Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [32640-32660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
31954μονοπόδαρος, η, ο μο-νο-πό-δα-ρος επίθ. (προφ.): που έχει ένα μόνο πόδι. Βλ. κουτσός. [< μεσν. μονοπόδαρος]
31955μονόποδομο-νό-πο-δο ουσ. (ουδ.): στήριγμα για φωτογραφική μηχανή με ένα πόδι. Βλ. τρίποδο.
31956μονόπολημο-νό-πο-λη ουσ. (θηλ.): επιτραπέζιο παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες χρησιμοποιούν εικονικά χρήματα για την αγοραπωλησία ακινήτων που εικονίζονται σε ταμπλό, με τελικό στόχο την απόκτηση του μονοπωλίου όλης της ακίνητης περιουσίας. [< αμερικ. Monopoly, 1935]
31957μονοπολικός, ή, ό μο-νο-πο-λι-κός επίθ. 1. ΗΛΕΚΤΡ. που έχει έναν πόλο, λειτουργεί με αυτόν ή παράγεται από αυτόν: ~ός: διακόπτης. ~ή: διάταξη/κεραία. ~ό: καλώδιο.|| ~ή: τάση. Βλ. δι-, πολυ-πολικός. 2. (μτφ.-λόγ.) μονοδιάστατος, μονόπλευρος: ~ός: κόσμος. ~ή: τάξη πραγμάτων. ~ό: μοντέλο/σύστημα. ● επίρρ.: μονοπολικά ● ΣΥΜΠΛ.: μονοπολική διαταραχή/κατάθλιψη: ΨΥΧΟΛ. ψυχική νόσος που χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες καταθλιπτικές φάσεις. Βλ. διπολική διαταραχή. [< γαλλ. unipolaire, αγγλ. unipolar]
31958μονοπολιτισμικός, ή, ό μο-νο-πο-λι-τι-σμι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ύπαρξη ενός μόνο πολιτισμού ή χαρακτηρίζεται από αυτή: ~ή: εκπαίδευση/κοινωνία. ~ό: μοντέλο/σχολείο. ~ό και διαπολιτισμικό αναλυτικό πρόγραμμα. ΑΝΤ. πολυπολιτισμικός ● επίρρ.: μονοπολιτισμικά
31959μονοπολιτισμικότηταμο-νο-πο-λι-τι-σμι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ύπαρξη ή αποδοχή ενός μόνο πολιτισμού: εθνοκεντρισμός/μονογλωσσία και ~. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. πολυπολιτισμικότητα
31960μονόπολομο-νό-πο-λο ουσ. (ουδ.) : ΤΗΛΕΠ. κεραία από ηλεκτρικά φορτισμένη αγώγιμη ράβδο με μια ηλεκτρική σύνδεση στο ένα άκρο. Βλ. δί-, τετρά-πολο. ● ΣΥΜΠΛ.: μαγνητικό μονόπολο: ΦΥΣ. υποθετικό σωματίδιο με έναν μαγνητικό πόλο (βόρειο χωρίς νότιο ή αντίστροφα). [< γαλλ. monopôle magnétique] [< αγγλ. monopole, 1937]
31961μονόπρακτος, η, ο μο-νό-πρα-κτος επίθ.: που έχει ή εκτυλίσσεται σε μόνο μία πράξη: ~ος: μονόλογος. ~η: κωμωδία/όπερα. ~ο: δράμα/μπαλέτο. Βλ. δί-, τρί-, τετρά-, πολύ-πρακτος.|| (ως ουσ.) Θεατρικό ~ο. [< γαλλ. en un acte, γερμ. Einakter]
31962μονοπρόσωπος, η, ο μο-νο-πρό-σω-πος επίθ.: που γίνεται, αποτελείται από ή σχετίζεται με ένα μόνο πρόσωπο: ~η: ΕΠΕ. ~α: όργανα. Βλ. -πρόσωπος
31963μονόπτερος, η, ο μο-νό-πτε-ρος επίθ. 1. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (για ναό) που περιβάλλεται από μία σειρά κιόνων. Βλ. δίπτερος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. που έχει ένα μόνο πτερύγιο: ~η: ανεμογεννήτρια/μηχανή. [< 1: μτγν. μονόπτερος, αγγλ. monopteros, γαλλ. monoptère]
31964μονόπτωτος, η, ο μο-νό-πτω-τος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (για μτβ. ρ.) που η σημασία του συμπληρώνεται με ένα αντικείμενο σε μία από τις τρεις πλάγιες πτώσεις. Βλ. δίπτωτος, -πτωτος. [< μτγν. μονόπτωτος]
31965μονοπύθμενος, η, ο μο-νο-πύθ-με-νος επίθ.: ΝΑΥΤ. που έχει έναν μόνο πυθμένα: ~ο: τάνκερ. ~α: δεξαμενόπλοια. Βλ. διπύθμενος. ● Ουσ.: μονοπύθμενα (τα): πετρελαιοφόρα με μονό κύτος. [< μεσν. μονοπύθμενος, αγγλ. single-bottom]
31966μονοπύρηνος, η, ο μο-νο-πύ-ρη-νος επίθ. (επιστ.): που έχει έναν μόνο πυρήνα: (ΒΙΟΛ.) ~α: κύτταρα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: επεξεργαστής. Βλ. δι-, πολυ-πύρηνος. [< αγγλ. mononuclear, γαλλ. mononucléaire, αγγλ. single-core]
31967μονοπυρήνωσημο-νο-πυ-ρή-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μη φυσιολογική αύξηση των μονοπύρηνων λευκοκυττάρων (μονοκυττάρων) στο αίμα. Βλ. λευκοκυττάρωση. ● ΣΥΜΠΛ.: λοιμώδης μονοπυρήνωση : ΙΑΤΡ. ασθένεια που επηρεάζει κυρίως νέους ενήλικες και με συνήθη συμπτώματα: πυρετό, διόγκωση λεμφαδένων και σπλήνας, πονόλαιμο, μείωση όρεξης και ενέργειας και αύξηση των μονοπύρηνων στο αίμα. ΣΥΝ. ασθένεια του φιλιού [< γαλλ. mononucléose infectieuse, αγγλ. infectious mononucleosis, 1915] [< γαλλ. mononucléose, 1901, mononucleosis, 1907 < mononucle(ar) + -osis]
31968μονοπώλησημο-νο-πώ-λη-ση ουσ. (θηλ.) 1. πώληση ενός προϊόντος από έναν μόνο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα, με αποτέλεσμα την απουσία ανταγωνισμού στις τιμές: ~ της παραγωγής. ~ της αγοράς από τις πολυεθνικές. 2. (μτφ.) αποκλειστική διαχείριση ή έλεγχος: ~ του ενδιαφέροντος/της εξουσίας. [< γαλλ. monopolisation, αγγλ. monopolization]
31969μονοπωλιακός, ή, ό μο-νο-πω-λι-α-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που έχει σχέση με το μονοπώλιο: ~ός: έλεγχος/οργανισμός/προμηθευτής/φορέας. ~ή: επιχείρηση/θέση/πολιτική/συμπεριφορά/τακτική. ~ό: δικαίωμα/καθεστώς/κεφάλαιο/προϊόν/σύστημα. ~ές: τιμές. Βλ. αντι~. ● επίρρ.: μονοπωλιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μονοπωλιακός ανταγωνισμός βλ. ανταγωνισμός, μονοπωλιακός καπιταλισμός βλ. καπιταλισμός [< γαλλ. monopolisant, monopolistique, 1949, αγγλ. monopolistic]
31970μονοπώλιομο-νο-πώ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {μονοπωλί-ου} 1. ΟΙΚΟΝ. αποκλειστική παραγωγή ή/και διάθεση στο εμπόριο ενός αγαθού, προϊόντος ή μιας υπηρεσίας από ένα μόνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο: βιομηχανικό/δημόσιο/εμπορικό/ιδιωτικό/κρατικό/νόμιμο/παγκόσμιο ~. ~ διανομής/παραγωγής (ηλεκτρικού ρεύματος). Έσπασε το ~. Άρση/καθεστώς/κατάργηση ~ου. Ντόπια και ξένα ~α. Έχει το ~ στο πετρέλαιο/των τυχερών παιχνιδιών στη χώρα. Βλ. καρτέλ, ολιγοπώλιο, τραστ. 2. (μτφ.) αποκλειστικό δικαίωμα, απόλυτη κυριαρχία σε κάτι: ~ στην εξουσία. Έχει το ~ του ενδιαφέροντος στην παρέα. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσικό μονοπώλιο βλ. φυσικός [< 1: αρχ. μονοπώλιον, γαλλ. monopole, αγγλ. monopoly]
56847Μονοπωλω

χι-λιά-δα ουσ. (θηλ.): σύνολο χιλίων ομοειδών στοιχείων: (ΜΑΘ.) δεκάδα, εκατοντάδα και ~ (: χίλιες μονάδες). Καμιά ~ άρθρα (: περίπου χίλια). Διαδηλωτές που συνέρρεαν κατά ~ες. Βλ. -άδα.χιλιάδες (οι) 1. ως απόλυτο αριθμητικό: δέκα ~ συγκεντρωμένοι πολίτες. Πέντε ~ τόνοι (τροφίμων). Το έτος δύο ~ είκοσι ... Ποσό διακοσίων ~ων ευρώ.|| (πάρα πολλοί) ~ κόσμου (σπανιότ. κόσμος). Δεκάδες ~ πρόσφυγες. Εκατοντάδες, ή καλύτερα ~ τα θύματα του σεισμού. 2. (μτφ.-εμφατ., συνήθ. για κάτι δυσάρεστο) πάρα πολλοί και διάφοροι: ~ στενοχώριες. Με ταλανίζουν ~ έγνοιες/σκέψεις. Του το έχω πει ~ φορές, αλλά δε λέει να το καταλάβει! Πβ. εκατοντάδες, μυριάδες, χίλιοι (δυο).|| ~ ευχές (: πολλές). ● ΦΡ.: τα μισά της χιλιάδας, πεντακόσια: φράση που απευθύνεται σε κάποιον ο οποίος αφαιρείται ξαφνικά σε μια παρέα. ΣΥΝ. είναι/ζει στον κόσμο του/στον δικό του κόσμο/σε άλλο κόσμο/στην κοσμάρα του [< αρχ. χιλιάς]

31971μονοπωλώ[μονοπωλῶ] μο-νο-πω-λώ ρ. (μτβ.) {μονωπωλ-είς ... | μονοπώλ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, μονοπωλ-ώντας} 1. ΟΙΚΟΝ. ασκώ μονοπώλιο: Η αγορά ~είται από μεγάλες επιχειρηματικές αλυσίδες. 2. (μτφ.) διεκδικώ και αποκτώ την αποκλειστικότητα σε κάτι: ~ησε το ενδιαφέρον/τη συζήτηση. Η εταιρεία ~εί την κορυφή των πωλήσεων. [< μτγν. μονοπωλῶ, γαλλ. monopoliser, αγγλ. monopolize]
31972μονορούφιμο-νο-ρού-φι επίρρ. ΣΥΝ. με μια ρουφηξιά 1. με μια γουλιά: Ήπιε/κατέβασε τον καφέ ~. Πβ. μονο-κοπανιά, -μιάς. 2. (μτφ.) χωρίς διακοπή: Διαβάζει ~ ό,τι βιβλίο πέσει στα χέρια του. Κοιμήθηκε ~. [< πβ. μεσν. μονόρουφα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.