| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31911 | μονοκομματικός | , ή, ό μο-νο-κομ-μα-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με την κυριαρχία ενός μόνο κόμματος: ~ή: αυτοδυναμία/εξουσία/κυβέρνηση/νοοτροπία/πλειοψηφία/πολιτική. ~ό: καθεστώς/κράτος/προεδρείο/σύστημα. ΑΝΤ. δικομματικός, πολυκομματικός ● επίρρ.: μονοκομματικά [< γερμ. Einparteien-] | |
| 31912 | μονοκομματισμός | μο-νο-κομ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. η επικράτηση ενός μόνο κόμματος στην πολιτική σκηνή μιας χώρας και η μόνιμη θέση του στην εξουσία ή στον σχηματισμό κυβέρνησης. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. πολυκομματισμός | |
| 31913 | μονοκόμματος | , η, ο μο-νο-κόμ-μα-τος επίθ. 1. που αποτελείται από ένα μόνο κομμάτι, ενιαίος: ~ος: άξονας/σωλήνας/τοίχος. ~η: επιφάνεια/πέτρα/πόρτα. ~ο: κάθισμα/ρούχο/σώμα. 2. (μτφ.) απότομος ή άκαμπτος, μονόπλευρος: ~ος: άνθρωπος.|| ~ος: τρόπος σκέψης/χαρακτήρας. ~ο: μυαλό. Πβ. μονοδιάστατος. ● επίρρ.: μονοκόμματα [< μεσν. μονοκόμματος] | |
| 31914 | μονοκοντυλιά | μο-νο-κο-ντυ-λιά ουσ. (θηλ.) & μονοκονδυλιά: γραφή με συνεχή κίνηση του μολυβιού πάνω στο χαρτί. ● ΦΡ.: με μια μονοκοντυλιά (μτφ.): γρήγορα και χωρίς περίσκεψη ή προεργασία: ~ ~ και ελαφρά τη καρδία διέγραψε/έσβησε την απόφαση του Γενικού Διευθυντή. Τον καταδίκασαν ανεύθυνα, ~ ~. | |
| 31915 | μονοκοπανιά | μο-νο-κο-πα-νιά επίρρ. (οικ.) & (λαϊκό) μονοκαπανιάς : μεμιάς, αμέσως: Κατέβασε την μπίρα ~ (: μονορούφι). Διάβασα το κείμενο ~. ΣΥΝ. μια/μία κι έξω, μονομιάς (1) | |
| 31916 | μονοκοτυλήδονα | μο-νο-κο-τυ-λή-δο-να ουσ. (ουδ.) & μονοκότυλα (τα): ΒΟΤ. αγγειόσπερμα φυτά των οποίων το σπέρμα έχει μία μόνο κοτυληδόνα: Τα αγρωστώδη είναι ~. Βλ. δικοτυλήδονα.|| (κ. ως επίθ.) ~α: φυτά. [< γαλλ. monocotylédones] | |
| 31917 | μονοκούκι | μο-νο-κού-κι επίρρ. (οικ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ψηφίζω κάποιον/κάτι μονοκούκι: δίνω την ψήφο μου αποκλειστικά σε ορισμένο υποψήφιο ή κόμμα. | |
| 31918 | μονοκρατία | μο-νο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): μονοκρατορία. [< μεσν. μονοκρατία, αγγλ. monocracy, γαλλ. monocratie, 1963] | |
| 31919 | μονοκράτορας | μο-νο-κρά-το-ρας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που εξουσιάζει μόνο του και συνήθ. απολυταρχικά μια χώρα. Βλ. αυτο-, παντο-κράτορας.|| (μτφ.) Αναδείχτηκε ~ στον χώρο του. ΣΥΝ. δυνάστης (2), μονάρχης, τύραννος (3) [< μτγν. μονοκράτωρ] | |
| 31920 | μονοκρατορία | μο-νο-κρα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.): ολοκληρωτική εξουσία που ασκείται από ένα μόνο πρόσωπο, έναν φορέα και γενικότ. απόλυτη κυριαρχία σε έναν τομέα: ~ του κόµµατος/της παγκόσμιας υπερδύναμης. ΣΥΝ. μονοκρατία [< μεσν. μονοκρατορία] | |
| 31921 | μονοκύτταρος | , η, ο μο-νο-κύτ-τα-ρος επίθ. & μονοκυτταρικός, ή, ό: ΒΙΟΛ. που σχηματίζεται από ένα μόνο κύτταρο: ~η: δομή. ~οι: οργανισμοί (βλ. βακτήριο, πρώτιστα, πρωτόφυτα). ~α: άλγη. ΑΝΤ. πολυκύτταρος ● Ουσ.: μονοκύτταρα (τα): ΒΙΟΛ. μεγάλα μονοπύρηνα, φαγοκυτταρικά λευκοκύτταρα που σχηματίζονται στον μυελό των οστών και μεταφέρονται μέσω του αίματος στους ιστούς, όπου και υφίστανται διαφοροποίηση σε μακροφάγα. [< αγγλ. monocytes, περ. 1913, γαλλ. ~, 1931] [< γαλλ. unicellulaire, monocellulaire] | |
| 31922 | μονολεκτικός | , ή, ό μο-νο-λε-κτι-κός επίθ.: που αποτελείται από ή διατυπώνεται με μία μόνο λέξη ή με συντομία: ~ός: όρος/τίτλος/τύπος. ~ή: αναφορά/απάντηση/ονομασία/περιγραφή. ~ό: σύνθημα/σχόλιο. ΑΝΤ. αναλυτικός (1), περιφραστικός, πολυλεκτικός ● επίρρ.: μονολεκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μονολεκτικοί χρόνοι: ΓΡΑΜΜ. που σχηματίζονται με μία μόνο λέξη: Στη νεοελληνική ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο αόριστος είναι ~ ~, π.χ. τρέχω-έτρεχα-έτρεξα. ΑΝΤ. περιφραστικοί χρόνοι [< γαλλ. d΄un mot] | |
| 31923 | μονόλεπτος | , η/ος, ο μο-νό-λε-πτος επίθ. 1. που έχει διάρκεια ενός λεπτού της ώρας: ~ο: βίντεο/διάλειμμα. Βλ. -λεπτος. 2. που αξίζει ένα λεπτό της συνολικής αξίας ενός νομίσματος: ~ο: κέρμα. ● Ουσ.: μονόλεπτο (το) 1. εκπομπή, κυρ. δελτίο ειδήσεων ή καιρού, που έχει διάρκεια μετάδοσης ενός λεπτού. 2. νόμισμα (κέρμα) που έχει αξία ενός λεπτού του ευρώ. Βλ. δί-, πεντά-λεπτο. ● ΦΡ.: ενός λεπτού σιγή βλ. λεπτό | |
| 31924 | μονολιθικός | , ή, ό μο-νο-λι-θι-κός επίθ. 1. (μτφ.) απόλυτος, άκαμπτος, δογματικός: ~ή: αντίληψη/σκέψη/στάση. ~ό: καθεστώς/κόμμα/σύστημα/φαινόμενο. Πβ. μονοκόμματος, παρωπιδικός. 2. ΑΡΧΙΤ. που αποτελείται ή έχει κατασκευαστεί από έναν μονόλιθο ή περισσότερους: ~ός: κίονας. ~ή: πλάκα/στέγη. ~ό: μνημείο. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ενιαίος, συμπαγής, χωρίς κενά και αρμούς σύνδεσης στην επιφάνεια ή/και τον όγκο του: ~ός: αντιδραστήρας/ενισχυτής. ~ό: γυαλί. ● επίρρ.: μονολιθικά [< γαλλ. monolithique, αγγλ. monolithic] | |
| 31925 | μονολιθικότητα | μο-νο-λι-θι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (μτφ.-λόγ.): η ιδιότητα του μονολιθικού. Πβ. απολυτότητα, δογματισμός. Βλ. -ότητα. | |
| 31926 | μονόλιθος | μο-νό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου}: μονοκόμματη πέτρα μεγάλων διαστάσεων. Βλ. μεγά-, ογκό-λιθος, μενίρ, οβελίσκος. [< αρχ. μονόλιθος, γαλλ. monolithe, αγγλ. monolith] | |
| 31927 | μονολογικός | , ή, ό μο-νο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μονόλογο: ~ή: αφήγηση/διδασκαλία. ~ό: έργο. | |
| 31928 | μονόλογος | μο-νό-λο-γος ουσ. (αρσ.) 1. συνεχής ομιλία προσώπου χωρίς διακοπή από τους συνομιλητές του ή προς τον εαυτό του χωρίς αποδέκτη: μακρύς ~. Παράλληλοι ~οι. Η διδασκαλία/το μάθημα δεν πρέπει να περιορίζεται στον ~ο του διδάσκοντος. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. διάλογος.|| (μτφ., για υπεροχή σε αναμέτρηση) Ο αγώνας εξελίχθηκε σε επιθετικό ~ο της ομάδας (: βρισκόταν συνεχώς στην επίθεση). 2. ΘΕΑΤΡ. θεατρικό έργο ή τμήμα του όπου μιλά μόνο ένας χαρακτήρας: δραματικός/επιθεωρησιακός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εσωτερικός μονόλογος: ΛΟΓΟΤ. εκτενής συνήθ. και χωρίς διακοπές μονόλογος ήρωα, κατά τον οποίο εκθέτει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του· η αντίστοιχη αφηγηματική τεχνική και κυρ. είδος της αφηγηματικής πεζογραφίας. Βλ. μυθιστόρημα. [< γαλλ. monologue intérieur] [< γαλλ.-αγγλ. monologue, γερμ. Monolog] | |
| 31929 | μονολογώ | [μονολογῶ] μο-νο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {μονολογ-είς ... | μονολόγ-ησε, -ήσει, -ώντας}: μιλώ μόνος μου στον εαυτό μου ή σαν να μην υπάρχει αποδέκτης. Βλ. -λογώ. ΑΝΤ. διαλέγομαι [< μεσν. μονολογώ, γερμ. monologisieren, γαλλ. monologuer, αγγλ. monologize] | |
| 31930 | μονομανής | , ής, ές μο-νο-μα-νής επίθ./ουσ.: που διακρίνεται από μονομανία: ~ής: χαρακτήρας. ~ής: επιδίωξη/προσήλωση/συμπεριφορά. Βλ. -μανής. ● επίρρ.: μονομανώς [-ῶς] [< γαλλ. monomane, αγγλ. monomaniac] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ