις μέρες ~ έμειναν.|| (αόριστα) ~ ένας τρελός θα δεχόταν. 3. αντίθεση ή εξαίρεση: Μπορείς να μείνεις, ~ φασαρία μην κάνεις. Καθάρισα όλο το σπίτι, ~ με τον κήπο δεν ασχολήθηκα (: εκτός από). 4. (σε σχήμα λιτότητας) μετριασμό αρνητικής άποψης: ~ ευγενικός δεν ήταν (: κάθε άλλο παρά, καθόλου)/ωραίο δεν το λες. Δεν είναι ~ για να ... 5. προϋπόθεση, όρο: Πες ό,τι έχεις να πεις, ~ μη φωνάζεις. Μπορείτε να μπείτε στο μαγαζί ~ αν έχετε κλείσει τραπέζι. Να αργήσεις όσο θες, ~ (: αρκεί, φτάνει) να με ειδοποιήσεις/να μη με στήσεις. Η είσοδος επιτρέπεται ~ εφόσον έχετε σχετική άδεια. Η συσκευή λειτουργεί ~ όταν είναι στην πρίζα. Το προϊόν μπορεί να επιστραφεί ~ σε περίπτωση που είναι αλλοιωμένο. ● ΦΡ.: απλώς/απλά και μόνο/αποκλειστικά και μόνο/μόνο και μόνο (εμφατ.): για κανέναν άλλο λόγο ή σκοπό, τίποτα άλλο: Δεν θα τον προσλάβω ~ ~ επειδή είναι φίλος (ενν. χωρίς να πληροί άλλες προϋποθέσεις). Θα το κάνω ~ ~ επειδή το ζήτησες. Ήρθε ~ ~ για να περάσει την ώρα του! (συχνότ. καταχρ.) Δεν τον ενδιαφέρει απλά και μόνο να κάνει ένα ρεκόρ.|| Εισάγει αποκλειστικά και μόνο βιολογικά προϊόντα., και μόνο: για ιδιαίτερη έμφαση σε αυτό που αναφέρεται: Τρομάζω ~ ~ με την ιδέα/στη σκέψη ότι ... Από την έκφρασή του ~ ~ κατάλαβα ότι έλεγε ψέματα. Μ' αυτή ~ ~ μ' αυτή την κάρτα επιτρέπεται να μπεις μέσα. ~ ~ που τον είδα, εκνευρίστηκα., και όχι μόνο: για να υποδηλώσει ότι αυτό που μόλις αναφέρθηκε αφορά ή περιλαμβάνει και άλλους ή άλλα: για συλλέκτες ~ ~. Μουσικό-~ ~- τριήμερο. Στην ιστοσελίδα θα βρείτε συνταγές μαγειρικής ~ ~., μόνο που (σύνδ.): αλλά, όμως: Τον συμπαθώ, ~ ~ συχνά με εξοργίζει. Θα ερχόμουν, ~ ~ έχω κανονίσει. Θα το αγόραζα, ~ ~ δεν έχω χρήματα. Μοιάζουν πολύ, ~ ~ (: με τη διαφορά ότι) αυτός είναι λίγο πιο ψηλός., μόνο που δεν (+ αόρ.) (προφ.): λίγο έλειψε να, παρά λίγο, σχεδόν: ~ ~ μας έβρισε/χτύπησε.|| (εμφατ.) Μόνο την αστυνομία (που) δεν μας έφεραν!, τόσος μόνο: πολύ μικρός ή λίγος: ~ο ~ μου αρκεί. ~οι ~ έμειναν στο τέλος., αν και μόνο αν βλ. αν, μόνο αφού βλ. αφού, μόνο έτσι/έτσι μόνο βλ. έτσι, όχι μόνο ..., αλλά και βλ. όχι, παρά μόνο βλ. παρά, παρά μόνο αν βλ. παρά [< αρχ. μόνον] | |
| 31850 | μονο- & μονό- & μον- | α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. ενός: μονο-εδρικός/~ετής/~θέσιος. Μονό-γλωσσος. Μονό-στηλο.|| Μονο-κοτυλήδονα (βλ. δι-). Μον-οξ(ε)ίδιο. 2. (μτφ.) αποκλειστικού, μοναδικού: μονο-πωλιακός.|| (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) Μονο-διάστατος/~μερής. Μονό-πλευρος. ΑΝΤ. πολυ-. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ