| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31951 | μονοπλάνο2 | μο-νο-πλά-νο ουσ. (ουδ.) & μονόπλανο: ΚΙΝΗΜ. κινηματογράφηση με ένα μόνο πλάνο, χωρίς διακοπή: πεντάλεπτο ~. Σκηνή γυρισμένη σε ~. | |
| 31952 | μονόπλευρος | , η, ο μο-νό-πλευ-ρος επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που αφορά ή εκφράζει μόνο μία πλευρά των πραγμάτων: ~ος: προσανατολισμός. ~η: ανάπτυξη/αντιμετώπιση/δράση/ενέργεια/ενημέρωση/προσπάθεια. ~ο: ενδιαφέρον. ΑΝΤ. ολό-, πολύ-πλευρος.|| ~ος: διάλογος. ~η: άποψη/ερμηνεία/κριτική/πληροφόρηση/πολιτική. Πβ. μεροληπτικός. Βλ. -πλευρος. ΣΥΝ. μονοδιάστατος (1), μονομερής ● επίρρ.: μονόπλευρα [< πβ. μτγν. μονόπλευρος ‘(για φάλαγγα) που έχει ένα μόνο μέτωπο’, γαλλ. unilatéral] | |
| 31953 | μονοπληγία | μο-νο-πλη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή του κινητικού συστήματος κατά την οποία παραλύει μόνο ένα μέλος του σώματος, κυρ. ένα από τα κάτω άκρα. Βλ. ημι-, τετρα-πληγία. [< γαλλ. monoplégie, αγγλ. monoplegia] | |
| 31954 | μονοπόδαρος | , η, ο μο-νο-πό-δα-ρος επίθ. (προφ.): που έχει ένα μόνο πόδι. Βλ. κουτσός. [< μεσν. μονοπόδαρος] | |
| 31955 | μονόποδο | μο-νό-πο-δο ουσ. (ουδ.): στήριγμα για φωτογραφική μηχανή με ένα πόδι. Βλ. τρίποδο. | |
| 31956 | μονόπολη | μο-νό-πο-λη ουσ. (θηλ.): επιτραπέζιο παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες χρησιμοποιούν εικονικά χρήματα για την αγοραπωλησία ακινήτων που εικονίζονται σε ταμπλό, με τελικό στόχο την απόκτηση του μονοπωλίου όλης της ακίνητης περιουσίας. [< αμερικ. Monopoly, 1935] | |
| 31957 | μονοπολικός | , ή, ό μο-νο-πο-λι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. που έχει έναν πόλο, λειτουργεί με αυτόν ή παράγεται από αυτόν: ~ός: διακόπτης. ~ή: διάταξη/κεραία. ~ό: καλώδιο.|| ~ή: τάση. Βλ. δι-, πολυ-πολικός. 2. (μτφ.-λόγ.) μονοδιάστατος, μονόπλευρος: ~ός: κόσμος. ~ή: τάξη πραγμάτων. ~ό: μοντέλο/σύστημα. ● επίρρ.: μονοπολικά ● ΣΥΜΠΛ.: μονοπολική διαταραχή/κατάθλιψη: ΨΥΧΟΛ. ψυχική νόσος που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες καταθλιπτικές φάσεις. Βλ. διπολική διαταραχή. [< γαλλ. unipolaire, αγγλ. unipolar] | |
| 31958 | μονοπολιτισμικός | , ή, ό μο-νο-πο-λι-τι-σμι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ύπαρξη ενός μόνο πολιτισμού ή χαρακτηρίζεται από αυτή: ~ή: εκπαίδευση/κοινωνία. ~ό: μοντέλο/σχολείο. ~ό και διαπολιτισμικό αναλυτικό πρόγραμμα. ΑΝΤ. πολυπολιτισμικός ● επίρρ.: μονοπολιτισμικά | |
| 31959 | μονοπολιτισμικότητα | μο-νο-πο-λι-τι-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ύπαρξη ή αποδοχή ενός μόνο πολιτισμού: εθνοκεντρισμός/μονογλωσσία και ~. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. πολυπολιτισμικότητα | |
| 31960 | μονόπολο | μο-νό-πο-λο ουσ. (ουδ.) : ΤΗΛΕΠ. κεραία από ηλεκτρικά φορτισμένη αγώγιμη ράβδο με μια ηλεκτρική σύνδεση στο ένα άκρο. Βλ. δί-, τετρά-πολο. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητικό μονόπολο: ΦΥΣ. υποθετικό σωματίδιο με έναν μαγνητικό πόλο (βόρειο χωρίς νότιο ή αντίστροφα). [< γαλλ. monopôle magnétique] [< αγγλ. monopole, 1937] | |
| 31961 | μονόπρακτος | , η, ο μο-νό-πρα-κτος επίθ.: που έχει ή εκτυλίσσεται σε μόνο μία πράξη: ~ος: μονόλογος. ~η: κωμωδία/όπερα. ~ο: δράμα/μπαλέτο. Βλ. δί-, τρί-, τετρά-, πολύ-πρακτος.|| (ως ουσ.) Θεατρικό ~ο. [< γαλλ. en un acte, γερμ. Einakter] | |
| 31962 | μονοπρόσωπος | , η, ο μο-νο-πρό-σω-πος επίθ.: που γίνεται, αποτελείται από ή σχετίζεται με ένα μόνο πρόσωπο: ~η: ΕΠΕ. ~α: όργανα. Βλ. -πρόσωπος | |
| 31963 | μονόπτερος | , η, ο μο-νό-πτε-ρος επίθ. 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (για ναό) που περιβάλλεται από μία σειρά κιόνων. Βλ. δίπτερος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που έχει ένα μόνο πτερύγιο: ~η: ανεμογεννήτρια/μηχανή. [< 1: μτγν. μονόπτερος, αγγλ. monopteros, γαλλ. monoptère] | |
| 31964 | μονόπτωτος | , η, ο μο-νό-πτω-τος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για μτβ. ρ.) που η σημασία του συμπληρώνεται με ένα αντικείμενο σε μία από τις τρεις πλάγιες πτώσεις. Βλ. δίπτωτος, -πτωτος. [< μτγν. μονόπτωτος] | |
| 31965 | μονοπύθμενος | , η, ο μο-νο-πύθ-με-νος επίθ.: ΝΑΥΤ. που έχει έναν μόνο πυθμένα: ~ο: τάνκερ. ~α: δεξαμενόπλοια. Βλ. διπύθμενος. ● Ουσ.: μονοπύθμενα (τα): πετρελαιοφόρα με μονό κύτος. [< μεσν. μονοπύθμενος, αγγλ. single-bottom] | |
| 31966 | μονοπύρηνος | , η, ο μο-νο-πύ-ρη-νος επίθ. (επιστ.): που έχει έναν μόνο πυρήνα: (ΒΙΟΛ.) ~α: κύτταρα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: επεξεργαστής. Βλ. δι-, πολυ-πύρηνος. [< αγγλ. mononuclear, γαλλ. mononucléaire, αγγλ. single-core] | |
| 31967 | μονοπυρήνωση | μο-νο-πυ-ρή-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική αύξηση των μονοπύρηνων λευκοκυττάρων (μονοκυττάρων) στο αίμα. Βλ. λευκοκυττάρωση. ● ΣΥΜΠΛ.: λοιμώδης μονοπυρήνωση : ΙΑΤΡ. ασθένεια που επηρεάζει κυρίως νέους ενήλικες και με συνήθη συμπτώματα: πυρετό, διόγκωση λεμφαδένων και σπλήνας, πονόλαιμο, μείωση όρεξης και ενέργειας και αύξηση των μονοπύρηνων στο αίμα. ΣΥΝ. ασθένεια του φιλιού [< γαλλ. mononucléose infectieuse, αγγλ. infectious mononucleosis, 1915] [< γαλλ. mononucléose, 1901, mononucleosis, 1907 < mononucle(ar) + -osis] | |
| 31968 | μονοπώληση | μο-νο-πώ-λη-ση ουσ. (θηλ.) 1. πώληση ενός προϊόντος από έναν μόνο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα, με αποτέλεσμα την απουσία ανταγωνισμού στις τιμές: ~ της παραγωγής. ~ της αγοράς από τις πολυεθνικές. 2. (μτφ.) αποκλειστική διαχείριση ή έλεγχος: ~ του ενδιαφέροντος/της εξουσίας. [< γαλλ. monopolisation, αγγλ. monopolization] | |
| 31969 | μονοπωλιακός | , ή, ό μο-νο-πω-λι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που έχει σχέση με το μονοπώλιο: ~ός: έλεγχος/οργανισμός/προμηθευτής/φορέας. ~ή: επιχείρηση/θέση/πολιτική/συμπεριφορά/τακτική. ~ό: δικαίωμα/καθεστώς/κεφάλαιο/προϊόν/σύστημα. ~ές: τιμές. Βλ. αντι~. ● επίρρ.: μονοπωλιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μονοπωλιακός ανταγωνισμός βλ. ανταγωνισμός, μονοπωλιακός καπιταλισμός βλ. καπιταλισμός [< γαλλ. monopolisant, monopolistique, 1949, αγγλ. monopolistic] | |
| 31970 | μονοπώλιο | μο-νο-πώ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {μονοπωλί-ου} 1. ΟΙΚΟΝ. αποκλειστική παραγωγή ή/και διάθεση στο εμπόριο ενός αγαθού, προϊόντος ή μιας υπηρεσίας από ένα μόνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο: βιομηχανικό/δημόσιο/εμπορικό/ιδιωτικό/κρατικό/νόμιμο/παγκόσμιο ~. ~ διανομής/παραγωγής (ηλεκτρικού ρεύματος). Έσπασε το ~. Άρση/καθεστώς/κατάργηση ~ου. Ντόπια και ξένα ~α. Έχει το ~ στο πετρέλαιο/των τυχερών παιχνιδιών στη χώρα. Βλ. καρτέλ, ολιγοπώλιο, τραστ. 2. (μτφ.) αποκλειστικό δικαίωμα, απόλυτη κυριαρχία σε κάτι: ~ στην εξουσία. Έχει το ~ του ενδιαφέροντος στην παρέα. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσικό μονοπώλιο βλ. φυσικός [< 1: αρχ. μονοπώλιον, γαλλ. monopole, αγγλ. monopoly] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ