Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32540-32560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31871μονογράφησημο-νο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): υπογραφή εγγράφου με μονογραφή σε ένδειξη αποδοχής ή κυρ. πριν την επίσημη επικύρωση μιας σύμβασης: ~ πρωτοκόλλου/συμφωνίας συνεργασίας. Βλ. -γράφηση.
31872μονογραφίαμο-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): εκτενής επιστημονική παρουσίαση και ανάλυση σε βάθος συγκεκριμένου θέματος: ιστορική ~. ~ για τη ζωή και το έργο της. Βλ. -γραφία, διατριβή, πραγματεία. [< γερμ. Monographie, γαλλ. monographie, αγγλ. monograph]
31873μονογραφώ[μονογραφῶ] μο-νο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {μονογραφ-είς ... | μονογράφ-ησα, -ήσει, -ήθηκε κ. -ηκε, -ηθεί, μονογρα-μμένος, μονογραφ-ημένος} & μονογράφω: υπογράφω με μονογραφή ως ένδειξη αποδοχής, επικύρωσης ή ακύρωσης μιας πράξης: ~ τα έγγραφα/ένα κείμενο/τους φακέλους. ~ήθηκε μια συμφωνία/ένα σχέδιο (: υπογράφηκε από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο πριν από την επίσημη σύμβαση). ~ημένο: βιβλίο/έντυπο. Βλ. -γραφώ. [< γαλλ. parapher]
31874μονοδιάστατος, η, ο μο-νο-δι-ά-στα-τος επίθ. 1. (μτφ.) που εξετάζει ή περιορίζεται σε μία μόνο άποψη, πλευρά των πραγμάτων: ~ος: προσανατολισμός/χαρακτήρας. ~η: αντίληψη/αντιμετώπιση/ερμηνεία/λογική/οπτική/πολιτική/προσέγγιση. ~ο: μοντέλο/φαινόμενο. Βλ. επιφανειακός. ΣΥΝ. μονομερής, μονόπλευρος 2. (επιστ.) που έχει, χαρακτηρίζεται από ή σχετίζεται με μία μόνο διάσταση: ~η: διάταξη/κίνηση/ροή. ~ο: διάνυσμα/μέγεθος. Βλ. δισ-, τρισ-, πολυ-διάστατος. ● επίρρ.: μονοδιάστατα ● ΣΥΜΠΛ.: μονοδιάστατος πίνακας βλ. πίνακας [< μεσν. μονοδιάστατος, γαλλ. monodimensionnel, αγγλ. one-dimensional]
31875μονοδόσημο-νο-δό-ση ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: συσκευασία μίας δόσης: φιαλίδιο ~ης (βλ. αμπούλα, κάψουλα). Μάσκα μαλλιών/προσώπου σε ~εις. Βλ. δείγμα.|| ~εις καφέ (: φακελάκια).
31876μονοδοσικός, ή, ό μο-νο-δο-σι-κός επίθ.: που γίνεται σε μια ή περιέχει μόνο μια δόση: ~ό: εμβόλιο. ~ές: κάψουλες.
31877μονόδραμαμο-νό-δρα-μα ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. έργο του θεάτρου ή της όπερας στο οποίο παίζει ένας μόνο ηθοποιός, υποδυόμενος συνήθ. έναν χαρακτήρα: ~ για σοπράνο. [< γαλλ. monodrame, αγγλ. monodrama]
31878μονοδρόμησημο-νο-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.): μετατροπή δρόμου διπλής κατεύθυνσης σε μονόδρομο: ~ της ανόδου/της καθόδου/τμήματος της οδού. Βλ. αμφι-, πεζο-δρόμηση.
31879μονόδρομος, η, ο μο-νό-δρο-μος επίθ.: που γίνεται ή επιτρέπει την κίνηση προς μία μόνο κατεύθυνση: ~η: (χημική) αντίδραση/λειτουργία/μετάδοση (δεδομένων)/ροή/σύνδεση. Βλ. μονομερής, μονόπλευρος. ΑΝΤ. αμφίδρομος (1) ● Ουσ.: μονόδρομος (ο) 1. δρόμος μονής κατεύθυνσης. Βλ. διπλής κατεύθυνσης, -δρομος. 2. (μτφ.) ιδανική και μόνη λύση, επιλογή που δεν αφήνει άλλα περιθώρια: Φαίνεται ~ η οικονομική συνεργασία μεταξύ των χωρών. Η νίκη αποτελεί ~ο για την ομάδα.|| (αρνητ. συνυποδ.) Τα ναρκωτικά είναι ~ (: δρόμος χωρίς επιστροφή), οδηγούν μόνο στην καταστροφή και στον θάνατο. ● επίρρ.: μονόδρομα ● ΣΥΜΠΛ.: μονόδρομη επικοινωνία: ΤΗΛΕΠ. κατά την οποία η πληροφορία μεταφέρεται προς μία κατεύθυνση: ~ ~ των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Βλ. αμφίδρομη επικοινωνία. [< μεσν. μονόδρομος, γαλλ. monodrome, αγγλ. one-way, simplex]
31880μονοδρομώ[μονοδρομῶ] μο-νο-δρο-μώ ρ. (μτβ.) {μονοδρομ-εί ... | μονοδρόμ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: κάνω μονοδρόμηση. Βλ. πεζοδρομώ.
31881μονοεδρικός, ή, ό μο-νο-ε-δρι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. (για εκλογική περιφέρεια) που επιτρέπει την εκλογή ενός μόνο βουλευτή: ~ός: νομός. ~ό: εκλογικό σύστημα. Βλ. -εδρικός.
31882μονοετής, ής, ές βλ. -ετής, μονο-
31883μονόζυγομο-νό-ζυ-γο ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. ανδρικό αγώνισμα της ενόργανης γυμναστικής που εκτελείται σε μία οριζόντια μπάρα, στηριγμένη σε δύο κατακόρυφους ορθοστάτες· ειδικότ. το αντίστοιχο όργανο. Βλ. δίζυγο. [< γαλλ. barre fixe]
31884μονοζυγωτικός, ή, ό μο-νο-ζυ-γω-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. (κυρ. για δίδυμα) που προέρχονται από τη γονιμοποίηση ενός μοναδικού ωαρίου από ένα σπερματοζωάριο, γι' αυτό και είναι ολόιδια. || (κατ' επέκτ.) ~ή: κύηση. Βλ. δι-, ετερο-ζυγωτικός. ΣΥΝ. μονοωογενής, ομοζυγωτικός [< αγγλ. monozygotic, 1916, γαλλ. monozygote, 1945]
31885μονοήμερος, η, ο βλ. -ήμερος, μονο- & μονό- & μον-
31886μονοθεϊσμόςμο-νο-θε-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) & μονοθεΐα: ΘΡΗΣΚ. θεολογικό δόγμα που υποστηρίζει την ύπαρξη ενός μόνο θεού. ΑΝΤ. πολυθεϊσμός [< μτγν. μονοθεΐα, γαλλ. monothéisme, αγγλ. monotheism]
31887μονοθεϊστήςμο-νο-θε-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του μονοθεϊσμού. ΑΝΤ. πολυθεϊστής [< γαλλ. monothéiste, αγγλ. monotheist]
31888μονοθεϊστικός, ή, ό μο-νο-θε-ϊ-στι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που έχει σχέση με τον μονοθεϊσμό ή τον μονοθεϊστή: ~ή: δοξασία/θρησκεία. ΑΝΤ. πολυθεϊστικός [< γαλλ. monothéique, monothéiste, αγγλ. monotheistic]
31889μονοθελητισμόςμο-νο-θε-λη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. χριστιανική αίρεση που δέχεται ότι ο Χριστός έχει μόνο τη θεϊκή θέληση και ενέργεια. Βλ. -ισμός, μονοφυσιτισμός. [< μεσν. μονοθελήτης, γαλλ. monothéli(ti)sme, αγγλ. Monotheli(ti)sm]
31890μονόθεμαμο-νό-θε-μα ουσ. (ουδ.) (τα): ΓΡΑΜΜ. ονόματα της Αρχαίας Ελληνικής που σχηματίζουν όλες τις πτώσεις από ένα μόνο θέμα: π.χ. ο σωλήν, του σωλήνος/ο χιτών, του χιτώνος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.