| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31851 | μονοακόρεστος | , η, ο μο-νο-α-κό-ρε-στος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μονοακόρεστα λιπαρά οξέα/λίπη: ΧΗΜ. που περιέχουν έναν μόνο διπλό δεσμό σε κάθε μόριο: Βασική πηγή ~ων ~ών οξέων είναι το ελαιόλαδο. Βλ. πολυακόρεστος. [< αγγλ. monounsaturated fatty acids/fats] | |
| 31852 | μονοαμίνη | μο-νο-α-μί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. χημική ένωση που περιέχει μία ομάδα αμινών και λειτουργεί κυρ. ως νευροδιαβιβαστής. Βλ. επινεφρίνη, ντοπαμίνη, σεροτονίνη. [< αγγλ. monoamine, 1951, γαλλ. ~, 1960] | |
| 31853 | μονοαξονικός | , ή, ό βλ. -αξονικός | |
| 31854 | μονοατομικός | , ή, ό μο-νο-α-το-μι-κός επίθ. & μονατομικός: ΧΗΜ. που έχει την ιδιότητα να ενώνεται με ένα άτομο υδρογόνου ή με άλλο μονοσθενές στοιχείο: ~ή: αλυσίδα. ~ό: αέριο/οξυγόνο. ~ά: ιόντα. [< γαλλ. monoatomique, αγγλ. monatomic] | |
| 31855 | μονοβάθμιος | , α, ο μο-νο-βάθ-μι-ος επίθ.: ΜΗΧΑΝ. που λειτουργεί σε ένα μόνο στάδιο: ~ος: καυστήρας/συμπιεστής. ~ο: μηχάνημα/σύστημα. Βλ. -βάθμιος. [< αγγλ. single-stage] | |
| 31856 | μονοβασικός | , ή, ό μο-νο-βα-σι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για οξύ) που έχει ένα μόνο άτομο υδρογόνου, που μπορεί να αντικατασταθεί από ρίζα βάσης και να σχηματίσει άλας. [< γαλλ. monobasique , αγγλ. monobasic] | |
| 31857 | μονογαμία | μο-νο-γα-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύναψη ερωτικών σχέσεων με έναν μόνο σύντροφο σε δεδομένο χρονικό διάστημα ή γάμος με ένα πρόσωπο ή για μία φορά κατά τη διάρκεια της ζωής. Βλ. διγαμία. ΑΝΤ. πολυγαμία 2. ΖΩΟΛ. ζευγάρωμα με ένα μόνο αρσενικό ή θηλυκό ζώο κατά την αναπαραγωγική περίοδο και από κοινού φροντίδα των νεογνών από τους γονείς. [< μτγν. μονογαμία, γαλλ. monogamie, αγγλ. monogamy] | |
| 31858 | μονογαμικός | , ή, ό μο-νο-γα-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μονογαμία: ~ός: τύπος. ~ή: συμπεριφορά/σχέση. ~ό: άτομο/ον.|| (ΖΩΟΛ.) ~ό: είδος. ~ά: ζώα. ΑΝΤ. πολυγαμικός [< μεσν. μονογαμικός, γαλλ. monogamique ,μονογαμικό αγγλ. monogamic] | |
| 31859 | μονογενής | , ής, ές μο-νο-γε-νής επίθ. 1. (λόγ.) που δεν έχει άλλα αδέλφια: ~ές: παιδί (πβ. μοναχοπαίδι). 2. ΒΙΟΛ. που είναι μόνο αρσενικού ή μόνο θηλυκού γένους: ~είς: δίδυμοι.|| ~ές: άνθος (: που έχει μόνο στήμονες ή μόνο ύπερο). Πβ. δίκλινος2, δίοικος. Βλ. -γενής, ερμαφρόδιτος. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μονογενής Υιός του Θεού: ΘΕΟΛ. ο Χριστός. [< 1: αρχ. μονογενής 2: γαλλ. unisexué] | |
| 31860 | μονογλυκερίδια | μο-νο-γλυ-κε-ρί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. παράγωγο της γλυκερόλης στο οποίο μόνο η μία από τις τρεις ομάδες υδροξυλίου έχει μετατραπεί σε εστέρα. [< αγγλ. monoglycerides, γαλλ. monoglycérides] | |
| 31861 | μονογλωσσία | μο-νο-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.): χρήση μίας μόνο γλώσσας από έναν ομιλητή. Βλ. δι-, τρι-, πολυ-γλωσσία. [< γαλλ. monolinguisme, περ. 1950, αγγλ. monolingualism] | |
| 31862 | μονόγλωσσος | , η, ο μο-νό-γλωσ-σος επίθ.: που μιλάει ή χρησιμοποιεί μόνο μία γλώσσα: ~ος: ομιλητής (: που γνωρίζει τη μητρική)/πληθυσμός. ~οι: μαθητές.|| ~η: εκπαίδευση. ~ο: λεξικό (: στο οποίο τα λήμματα ερμηνεύονται στην ίδια γλώσσα)/περιβάλλον. Βλ. δί-, τρί-, πολύ-γλωσσος. [< μτγν. μονόγλωσσος, αγγλ. monolingual, 1953, γαλλ. monolingue, 1963] | |
| 31863 | μονογονέας | μο-νο-γο-νέ-ας ουσ. (αρσ.) & μονογονιός: ο/η γονέας που μεγαλώνει το παιδί του μόνος/μόνη. | |
| 31864 | μονογονεϊκός | , ή, ό μο-νο-γο-νε-ϊ-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ένα γονέα: ~ό: επίδομα/νοικοκυριό. Βλ. δι~. συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μονογονεϊκή οικογένεια: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που αποτελείται από ένα γονέα, κυρ. τη μητέρα, και ένα τουλάχιστον παιδί που βρίσκεται υπό την κηδεμονία της/του. Βλ. εκτεταμένη/διευρυμένη οικογένεια, ελεύθερη ένωση, πυρηνική οικογένεια. [< αγγλ. single-/one-parent family, 1969, γαλλ. famile monoparentale, 1975] | |
| 31865 | μονογονεϊκότητα | μο-νο-γο-νε-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατάσταση της μονογονεϊκής οικογένειας: ~ από διάζευξη/προσωπική επιλογή/χηρεία. Βλ. άγαμη μητέρα, -ότητα. [< αγγλ. single parenting, γαλλ. monoparentalité] | |
| 31866 | μονογονία | μο-νο-γο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. αγενής/μονογονική αναπαραγωγή. Βλ. -γονία. ΑΝΤ. αμφιγονία [< αγγλ. monogony] | |
| 31867 | μονογονικός | , ή, ό μο-νο-γο-νι-κός επίθ.: ΑΝΤ. αμφιγονικός. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αγενής/μονογονική αναπαραγωγή βλ. αναπαραγωγή | |
| 31868 | μονόγραμμα | μο-νό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): χαρακτήρας ή σύμβολο που αποτελείται από ένα ή περισσότερα γράμματα, ιδ. τα αρχικά ενός ονόματος, και χρησιμοποιείται ως αναγνωριστικό σημάδι: εγχάρακτο/τυπωμένο ~ σε φάκελο. Πετσέτες με ~. [< γαλλ. monogramme, αγγλ. monogram < μτγν. λατ. monogramma. Πβ. μεσν. μονόγραμμα.] | |
| 31869 | μονογραμμικός | , ή, ό μο-νο-γραμ-μι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που αναπαριστά γραμμικά τα μέρη ενός δικτύου: ~ό: διάγραμμα/σχέδιο (ηλεκτρολογικής εγκατάστασης). ● επίρρ.: μονογραμμικά ● ΣΥΜΠΛ.: μονογραμμική καταγωγή βλ. καταγωγή [< αγγλ. single-line, one-line] | |
| 31870 | μονογραφή | μο-νο-γρα-φή ουσ. (θηλ.): υπογραφή που σχηματίζεται από τα αρχικά του ονοματεπώνυμου: ~ δικαστικού αντιπροσώπου. Σφραγίδα και ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ μνημονίου (συνεργασίας)/συμφωνίας (= μονογράφηση). Βλ. τζίφρα. [< γαλλ. paraphe] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ