Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [32580-32600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31894μονοιάζωμο-νοιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μόνοια-σα, -σμένος} & μονιάζω (οικ.) ΣΥΝ. φιλιώνω: συμφιλιώνω ή συμφιλιώνομαι με κάποιον: Παρά τις προσπάθειές του, δεν κατάφερε να τους ~σει.|| Τσακώνονται και ~ουν πολύ γρήγορα. Να είστε ~σμένοι, αγαπημένοι και ενωμένοι. Πβ. ομονοώ. [< μεσν. μονοιάζω]
31895μόνοιασμαμό-νοια-σμα ουσ. (ουδ.) & μόνιασμα (οικ.): συμφιλίωση.
31896μόνοικος, η, ο μό-νοι-κος επίθ. & μονόοικος: ΒΟΤ. (για φυτικό είδος) που περιλαμβάνει φυτά τα οποία διαθέτουν και αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα: ~ο: δέντρο (π.χ. η καρυδιά). Βλ. δίοικος, ερμαφρόδιτος. [< γαλλ. monoïque, αγγλ. monoecious]
31897μονοκαλλιέργειαμο-νο-καλ-λι-έρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. καλλιέργεια ενός μόνο φυτικού είδους σε μια αγροτική έκταση: ~ του βαμβακιού/της ελιάς/του καπνού. Βλ. αμειψισπορά, -καλλιέργεια. ΑΝΤ. πολυκαλλιέργεια [< γαλλ. monoculture]
31898μονοκάμπινος, η, ο μο-νο-κά-μπι-νος επίθ.: (για όχημα) που έχει μονή καμπίνα: ~η: έκδοση. ~ο: μοντέλο.|| (ως ουσ.) Ευρύχωρο ~ο. Βλ. διπλοκάμπινος.
31899μονόκαννος, η, ο μο-νό-καν-νος επίθ.: (για όπλο) που έχει μόνο μία κάννη: ~η: καραμπίνα.|| (ως ουσ.) Το ~ο. Βλ. δίκαννος.
31900μονοκατοικίαμο-νο-κα-τοι-κί-α ουσ. (θηλ.): ανεξάρτητο κτίσμα που προορίζεται συνήθ. για μία οικογένεια: διώροφη/ισόγεια/πέτρινη/πολυτελής ~. ~ προς ενοικίαση/πώληση. Βλ. βίλα, διπλοκατοικία. ΑΝΤ. πολυκατοικία (1)
31901μονόκερος, ος/η, ο μο-νό-κε-ρος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μονόκερος/-η μήτρα: ΙΑΤΡ. συγγενής ανωμαλία της διάπλασης της μήτρας που συνδέεται με την ύπαρξη μιας σάλπιγγας. Βλ. δίκερος.
31902μονόκερως & μονόκεροςμο-νό-κε-ρως ουσ. (αρσ.) {μονόκερ-ου | -ων} {μονό-κερω | -κέρων} 1. ΜΥΘ. μυθικό πλάσμα με μορφή λευκού αλόγου και ένα μακρύ κέρατο στο μέτωπό του. 2. ΑΣΤΡΟΝ. ονομασία αστρικού σχηματισμού. [< αρχ. μονόκερως, μτγν. μονόκερος, γαλλ. monocéros, αγγλ. monoceros]
31903μονόκιλος, η, ο βλ. -κιλος, μονο-
31904μονοκινητήριος, α, ο μο-νο-κι-νη-τή-ρι-ος επίθ.: ΜΗΧΑΝΟΛ. που έχει έναν μόνο κινητήρα: ~ο: αεροπλάνο. Βλ. δι-, τετρα-κινητήριος. [< αγγλ. single-engine, 1942]
31905μονοκίνιμο-νο-κί-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναικείο μαγιό το οποίο καλύπτει το κάτω μέρος του σώματος. Βλ. μπικίνι. [< αγγλ. monokini, 1964 < mono + (bi)kini]
31906μονόκλμο-νόκλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): φακός στρογγυλού σχήματος που προσαρμόζεται στην κοιλότητα του ενός ματιού χωρίς στήριγμα, συνήθ. για διόρθωση της όρασης. ΣΥΝ. ματογυάλι (2) [< γαλλ. monocle]
31907μονόκλινος, η, ο μο-νό-κλι-νος επίθ.: (για χώρο) που έχει μόνο μία κλίνη: ~η: καμπίνα/σουίτα. Βλ. -κλινος. ● Ουσ.: μονόκλινο (το): δωμάτιο, συνήθ. σε ξενοδοχείο, με ένα μόνο κρεβάτι. Βλ. δί-, τρί-, τετρά-κλινο. [< γερμ. Einbettzimmer]
31908μονόκλιτος, η, ο βλ. -κλιτος, μονο-
31909μονοκλωνικός, ή, ό μο-νο-κλω-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που ανήκει σε, παράγεται ή συντίθεται από έναν μόνο κυτταρικό κλώνο: ~ά: αντισώματα. Βλ. πολυκλωνικός. [< αγγλ. monoclonal , 1914, γαλλ. ~, περ. 1960]
31910μονόκλωνος, η, ο βλ. -κλωνος1, μονο-
31911μονοκομματικός, ή, ό μο-νο-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την κυριαρχία ενός μόνο κόμματος: ~ή: αυτοδυναμία/εξουσία/κυβέρνηση/νοοτροπία/πλειοψηφία/πολιτική. ~ό: καθεστώς/κράτος/προεδρείο/σύστημα. ΑΝΤ. δικομματικός, πολυκομματικός ● επίρρ.: μονοκομματικά [< γερμ. Einparteien-]
31912μονοκομματισμόςμο-νο-κομ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. η επικράτηση ενός μόνο κόμματος στην πολιτική σκηνή μιας χώρας και η μόνιμη θέση του στην εξουσία ή στον σχηματισμό κυβέρνησης. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. πολυκομματισμός
31913μονοκόμματος, η, ο μο-νο-κόμ-μα-τος επίθ. 1. που αποτελείται από ένα μόνο κομμάτι, ενιαίος: ~ος: άξονας/σωλήνας/τοίχος. ~η: επιφάνεια/πέτρα/πόρτα. ~ο: κάθισμα/ρούχο/σώμα. 2. (μτφ.) απότομος ή άκαμπτος, μονόπλευρος: ~ος: άνθρωπος.|| ~ος: τρόπος σκέψης/χαρακτήρας. ~ο: μυαλό. Πβ. μονοδιάστατος. ● επίρρ.: μονοκόμματα [< μεσν. μονοκόμματος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.