| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2298 | αλλοστερικός | , ή, ό [ἀλλοστερικός] αλ-λο-στε-ρι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που αναφέρεται στο αποτέλεσμα επί της βιολογικής λειτουργίας μιας πρωτεΐνης, το οποίο προκαλείται από ουσία που δεν σχετίζεται άμεσα με τη συγκεκριμένη λειτουργία: ~ός: τροποποιητής. ~ή: ρύθμιση. [< γαλλ. allostérique, 1961, αγγλ. allosteric, 1962] | |
| 2299 | άλλοτε | [ἄλλοτε] άλ-λο-τε επίρρ. & (λαϊκό) άλλοτες 1. σε άλλη χρονική στιγμή, παλιά, κάποτε: ~ και σήμερα/τώρα. Ο ~ συνεργάτης μου. Οι ~ στενές σχέσεις τους έφθασαν στη ρήξη. Ποτέ ~ δεν είχε μιλήσει έτσι. Επιφυλάσσομαι να τα πούμε κάποτε ~ (= κάποια άλλη στιγμή, μια άλλη φορά). Κάποτε ~ (= παλαιότερα) ήμουν μέλος του κόμματος. 2. σε άλλες περιπτώσεις: Ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του ~ με περισσότερη και ~ με λιγότερη επιτυχία. ● ΦΡ.: σαν άλλοτε: όπως παλιά: Γιορτάσαμε όλοι μαζί ~ ~. ΣΥΝ. σαν/όπως (και) πρώτα [< αρχ. ἄλλοτε] | |
| 2300 | αλλοτινός | , ή, ό [ἀλλοτινός] αλ-λο-τι-νός επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): (θετ. συνυποδ.) που αναφέρεται ή ανήκει στο παρελθόν, σε περασμένη εποχή: ~ός: έρωτας. ~ή: γοητεία. ~ό: μεγαλείο. ~οί: καιροί. ~ές: αναμνήσεις/συνήθειες. ~ά: έθιμα. Πβ. παλιός, περασμένος. ΑΝΤ. σύγχρονος (1) [< μεσν. αλλοτινός] | |
| 2301 | αλλότριος | , α, ο [ἀλλότριος] αλ-λό-τρι-ος επίθ. (επίσ.): που ανήκει ή αναφέρεται σε κάποιον άλλον, ξένος: ~ο: έδαφος. Στις δηλώσεις του αποδίδουν ~α κίνητρα. Υποκινούνται από/υπηρετούν ~α συμφέροντα. ● Ουσ.: αλλότρια (τα): τα πράγματα, οι υποθέσεις των άλλων: Μην ασχολείστε με ~! ● ΣΥΜΠΛ.: διευκόλυνση αλλότριας ακολασίας βλ. ακολασία, διοίκηση αλλοτρίων βλ. διοίκηση ● ΦΡ.: κρίνω εξ ιδίων (τα αλλότρια) βλ. ίδιος1 [< αρχ. ἀλλότριος] | |
| 2302 | αλλοτριότητα | [ἀλλοτριότητα] αλ-λο-τρι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του αλλότριου, το να είναι κάποιος ή κάτι ξένο: η αίσθηση της ~ας. Η ~ ως αποξένωση από τον ίδιο τον εαυτό μας, αλλά και από τους άλλους. Βλ. ετερότητα, μετανάστευση. ΣΥΝ. ξενικότητα || (ΝΟΜ.) Η ~ του πράγματος. [< αρχ. ἀλλοτριότης, αγγλ. strangeness] | |
| 2303 | αλλοτριώνω | [ἀλλοτριώνω] αλ-λο-τρι-ώ-νω ρ. (μτβ.) {αλλοτρίω-σε, αλλοτριώ-θηκε, -μένος} 1. προξενώ αλλοτρίωση, αποξενώνω: Ο σύγχρονος τρόπος ζωής ~ει τις διαπροσωπικές σχέσεις. Έχει ~θεί από την εξουσία/το κυνήγι του χρήματος/το σύστημα. ~μένη: συνείδηση. 2. (γενικότ.) αλλοιώνω, διαστρεβλώνω τα γνήσια γνωρίσματα: Η φυσιογνωμία του νησιού ~θηκε από τον τουρισμό. [< αρχ. ἀλλοτριῶ, γαλλ. aliéner] | |
| 5914 | αλλοτρίωση | [ἀποξένωση] α-πο-ξέ-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποξενώνω: κοινωνική/πλήρης ~. ~ του σύγχρονου ανθρώπου από το περιβάλλον. ~ και μοναξιά. ~ που προκαλείται από τον καταναλωτισμό/τη μαζοποίηση/την τεχνολογική εξέλιξη.|| (ΨΥΧΟΛ.) Σύνδρομο γονεϊκής/γονικής ~ης. Πβ. αλλοτρίωση, απομάκρυνση, αποστασιοποίηση. 2. ΝΟΜ. μεταβίβαση: ~ ιδιοκτησίας/περιουσίας. [< μτγν. ἀποξένωσις ‘διαμονή στο εξωτερικό, εξορία’ 1: γερμ. Entfremdung, γαλλ. aliénation 2: γαλλ. ~] | |
| 2305 | αλλοτριωτικός | , ή, ό [ἀλλοτριωτικός] αλ-λο-τρι-ω-τι-κός επίθ.: που προξενεί αλλοτρίωση: ~ός: τρόπος ζωής. Ο ~ χαρακτήρας του χρήματος. ● επίρρ.: αλλοτριωτικά [< γαλλ. aliénant, 1943] | |
| 2306 | αλλοτροπία | [ἀλλοτροπία] αλ-λο-τρο-πί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αλλοτροπισμός (ο): ΧΗΜ. εμφάνιση ενός στοιχείου με δύο ή περισσότερες διακριτές φυσικές μορφές: Ο άνθρακας εμφανίζει ~. Βλ. ισο-, πολυ-μορφισμός. [< γαλλ. allotropie, αγγλ. allotropy] | |
| 2307 | αλλοτροπικός | , ή, ό [ἀλλοτροπικός] αλ-λο-τρο-πι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που παρουσιάζει αλλοτροπία ή προέρχεται από αυτή: Το όζον είναι μια ~ή μορφή του οξυγόνου. [< γαλλ. allotropique, αγγλ. allotropic] | |
| 2308 | αλλού | [ἀλλοῦ] αλ-λού επίρρ. (κυρ. προφ.-οικ.) 1. σε άλλο(ν) τόπο, σημείο, θέμα, ζήτημα ή πρόσωπο: Πού ~ μπορώ να πάω; Ας συναντηθούμε κάπου ~. Μεταφερθήκαμε ~. ~ ήθελε να πάει κι ~ πηγαίνει. Εκδρομές στην Ελλάδα ή οπουδήποτε ~ στον κόσμο. Πουθενά ~ δεν θα βρεις τέτοια ομορφιά! Δεν υπάρχει λόγος να τρέχετε ~. Το ζήτημα αναλύεται λεπτομερέστερα ~ (πβ. ακολούθως, παρακάτω, πιο πάνω).|| ~ ήταν η αιτία του προβλήματος. Έχει το μυαλό του ~. Η ζωή είναι ~ (: σε άλλα σπουδαιότερα θέματα). Το μυαλό μου πάει ~ (: σε κάτι άλλο πιο σημαντικό ή πιο ανησυχητικό).|| Αυτά να τα πεις ~ (: σε κάποιον άλλο, εμένα δεν με πείθεις. Πβ. αλλού αυτά). Βρήκε ~ στοργή. Πού ~ θα βρεις τέτοια περιποίηση; ΑΝΤ. εδώ (1), εκεί (1) 2. (όταν προηγείται πρόθεση) δηλώνει κατεύθυνση ή προέλευση: Για ~ ξεκίνησε κι ~ βρέθηκε. Ήρθαν εδώ από ~. Έχει εισοδήματα από ~ (: από άλλη πηγή). Τα έμαθα από ~ (: από κάποιον άλλο). 3. (προφ.) (σε ερωτημ. φρ.) δηλώνει κάτι σχεδόν αυτονόητο: -Πού πας; -Πού ~; (: στο γνωστό, συνηθισμένο μέρος). Η μόδα αυτή ήρθε, από πού ~; από το εξωτερικό. ● ΦΡ.: αλλού αυτά! (προφ.): μην προσπαθείς να με ξεγελάσεις, να με επηρεάσεις, δεν με πείθεις: ~ ~, όχι σε μένα., αλλού κι αλλού/αλλού γι' αλλού (προφ.-ειρων.): σε εντελώς διαφορετικό σημείο ή πρόσωπο από αυτό που πρέπει ή από αυτό που είχε αρχικά σχεδιαστεί: Έκανε σουτ και η μπάλα πήγαινε ~ κι ~. Κοιτάζουν ~ γι' ~.|| (αργκό) Αυτός είναι ~ γι' ~ (: βρίσκεται στον κόσμο του, δεν ξέρει τι λέει ή τι του γίνεται). Πβ. είναι τσίου., αλλού το όνειρο κι αλλού το θαύμα (παροιμ.): σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα πράγματα έρχονται διαφορετικά απ' ό,τι τα περιμένει κανείς. Βλ. αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες., αλλού/εδώ πατώ κι αλλού βρίσκομαι 1. δεν έχω σταθερό βήμα: ~ ~ από τη ζαλάδα/το μεθύσι! 2. (μτφ.-ειρων.) δεν ξέρω τι κάνω ή τι λέω, τα έχω εντελώς χαμένα: Δεν ξέρει τι του γίνεται, ~ πατάει κι ~ βρίσκεται., από αλλού το περίμενα και από αλλού μου ήρθε (προφ.- συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): (για να δηλωθεί) αναπάντεχο κι απρόβλεπτο γεγονός., είμαι αλλού (μτφ.-προφ.): δεν έχω επαφή με την πραγματικότητα, με απασχολούν, σκέφτομαι άλλα πράγματα: Μα τι μου λες τώρα, εγώ ~ ~! Δεν ακούει τι λέμε, είναι ~ (= αφηρημένος)., το πας αλλού (προφ.) 1. στρέφεις τη συζήτηση σε άλλη κατεύθυνση, σε άλλο θέμα: Μην ~ ~, άλλο είναι το πρόβλημά μας. ΣΥΝ. αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση 2. έχεις κάτι άλλο κατά νου, έχεις άλλες επιδιώξεις: Δεν κατάλαβες καλά, το πάει ~ (το πράγμα)., αλλού ο παπάς (κι) αλλού τα ράσα του βλ. παπάς, αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες βλ. κακάρισμα, να πας/πήγαινε να τα πουλήσεις αλλού/σε άλλον βλ. πουλώ, όπου αλλού βλ. όπου, πέρα βρέχει βλ. βρέχω [< μεσν. αλλού] | |
| 2309 | αλλούβια | [ἀλλούβια] αλ-λού-βι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΓΕΩΛ. ιζήµατα που µεταφέρονται από τρεχούμενο νερό (π.χ. χειμάρρους) και αποτίθενται κυρ. στους πυθμένες θαλασσών ή λιμνών: Περιοχές με ~. [< γαλλ. alluvions] | |
| 2310 | αλλουβιακός | , ή, ό [ἀλλουβιακός] αλ-λου-βι-α-κός επίθ. & αλλούβιος, -α, -ο: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με, αποτελείται ή σχηματίζεται από αλλούβια: ~ή: ζώνη. ~ό: δάσος/έδαφος/ριπίδιο (: σχηματισμός σε στόμιο φαραγγιού ή κοιλάδας, όπου τα νερά διασπείρουν το φορτίο των ιζημάτων που μεταφέρουν σε σχήμα βεντάλιας). ~ές: αποθέσεις/προσχώσεις. ΣΥΝ. προσχωματικός, προσχωσιγενής [< γαλλ. alluvial] | |
| 2311 | αλλοφροσύνη | [ἀλλοφροσύνη] αλ-λο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): έλλειψη λογικού ελέγχου και ψυχραιμίας, παραφροσύνη: Η ~ της καθημερινής ζωής/του πολέμου. Πανικός/χάος και ~. Επακολούθησαν σκηνές ~ης. Σε κατάσταση ~ης. Πβ. λύσσα, μανία, μένος, παράνοια, τρέλα. Βλ. -οσύνη. [< μτγν. ἀλλοφροσύνη] | |
| 2312 | αλλόφρων | , ων, ον [ἀλλόφρων] αλ-λό-φρων επίθ. (λόγ.) & (σπάν., μόνο στο αρσ.) αλλόφρονας: έξαλλος, εκτός εαυτού, έξω φρενών: ~ονες: οπαδοί. ~ονα: πλήθη (= μανιασμένα). ~ από τρόμο. Σε αλλόφρονη κατάσταση. Πετάχτηκε ~ από το κρεβάτι του. Έτρεχε/τριγύριζε ~ στους δρόμους.|| (ως ουσ.) Κοινωνία ~όνων και αρχομανών. Πβ. παράφρων. Βλ. -φρων. [< μτγν. ἀλλόφρων] | |
| 2313 | αλλόφυλος | , η, ο [ἀλλόφυλος] αλ-λό-φυ-λος επίθ. (παρωχ.): που ανήκει σε διαφορετική φυλή ή έθνος: ~οι: εισβολείς.|| (συνήθ. ως ουσ.) Αφομοίωση/ένταξη ~ύλων. Κοινωνία που ανέχεται τον ~ο, τον αλλόγλωσσο, τον αλλόθρησκο. Πβ. αλλο-γενής, -εθνής. ΑΝΤ. ομόφυλος (2) ● ΦΡ.: αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων (ΠΔ): λέγεται όταν κάποιος επιλέγει να ζημιωθεί και ο ίδιος, προκειμένου να υποστούν βλάβη οι εχθροί του. [< αρχ. ἀλλόφυλος] | |
| 2314 | αλλόφωνο | [ἀλλόφωνο] αλ-λό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {αλλοφών-ου | -ων}: ΓΛΩΣΣ. καθεμία από τις διαφορετικές φωνητικές παραλλαγές με τις οποίες πραγματώνεται ένα φώνημα ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο εμφανίζεται: τα ~α του φωνήματος /x/ στις λέξεις χαρά (: υπερωικό) και χήρος (: ουρανικό). Φωνήματα, ~α και ελεύθερες παραλλαγές. Βλ. αλλόμορφο. [< αγγλ. allophone, 1938, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 2315 | αλλόφωνος | , η, ο [ἀλλόφωνος] αλ-λό-φω-νος επίθ.: αλλόγλωσσος. Βλ. -φωνος. [< μτγν. ἀλλόφωνος, γαλλ. allophone, περ. 1950] | |
| 2316 | αλλόχθων | , ων, ον [ἀλλόχθων] αλ-λό-χθων επίθ. {αλλόχθ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα) -όνων} 1. (επίσ.) που κατάγεται, προέρχεται από διαφορετική χώρα: ~ονες: µαθητές/πληθυσμοί.|| (ως ουσ.) Πολιτιστικές σχέσεις ανάμεσα σε αυτόχθονες και ~ονες. Πβ. αλλο-δαπός, -εθνής, ετερόχθων.|| ~ονες (μη-γηγενείς) γλώσσες. 2. ΟΙΚΟΛ. (για είδος) που έχει εισαχθεί από άλλη περιοχή: ~ονα: υλικά (: που µεταφέρονται σε ένα οικοσύστηµα από κάπου αλλού). ~ονα είδη στις ελληνικές θάλασσες. 3. ΓΕΩΛ. που έχει μεταφερθεί, προέρχεται από άλλο μέρος ή δημιουργήθηκε από υλικό ξένο προς την περιοχή: ~ονα: ιζήματα/πετρώματα. ΑΝΤ. αυτόχθων (3) [< γερμ. allochthon, γαλλ. allochtone, 1907, αγγλ. allochthonous, 1911, allochthon, 1942] | |
| 2317 | αλλυλικός | , ή, ό [ἀλλυλικός] αλ-λυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιλαμβάνει την ομάδα του αλλυλίου: ~ή αλκοόλη (: παράγωγο του πετρελαίου, για τη σύνθεση της γλυκερίνης και την παραγωγή πλαστικών). [< γαλλ. allylique, αγγλ. allylic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ