Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32600-32620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31931μονομανίαμο-νο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) έντονη προσκόλληση, αποκλειστική ενασχόληση με κάτι: Έχει ~ με τη μουσική. 2. ΨΥΧΟΛ. ψυχαναγκαστική τάση, έμμονη ιδέα ή ιδεολογία. Πβ. ιδεοληψία. Βλ. -μανία. [< γαλλ. monomanie, αγγλ. monomania]
31932μονομαχίαμο-νο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) έντονη σύγκρουση μεταξύ δύο πλευρών: κρίσιμη/λεκτική/προσωπική/τηλεοπτική ~. ~ για την εξουσία/την πρωτιά/το χρυσό. ~ γιγάντων ο αγώνας των δύο ομάδων. Σε σκληρή ~ σκάφος με σκάφος εξελίχθηκε η ιστιοδρομία. ΣΥΝ. αναμέτρηση 2. μάχη ανάμεσα σε δύο αντιπάλους: (παλαιότ.) ~ με όπλα/σπαθιά/μέχρι θανάτου. ~ σώμα με σώμα. Τον (προ)κάλεσε σε ~.|| Αθλήματα ~ας (: καράτε, πάλη, πυγμαχία, ταεκβοντό, τζούντο). Ξίφος ~ας. Βλ. -μαχία. [< αρχ. μονομαχία, γαλλ. duel]
31933μονομάχοςμο-νο-μά-χος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που μάχεται μόνο του εναντίον άλλου ή γενικότ. συμμετέχει σε μονομαχία: (μτφ.) ~οι του δικομματισμού/τίτλου.|| (ΙΣΤ.) Ρωμαίος ~ σε αρένα (: που αγωνιζόταν συνήθ. μέχρι θανάτου). Αγώνες ~ων. Βλ. -μάχος. [< αρχ. μονομάχος, γαλλ. duelliste]
31934μονομαχώ[μονομαχῶ] μο-νο-μα-χώ ρ. (αμτβ.) {μονομαχ-εί ... | μονομάχ-ησε, -ήσει, -ώντας}: μάχομαι μόνος εναντίον άλλου, παίρνω μέρος σε μονομαχία: (παλαιότ.) ~ούσαν μέχρι θανάτου/τελικής πτώσης. (μτφ.) Οι δυο ομάδες θα ~ήσουν (= θα αναμετρηθούν) για την πρόκριση στον τελικό. Βλ. -μαχώ. [< αρχ. μονομαχῶ]
31935μονομελής, ής, ές μο-νο-με-λής επίθ. 1. που αποτελείται από ένα μόνο μέλος: ~ής: επιτροπή. ~ές: δικαστήριο/νοικοκυριό/όργανο διοίκησης/πλημμελειοδικείο/πρωτοδικείο. Βλ. -μελής. ΑΝΤ. πολυμελής 2. (επιστ.) που σχετίζεται με ένα μόνο στοιχείο, μία μεταβλητή: (ΜΑΘ.) ~ής: πράξη. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ής: τελεστής. Πβ. μοναδιαίος. [< 1: αρχ. μονομελής 2: αγγλ. unary, 1923]
31936μονομέρειαμο-νο-μέ-ρει-α ουσ. (θηλ.): μονόπλευρη στάση, θεώρηση: πνευματική ~. ~ απόψεων. [< μτγν. μονομέρεια]
31937μονομερής, ής, ές μο-νο-με-ρής επίθ.: μονόπλευρος: ~ής: προσανατολισμός. ~ής: ανάπτυξη/απόφαση/αποχώρηση/αύξηση/δέσμευση/δήλωση/διακοπή/δικαιοπραξία/επέμβαση/καταγγελία/λύση/πράξη/τροποποίηση. ~ές: δικαίωμα/ενδιαφέρον/σχέδιο. ~είς: αλλαγές/κινήσεις. Πβ. μονοδιάστατος. Βλ. αμοιβαίος, ολο-, πολυ-μερής.|| ~ής: άποψη/πληροφόρηση. ~είς: θέσεις. Πβ. μεροληπτικός. ● Ουσ.: μονομερές (το): ΧΗΜ. μικρό μόριο χημικής ένωσης που μπορεί να υφίσταται πολυμερισμό: ~ του DNA/του RNA. Βλ. πολυμερές. [< αγγλ. monomer, 1914, γαλλ. monomère, 1934] ● επίρρ.: μονομερώς [-ῶς] [< μτγν. μονομερής, γαλλ. unilatéral]
31938μονομετοχικός, ή, ό μο-νο-με-το-χι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που έχει έναν μόνο μέτοχο: ~ός: οργανισμός. ~ή: εταιρεία. ΑΝΤ. πολυμετοχικός
31939μονομιάςμο-νο-μιάς επίρρ. (οικ.) ΣΥΝ. μεμιάς 1. αμέσως, γρήγορα: Εξαφανίστηκε ~. Η φωτιά κατέστρεψε ~ τα πάντα. Ήπιε ~ ένα μπουκάλι νερό (: μονοκοπανιά, μονορούφι). ΣΥΝ. διαμιάς 2. απρόσμενα, ξαφνικά: Στο άκουσμα του θορύβου πετάχτηκε ~ από το κρεβάτι. [< φρ. μόνο μιας]
31940μονόμπανταβλ. μονόπαντα
31941μονομπλόκμο-νο-μπλόκ επίθ. {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. που αποτελείται από ένα μόνο κομμάτι: ~ αεροσυμπιεστής/κατασκευή/κινητήρας/σασί. Πβ. μονοκόμματος. [< γαλλ. monobloc, 1906, αγγλ.~]
31942μονοξείδιομο-νο-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.) & μονοξίδιο: ΧΗΜ. οξείδιο με ένα μόνο άτομο οξυγόνου στο μόριό του: ~ του θείου/μολύβδου/νικελίου/σιδήρου. Βλ. διοξείδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: μονοξείδιο του αζώτου βλ. άζωτο, μονοξείδιο του άνθρακα βλ. άνθρακας [< γερμ. Monoxid, αγγλ. monoxide, γαλλ. monoxyde , περ. 1950]
31943μονόξυλομο-νό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μακρόστενη βάρκα φτιαγμένη από κορμό δέντρου με θέση για κωπηλάτη. Πβ. κανό, πιρόγα. Βλ. σχεδία. [< αρχ. μονόξυλα, τά]
31944μονόοικος, η, ο βλ. μόνοικος
31945μονόπανταμο-νό-πα-ντα επίρρ. & μονόμπαντα (λαϊκό): από τη μία μόνο πλευρά: Το καράβι γέρνει ~.
31946μονοπάτιμο-νο-πά-τι ουσ. (ουδ.) {μονοπατ-ιού} 1. μικρός και στενός δρόμος, συνήθ. στην ύπαιθρο, που έχει σχηματιστεί από τη συχνή διάβαση ανθρώπων και ζώων: άγνωστο/δύσβατο/επικίνδυνο/κακοτράχαλο/κρυφό/λιθόστρωτο/μυστικό/οικολογικό/ορειβατικό/ορεινό/περιπατητικό/σηματοδοτημένο/στενό/τουριστικό/φυσικό/χωμάτινο ~. Ακολουθώ/ανεβαίνω/ανηφορίζω/κατεβαίνω/κατηφορίζω/παίρνω ένα ~. Το ~ έκλεισε. Ευρωπαϊκό ~ μεγάλων διαδρομών. Βαθμός δυσκολίας ~ιού. ~ια του βουνού/του δάσους. Πβ. δρομάκι. 2. (μτφ.) πράξη ή τρόπος ζωής που οδηγεί σε ορισμένο αποτέλεσμα: το ~ της αρετής/επιτυχίας/ευτυχίας/ζωής. Περιπλανιέμαι/χάνομαι στα ~ια του διαδικτύου/της μνήμης/της φαντασίας. Βαδίζεις σε επικίνδυνα/ολισθηρά ~ια. 3. ΠΛΗΡΟΦ. διαδρομή που ακολουθείται για την εκτέλεση συγκεκριμένης λειτουργίας: ~ αποθήκευσης/δεδομένων/δικτύου/εκτέλεσης. ● Υποκ.: μονοπατάκι (το) ● ΦΡ.: το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι βλ. παλικάρι [< 1,2: μεσν. μονοπάτι 3: αγγλ. path]
31947μονόπετος, η, ο μο-νό-πε-τος επίθ.: (για ρούχο) που έχει ενιαίο, μονό πέτο που δεν σταυρώνει: ~ο: σακάκι. Βλ. σταυρωτός.
31948μονόπετρομο-νό-πε-τρο ουσ. (ουδ.): δαχτυλίδι με μία πολύτιμη πέτρα, συνήθ. διαμάντι. [< μεσν. μονόπετρον]
31949μόνοπλαμό-νο-πλα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. ιπποειδή.
31950μονοπλάνο1μο-νο-πλά-νο ουσ. (ουδ.): παλαιού τύπου αεροσκάφος που έχει μόνο ένα πτερύγιο δεξιά και ένα αριστερά της ατράκτου. [< γαλλ. monoplan, 1908, αγγλ. monoplane, 1907]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.