Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [32540-32560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31854μονοατομικός, ή, ό μο-νο-α-το-μι-κός επίθ. & μονατομικός: ΧΗΜ. που έχει την ιδιότητα να ενώνεται με ένα άτομο υδρογόνου ή με άλλο μονοσθενές στοιχείο: ~ή: αλυσίδα. ~ό: αέριο/οξυγόνο. ~ά: ιόντα. [< γαλλ. monoatomique, αγγλ. monatomic]
31855μονοβάθμιος, α, ο μο-νο-βάθ-μι-ος επίθ.: ΜΗΧΑΝ. που λειτουργεί σε ένα μόνο στάδιο: ~ος: καυστήρας/συμπιεστής. ~ο: μηχάνημα/σύστημα. Βλ. -βάθμιος. [< αγγλ. single-stage]
31856μονοβασικός, ή, ό μο-νο-βα-σι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για οξύ) που έχει ένα μόνο άτομο υδρογόνου, που μπορεί να αντικατασταθεί από ρίζα βάσης και να σχηματίσει άλας. [< γαλλ. monobasique , αγγλ. monobasic]
31857μονογαμίαμο-νο-γα-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. σύναψη ερωτικών σχέσεων με έναν μόνο σύντροφο σε δεδομένο χρονικό διάστημα ή γάμος με ένα πρόσωπο ή για μία φορά κατά τη διάρκεια της ζωής. Βλ. διγαμία. ΑΝΤ. πολυγαμία 2. ΖΩΟΛ. ζευγάρωμα με ένα μόνο αρσενικό ή θηλυκό ζώο κατά την αναπαραγωγική περίοδο και από κοινού φροντίδα των νεογνών από τους γονείς. [< μτγν. μονογαμία, γαλλ. monogamie, αγγλ. monogamy]
31858μονογαμικός, ή, ό μο-νο-γα-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μονογαμία: ~ός: τύπος. ~ή: συμπεριφορά/σχέση. ~ό: άτομο/ον.|| (ΖΩΟΛ.) ~ό: είδος. ~ά: ζώα. ΑΝΤ. πολυγαμικός [< μεσν. μονογαμικός, γαλλ. monogamique ,μονογαμικό αγγλ. monogamic]
31859μονογενής, ής, ές μο-νο-γε-νής επίθ. 1. (λόγ.) που δεν έχει άλλα αδέλφια: ~ές: παιδί (πβ. μοναχοπαίδι). 2. ΒΙΟΛ. που είναι μόνο αρσενικού ή μόνο θηλυκού γένους: ~είς: δίδυμοι.|| ~ές: άνθος (: που έχει μόνο στήμονες ή μόνο ύπερο). Πβ. δίκλινος2, δίοικος. Βλ. -γενής, ερμαφρόδιτος. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μονογενής Υιός του Θεού: ΘΕΟΛ. ο Χριστός. [< 1: αρχ. μονογενής 2: γαλλ. unisexué]
31860μονογλυκερίδιαμο-νο-γλυ-κε-ρί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΧΗΜ. παράγωγο της γλυκερόλης στο οποίο μόνο η μία από τις τρεις ομάδες υδροξυλίου έχει μετατραπεί σε εστέρα. [< αγγλ. monoglycerides, γαλλ. monoglycérides]
31861μονογλωσσίαμο-νο-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.): χρήση μίας μόνο γλώσσας από έναν ομιλητή. Βλ. δι-, τρι-, πολυ-γλωσσία. [< γαλλ. monolinguisme, περ. 1950, αγγλ. monolingualism]
31862μονόγλωσσος, η, ο μο-νό-γλωσ-σος επίθ.: που μιλάει ή χρησιμοποιεί μόνο μία γλώσσα: ~ος: ομιλητής (: που γνωρίζει τη μητρική)/πληθυσμός. ~οι: μαθητές.|| ~η: εκπαίδευση. ~ο: λεξικό (: στο οποίο τα λήμματα ερμηνεύονται στην ίδια γλώσσα)/περιβάλλον. Βλ. δί-, τρί-, πολύ-γλωσσος. [< μτγν. μονόγλωσσος, αγγλ. monolingual, 1953, γαλλ. monolingue, 1963]
31863μονογονέαςμο-νο-γο-νέ-ας ουσ. (αρσ.) & μονογονιός: ο/η γονέας που μεγαλώνει το παιδί του μόνος/μόνη.
31864μονογονεϊκός, ή, ό μο-νο-γο-νε-ϊ-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ένα γονέα: ~ό: επίδομα/νοικοκυριό. Βλ. δι~. συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μονογονεϊκή οικογένεια: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που αποτελείται από ένα γονέα, κυρ. τη μητέρα, και ένα τουλάχιστον παιδί που βρίσκεται υπό την κηδεμονία της/του. Βλ. εκτεταμένη/διευρυμένη οικογένεια, ελεύθερη ένωση, πυρηνική οικογένεια. [< αγγλ. single-/one-parent family, 1969, γαλλ. famile monoparentale, 1975]
31865μονογονεϊκότηταμο-νο-γο-νε-ϊ-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η κατάσταση της μονογονεϊκής οικογένειας: ~ από διάζευξη/προσωπική επιλογή/χηρεία. Βλ. άγαμη μητέρα, -ότητα. [< αγγλ. single parenting, γαλλ. monoparentalité]
31866μονογονίαμο-νο-γο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. αγενής/μονογονική αναπαραγωγή. Βλ. -γονία. ΑΝΤ. αμφιγονία [< αγγλ. monogony]
31867μονογονικός, ή, ό μο-νο-γο-νι-κός επίθ.: ΑΝΤ. αμφιγονικός. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αγενής/μονογονική αναπαραγωγή βλ. αναπαραγωγή
31868μονόγραμμαμο-νό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): χαρακτήρας ή σύμβολο που αποτελείται από ένα ή περισσότερα γράμματα, ιδ. τα αρχικά ενός ονόματος, και χρησιμοποιείται ως αναγνωριστικό σημάδι: εγχάρακτο/τυπωμένο ~ σε φάκελο. Πετσέτες με ~. [< γαλλ. monogramme, αγγλ. monogram < μτγν. λατ. monogramma. Πβ. μεσν. μονόγραμμα.]
31869μονογραμμικός, ή, ό μο-νο-γραμ-μι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που αναπαριστά γραμμικά τα μέρη ενός δικτύου: ~ό: διάγραμμα/σχέδιο (ηλεκτρολογικής εγκατάστασης). ● επίρρ.: μονογραμμικά ● ΣΥΜΠΛ.: μονογραμμική καταγωγή βλ. καταγωγή [< αγγλ. single-line, one-line]
31870μονογραφήμο-νο-γρα-φή ουσ. (θηλ.): υπογραφή που σχηματίζεται από τα αρχικά του ονοματεπώνυμου: ~ δικαστικού αντιπροσώπου. Σφραγίδα και ~.|| (κατ' επέκτ.) ~ μνημονίου (συνεργασίας)/συμφωνίας (= μονογράφηση). Βλ. τζίφρα. [< γαλλ. paraphe]
31871μονογράφησημο-νο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): υπογραφή εγγράφου με μονογραφή σε ένδειξη αποδοχής ή κυρ. πριν την επίσημη επικύρωση μιας σύμβασης: ~ πρωτοκόλλου/συμφωνίας συνεργασίας. Βλ. -γράφηση.
31872μονογραφίαμο-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): εκτενής επιστημονική παρουσίαση και ανάλυση σε βάθος συγκεκριμένου θέματος: ιστορική ~. ~ για τη ζωή και το έργο της. Βλ. -γραφία, διατριβή, πραγματεία. [< γερμ. Monographie, γαλλ. monographie, αγγλ. monograph]
31873μονογραφώ[μονογραφῶ] μο-νο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {μονογραφ-είς ... | μονογράφ-ησα, -ήσει, -ήθηκε κ. -ηκε, -ηθεί, μονογρα-μμένος, μονογραφ-ημένος} & μονογράφω: υπογράφω με μονογραφή ως ένδειξη αποδοχής, επικύρωσης ή ακύρωσης μιας πράξης: ~ τα έγγραφα/ένα κείμενο/τους φακέλους. ~ήθηκε μια συμφωνία/ένα σχέδιο (: υπογράφηκε από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο πριν από την επίσημη σύμβαση). ~ημένο: βιβλίο/έντυπο. Βλ. -γραφώ. [< γαλλ. parapher]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.