| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31891 | μονοθεραπεία | μο-νο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπεία με αποκλειστική χρήση ενός φαρμάκου ή μίας συγκεκριμένης μεθόδου: ρύθμιση της πίεσης με ~. Βλ. -θεραπεία. ΑΝΤ. συνδυασμένη θεραπεία [< αγγλ. monotherapy, γαλλ. monothérapie] | |
| 31892 | μονοθεσία | μο-νο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): εργασία σε μία μόνο θέση στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα. Βλ. -θεσία. ΑΝΤ. πολυθεσία | |
| 31893 | μονοθέσιος | , α, ο μο-νο-θέ-σι-ος επίθ. 1. που έχει μόνο μία θέση: ~ο: αεροσκάφος/(αγωνιστικό) αυτοκίνητο/καγιάκ/κανό/όχημα. 2. που έχει ένα μόνο τμήμα ή μία τάξη ή μία θέση εργασίας: ~ο: νηπιαγωγείο. Πβ. μονοτάξιος. Βλ. -θέσιος. ● ΣΥΜΠΛ.: Μονοθέσιο Δημοτικό (Σχολείο) βλ. δημοτικό [< 1: γαλλ. monoplace, 1920] | |
| 31894 | μονοιάζω | μο-νοιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνοια-σα, -σμένος} & μονιάζω (οικ.) ΣΥΝ. φιλιώνω: συμφιλιώνω ή συμφιλιώνομαι με κάποιον: Παρά τις προσπάθειές του, δεν κατάφερε να τους ~σει.|| Τσακώνονται και ~ουν πολύ γρήγορα. Να είστε ~σμένοι, αγαπημένοι και ενωμένοι. Πβ. ομονοώ. [< μεσν. μονοιάζω] | |
| 31895 | μόνοιασμα | μό-νοια-σμα ουσ. (ουδ.) & μόνιασμα (οικ.): συμφιλίωση. | |
| 31896 | μόνοικος | , η, ο μό-νοι-κος επίθ. & μονόοικος: ΒΟΤ. (για φυτικό είδος) που περιλαμβάνει φυτά τα οποία διαθέτουν και αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα: ~ο: δέντρο (π.χ. η καρυδιά). Βλ. δίοικος, ερμαφρόδιτος. [< γαλλ. monoïque, αγγλ. monoecious] | |
| 31897 | μονοκαλλιέργεια | μο-νο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. καλλιέργεια ενός μόνο φυτικού είδους σε μια αγροτική έκταση: ~ του βαμβακιού/της ελιάς/του καπνού. Βλ. αμειψισπορά, -καλλιέργεια. ΑΝΤ. πολυκαλλιέργεια [< γαλλ. monoculture] | |
| 31898 | μονοκάμπινος | , η, ο μο-νο-κά-μπι-νος επίθ.: (για όχημα) που έχει μονή καμπίνα: ~η: έκδοση. ~ο: μοντέλο.|| (ως ουσ.) Ευρύχωρο ~ο. Βλ. διπλοκάμπινος. | |
| 31899 | μονόκαννος | , η, ο μο-νό-καν-νος επίθ.: (για όπλο) που έχει μόνο μία κάννη: ~η: καραμπίνα.|| (ως ουσ.) Το ~ο. Βλ. δίκαννος. | |
| 31900 | μονοκατοικία | μο-νο-κα-τοι-κί-α ουσ. (θηλ.): ανεξάρτητο κτίσμα που προορίζεται συνήθ. για μία οικογένεια: διώροφη/ισόγεια/πέτρινη/πολυτελής ~. ~ προς ενοικίαση/πώληση. Βλ. βίλα, διπλοκατοικία. ΑΝΤ. πολυκατοικία (1) | |
| 31901 | μονόκερος | , ος/η, ο μο-νό-κε-ρος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μονόκερος/-η μήτρα: ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία της διάπλασης της μήτρας που συνδέεται με την ύπαρξη μιας σάλπιγγας. Βλ. δίκερος. | |
| 31902 | μονόκερως & μονόκερος | μο-νό-κε-ρως ουσ. (αρσ.) {μονόκερ-ου | -ων} {μονό-κερω | -κέρων} 1. ΜΥΘ. μυθικό πλάσμα με μορφή λευκού αλόγου και ένα μακρύ κέρατο στο μέτωπό του. 2. ΑΣΤΡΟΝ. ονομασία αστρικού σχηματισμού. [< αρχ. μονόκερως, μτγν. μονόκερος, γαλλ. monocéros, αγγλ. monoceros] | |
| 31903 | μονόκιλος | , η, ο βλ. -κιλος, μονο- | |
| 31904 | μονοκινητήριος | , α, ο μο-νο-κι-νη-τή-ρι-ος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. που έχει έναν μόνο κινητήρα: ~ο: αεροπλάνο. Βλ. δι-, τετρα-κινητήριος. [< αγγλ. single-engine, 1942] | |
| 31905 | μονοκίνι | μο-νο-κί-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο μαγιό το οποίο καλύπτει το κάτω μέρος του σώματος. Βλ. μπικίνι. [< αγγλ. monokini, 1964 < mono + (bi)kini] | |
| 31906 | μονόκλ | μο-νόκλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): φακός στρογγυλού σχήματος που προσαρμόζεται στην κοιλότητα του ενός ματιού χωρίς στήριγμα, συνήθ. για διόρθωση της όρασης. ΣΥΝ. ματογυάλι (2) [< γαλλ. monocle] | |
| 31907 | μονόκλινος | , η, ο μο-νό-κλι-νος επίθ.: (για χώρο) που έχει μόνο μία κλίνη: ~η: καμπίνα/σουίτα. Βλ. -κλινος. ● Ουσ.: μονόκλινο (το): δωμάτιο, συνήθ. σε ξενοδοχείο, με ένα μόνο κρεβάτι. Βλ. δί-, τρί-, τετρά-κλινο. [< γερμ. Einbettzimmer] | |
| 31908 | μονόκλιτος | , η, ο βλ. -κλιτος, μονο- | |
| 31909 | μονοκλωνικός | , ή, ό μο-νο-κλω-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που ανήκει σε, παράγεται ή συντίθεται από έναν μόνο κυτταρικό κλώνο: ~ά: αντισώματα. Βλ. πολυκλωνικός. [< αγγλ. monoclonal , 1914, γαλλ. ~, περ. 1960] | |
| 31910 | μονόκλωνος | , η, ο βλ. -κλωνος1, μονο- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ