Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [32600-32620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31914μονοκοντυλιάμο-νο-κο-ντυ-λιά ουσ. (θηλ.) & μονοκονδυλιά: γραφή με συνεχή κίνηση του μολυβιού πάνω στο χαρτί. ● ΦΡ.: με μια μονοκοντυλιά (μτφ.): γρήγορα και χωρίς περίσκεψη ή προεργασία: ~ ~ και ελαφρά τη καρδία διέγραψε/έσβησε την απόφαση του Γενικού Διευθυντή. Τον καταδίκασαν ανεύθυνα, ~ ~.
31915μονοκοπανιάμο-νο-κο-πα-νιά επίρρ. (οικ.) & (λαϊκό) μονοκαπανιάς : μεμιάς, αμέσως: Κατέβασε την μπίρα ~ (: μονορούφι). Διάβασα το κείμενο ~. ΣΥΝ. μια/μία κι έξω, μονομιάς (1)
31916μονοκοτυλήδοναμο-νο-κο-τυ-λή-δο-να ουσ. (ουδ.) & μονοκότυλα (τα): ΒΟΤ. αγγειόσπερμα φυτά των οποίων το σπέρμα έχει μία μόνο κοτυληδόνα: Τα αγρωστώδη είναι ~. Βλ. δικοτυλήδονα.|| (κ. ως επίθ.) ~α: φυτά. [< γαλλ. monocotylédones]
31917μονοκούκιμο-νο-κού-κι επίρρ. (οικ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ψηφίζω κάποιον/κάτι μονοκούκι: δίνω την ψήφο μου αποκλειστικά σε ορισμένο υποψήφιο ή κόμμα.
31918μονοκρατίαμο-νο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): μονοκρατορία. [< μεσν. μονοκρατία, αγγλ. monocracy, γαλλ. monocratie, 1963]
31919μονοκράτοραςμο-νο-κρά-το-ρας ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που εξουσιάζει μόνο του και συνήθ. απολυταρχικά μια χώρα. Βλ. αυτο-, παντο-κράτορας.|| (μτφ.) Αναδείχτηκε ~ στον χώρο του. ΣΥΝ. δυνάστης (2), μονάρχης, τύραννος (3) [< μτγν. μονοκράτωρ]
31920μονοκρατορίαμο-νο-κρα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.): ολοκληρωτική εξουσία που ασκείται από ένα μόνο πρόσωπο, έναν φορέα και γενικότ. απόλυτη κυριαρχία σε έναν τομέα: ~ του κόµµατος/της παγκόσμιας υπερδύναμης. ΣΥΝ. μονοκρατία [< μεσν. μονοκρατορία]
31921μονοκύτταρος, η, ο μο-νο-κύτ-τα-ρος επίθ. & μονοκυτταρικός, ή, ό: ΒΙΟΛ. που σχηματίζεται από ένα μόνο κύτταρο: ~η: δομή. ~οι: οργανισμοί (βλ. βακτήριο, πρώτιστα, πρωτόφυτα). ~α: άλγη. ΑΝΤ. πολυκύτταρος ● Ουσ.: μονοκύτταρα (τα): ΒΙΟΛ. μεγάλα μονοπύρηνα, φαγοκυτταρικά λευκοκύτταρα που σχηματίζονται στον μυελό των οστών και μεταφέρονται μέσω του αίματος στους ιστούς, όπου και υφίστανται διαφοροποίηση σε μακροφάγα. [< αγγλ. monocytes, περ. 1913, γαλλ. ~, 1931] [< γαλλ. unicellulaire, monocellulaire]
31922μονολεκτικός, ή, ό μο-νο-λε-κτι-κός επίθ.: που αποτελείται από ή διατυπώνεται με μία μόνο λέξη ή με συντομία: ~ός: όρος/τίτλος/τύπος. ~ή: αναφορά/απάντηση/ονομασία/περιγραφή. ~ό: σύνθημα/σχόλιο. ΑΝΤ. αναλυτικός (1), περιφραστικός, πολυλεκτικός ● επίρρ.: μονολεκτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μονολεκτικοί χρόνοι: ΓΡΑΜΜ. που σχηματίζονται με μία μόνο λέξη: Στη νεοελληνική ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο αόριστος είναι ~ ~, π.χ. τρέχω-έτρεχα-έτρεξα. ΑΝΤ. περιφραστικοί χρόνοι [< γαλλ. d΄un mot]
31923μονόλεπτος, η/ος, ο μο-νό-λε-πτος επίθ. 1. που έχει διάρκεια ενός λεπτού της ώρας: ~ο: βίντεο/διάλειμμα. Βλ. -λεπτος. 2. που αξίζει ένα λεπτό της συνολικής αξίας ενός νομίσματος: ~ο: κέρμα. ● Ουσ.: μονόλεπτο (το) 1. εκπομπή, κυρ. δελτίο ειδήσεων ή καιρού, που έχει διάρκεια μετάδοσης ενός λεπτού. 2. νόμισμα (κέρμα) που έχει αξία ενός λεπτού του ευρώ. Βλ. δί-, πεντά-λεπτο. ● ΦΡ.: ενός λεπτού σιγή βλ. λεπτό
31924μονολιθικός, ή, ό μο-νο-λι-θι-κός επίθ. 1. (μτφ.) απόλυτος, άκαμπτος, δογματικός: ~ή: αντίληψη/σκέψη/στάση. ~ό: καθεστώς/κόμμα/σύστημα/φαινόμενο. Πβ. μονοκόμματος, παρωπιδικός. 2. ΑΡΧΙΤ. που αποτελείται ή έχει κατασκευαστεί από έναν μονόλιθο ή περισσότερους: ~ός: κίονας. ~ή: πλάκα/στέγη. ~ό: μνημείο. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ενιαίος, συμπαγής, χωρίς κενά και αρμούς σύνδεσης στην επιφάνεια ή/και τον όγκο του: ~ός: αντιδραστήρας/ενισχυτής. ~ό: γυαλί. ● επίρρ.: μονολιθικά [< γαλλ. monolithique, αγγλ. monolithic]
31925μονολιθικότηταμο-νο-λι-θι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (μτφ.-λόγ.): η ιδιότητα του μονολιθικού. Πβ. απολυτότητα, δογματισμός. Βλ. -ότητα.
31926μονόλιθοςμο-νό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου}: μονοκόμματη πέτρα μεγάλων διαστάσεων. Βλ. μεγά-, ογκό-λιθος, μενίρ, οβελίσκος. [< αρχ. μονόλιθος, γαλλ. monolithe, αγγλ. monolith]
31927μονολογικός, ή, ό μο-νο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον μονόλογο: ~ή: αφήγηση/διδασκαλία. ~ό: έργο.
31928μονόλογοςμο-νό-λο-γος ουσ. (αρσ.) 1. συνεχής ομιλία προσώπου χωρίς διακοπή από τους συνομιλητές του ή προς τον εαυτό του χωρίς αποδέκτη: μακρύς ~. Παράλληλοι ~οι. Η διδασκαλία/το μάθημα δεν πρέπει να περιορίζεται στον ~ο του διδάσκοντος. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. διάλογος.|| (μτφ., για υπεροχή σε αναμέτρηση) Ο αγώνας εξελίχθηκε σε επιθετικό ~ο της ομάδας (: βρισκόταν συνεχώς στην επίθεση). 2. ΘΕΑΤΡ. θεατρικό έργο ή τμήμα του όπου μιλά μόνο ένας χαρακτήρας: δραματικός/επιθεωρησιακός ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εσωτερικός μονόλογος: ΛΟΓΟΤ. εκτενής συνήθ. και χωρίς διακοπές μονόλογος ήρωα, κατά τον οποίο εκθέτει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του· η αντίστοιχη αφηγηματική τεχνική και κυρ. είδος της αφηγηματικής πεζογραφίας. Βλ. μυθιστόρημα. [< γαλλ. monologue intérieur] [< γαλλ.-αγγλ. monologue, γερμ. Monolog]
31929μονολογώ[μονολογῶ] μο-νο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {μονολογ-είς ... | μονολόγ-ησε, -ήσει, -ώντας}: μιλώ μόνος μου στον εαυτό μου ή σαν να μην υπάρχει αποδέκτης. Βλ. -λογώ. ΑΝΤ. διαλέγομαι [< μεσν. μονολογώ, γερμ. monologisieren, γαλλ. monologuer, αγγλ. monologize]
31930μονομανής, ής, ές μο-νο-μα-νής επίθ./ουσ.: που διακρίνεται από μονομανία: ~ής: χαρακτήρας. ~ής: επιδίωξη/προσήλωση/συμπεριφορά. Βλ. -μανής. ● επίρρ.: μονομανώς [-ῶς] [< γαλλ. monomane, αγγλ. monomaniac]
31931μονομανίαμο-νο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) έντονη προσκόλληση, αποκλειστική ενασχόληση με κάτι: Έχει ~ με τη μουσική. 2. ΨΥΧΟΛ. ψυχαναγκαστική τάση, έμμονη ιδέα ή ιδεολογία. Πβ. ιδεοληψία. Βλ. -μανία. [< γαλλ. monomanie, αγγλ. monomania]
31932μονομαχίαμο-νο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) έντονη σύγκρουση μεταξύ δύο πλευρών: κρίσιμη/λεκτική/προσωπική/τηλεοπτική ~. ~ για την εξουσία/την πρωτιά/το χρυσό. ~ γιγάντων ο αγώνας των δύο ομάδων. Σε σκληρή ~ σκάφος με σκάφος εξελίχθηκε η ιστιοδρομία. ΣΥΝ. αναμέτρηση 2. μάχη ανάμεσα σε δύο αντιπάλους: (παλαιότ.) ~ με όπλα/σπαθιά/μέχρι θανάτου. ~ σώμα με σώμα. Τον (προ)κάλεσε σε ~.|| Αθλήματα ~ας (: καράτε, πάλη, πυγμαχία, ταεκβοντό, τζούντο). Ξίφος ~ας. Βλ. -μαχία. [< αρχ. μονομαχία, γαλλ. duel]
31933μονομάχοςμο-νο-μά-χος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που μάχεται μόνο του εναντίον άλλου ή γενικότ. συμμετέχει σε μονομαχία: (μτφ.) ~οι του δικομματισμού/τίτλου.|| (ΙΣΤ.) Ρωμαίος ~ σε αρένα (: που αγωνιζόταν συνήθ. μέχρι θανάτου). Αγώνες ~ων. Βλ. -μάχος. [< αρχ. μονομάχος, γαλλ. duelliste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.