| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31971 | μονοπωλώ | [μονοπωλῶ] μο-νο-πω-λώ ρ. (μτβ.) {μονωπωλ-είς ... | μονοπώλ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, μονοπωλ-ώντας} 1. ΟΙΚΟΝ. ασκώ μονοπώλιο: Η αγορά ~είται από μεγάλες επιχειρηματικές αλυσίδες. 2. (μτφ.) διεκδικώ και αποκτώ την αποκλειστικότητα σε κάτι: ~ησε το ενδιαφέρον/τη συζήτηση. Η εταιρεία ~εί την κορυφή των πωλήσεων. [< μτγν. μονοπωλῶ, γαλλ. monopoliser, αγγλ. monopolize] | |
| 31972 | μονορούφι | μο-νο-ρού-φι επίρρ. ΣΥΝ. με μια ρουφηξιά 1. με μια γουλιά: Ήπιε/κατέβασε τον καφέ ~. Πβ. μονο-κοπανιά, -μιάς. 2. (μτφ.) χωρίς διακοπή: Διαβάζει ~ ό,τι βιβλίο πέσει στα χέρια του. Κοιμήθηκε ~. [< πβ. μεσν. μονόρουφα] | |
| 31973 | μονός | , ή, ό μο-νός επίθ. 1. που αποτελείται από ένα μέρος, στοιχείο: ~ός: δίσκος. ~ή: γραμμή/θήκη/ταρίφα. ~ό: διάστημα. Πβ. απλός. 2. (για αριθμό) που δεν δίνει ακέραιο πηλίκο όταν διαιρεθεί με το δύο: ~ό: ψηφίο. Tο άθροισμα δύο ~ών αριθμών είναι ζυγό. Πβ. περιττός. ΑΝΤ. ζυγός (1) 3. που αναλογεί σε ένα άτομο: ~ό: δωμάτιο (= μονόκλινο)/κρεβάτι/σεντόνι/στρώμα. Βλ. διπλός. ● Ουσ.: μονά (τα) 1. μονοί αριθμοί. 2. αυτοκίνητα με μονό αριθμό κυκλοφορίας στις πινακίδες τους: Σήμερα κυκλοφορούν τα ~. Βλ. ζυγά., μονό (το): ΑΘΛ. αγώνας (κυρ. ποδοσφαίρου ή μπάσκετ) που παίζεται μόνο στη μία πλευρά του γηπέδου. ● ΣΥΜΠΛ.: μονής κατεύθυνσης: με ένα ρεύμα κυκλοφορίας: δρόμος ~ ~ (= μονόδρομος). ΑΝΤ. διπλής κατεύθυνσης/(λόγ.) κατευθύνσεως (1) ● ΦΡ.: μονά-ζυγά (μτφ.): ονομασία παιχνιδιού κατά το οποίο ο παίκτης καλείται να μαντέψει αν τα ομοειδή αντικείμενα που κρύβει ο συμπαίκτης στην παλάμη του είναι μονά ή ζυγά., παίζω μονά-ζυγά (μτφ.): ρισκάρω, διακινδυνεύω: Παίζει την επιχείρησή του ~ ~., τα θέλει όλα δικά του βλ. δικός [< 1,3: αγγλ. single 2: μεσν. μονός] | |
| 31974 | μόνος | , η, ο μό-νος επίθ. 1. {ως αντων.} (συχνά + κτητική αντων. μου/σου/του) που βρίσκεται, υπάρχει, συμβαίνει χωρίς την παρουσία, τη συντροφιά ή τη συμμετοχή άλλων: Αισθάνομαι/δουλεύω/νιώθω/πηγαίνω (κάπου)/ταξιδεύω/τραγουδάω ~. ~ στη ζωή (: χωρίς οικογένεια, συγγενείς ή φίλους)/στο σπίτι. Φοβάμαι να είμαι ~. Βρέθηκε εντελώς ~ σε μια ξένη πόλη. Μένεις ~ ή με συγκάτοικο; Ό,τι έμαθα, το έμαθα ~ μου (πβ. αυτοδίδακτος). Βγάλ' τα πέρα/φτιάξ' το ~ σου. Κουρεύομαι/ράβομαι/χτενίζομαι ~ μου. Μεγάλωσε/σπούδασε ~ του (: χωρίς βοήθεια). Παρακαλώ αφήστε μας ~ους (βλ. κατ' ιδίαν). Είναι ~ με τον διευθυντή μέσα (: χωρίς άλλους παρόντες). Θα έρθεις ~ σου ή με παρέα; ~ μου μιλάω (: δεν με ακούει κανένας); Μιλά ~ του (= παραμιλά). ~ σου μπλέχτηκες σ' αυτήν την υπόθεση. Πβ. μοναχός. Βλ. κατάμονος. 2. μοναδικός, αποκλειστικός: (για πρόσ.) ο ~ διασωθείς/επιζήσας. Είσαι ο ~ που διαμαρτύρεται. Δεν είσαι ο ~ (στον κόσμο) που σκέφτεται έτσι. (εμφατ.) ~ αυτός απ' όλους έμεινε πίσω.|| Ο ~ κανόνας/λόγος/όρος/περιορισμός/σκοπός. Η ~η έγνοια/λέξη/φροντίδα. Μία και ~η φορά. Η ~η μου ευχή είναι να έχω την υγεία μου. Ανεκπλήρωτη παρέμεινε η ~η επιθυμία του. Το ~ο παράπονο που έχω από σένα είναι ... Το ~ο που με ενοχλεί είναι ... Το ~ο στο είδος του με εξαιρετική ποιότητα. Τα ~α καλά στοιχεία ήταν ... ● ΦΡ.: από μόνος μου/σου/του: χωρίς τη μεσολάβηση άλλου: ~ ~ μου αποφασίζω/σκέφτομαι (κάτι). ~ ~η της έπεσε/προσφέρθηκε να μας βοηθήσει.|| Τα στοιχεία μιλούν ~ ~α τους., εγώ τα λέω, εγώ τ' ακούω/μόνος μου τα λέω, μόνος μου τ' ακούω βλ. εγώ, εκεί που και ο βασιλιάς πάει μόνος του βλ. βασιλιάς, έχω μόνο δύο/δυο χέρια! βλ. χέρι, θέλει μια μπάλα μόνος του βλ. μπάλα, μόνος κ(α)ι αβοήθητος βλ. αβοήθητος, μόνος και/κι έρημος βλ. έρημος [< αρχ. μόνος] | |
| 31975 | μονοσακχαρίτης | μο-νο-σακ-χα-ρί-της ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) μονοσάκχαρο (το) : ΒΙΟΧ. απλό σάκχαρο, υδατάνθρακας που δεν μπορεί να διασπαστεί σε απλούστερες ουσίες με υδρόλυση. Βλ. δι-, τρι-, ολιγο-, πολυ-σακχαρίτης, γλυκόζη, φρουκτόζη. [< αγγλ. monosaccharide, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 31976 | μονοσέλιδος | , η, ο βλ. μονο-, -σέλιδος | |
| 31977 | μονοσήμαντος | , η, ο μο-νο-σή-μα-ντος επίθ. 1. ΓΛΩΣΣ. & μονόσημος: που έχει μόνο μία σημασία: ~ος: λόγος/όρος. ~η: απάντηση/έννοια. ~ο: νόημα. ΑΝΤ. αμφίσημος, πολυσήμαντος (2) 2. (μτφ.) που αφορά μία μόνο πλευρά, μονοδιάστατος: ~η: αντιστοιχία/ερμηνεία/προσέγγιση/σχέση. ~ο: αποτέλεσμα. Βλ. πολυδιάστατος. 3. ΜΑΘ. που αναφέρεται σε ένα μόνο στοιχείο: ~ος: κωδικός. ~η: ανάλυση/απεικόνιση/συνάρτηση. Βλ. αμφι~. ● επίρρ.: μονοσήμαντα [< μεσν. μονοσήμαντος, μονόσημος, γαλλ. univoque, αγγλ. monosemantic, 1957, monosemic, 1969] | |
| 31978 | μονοσημία | μο-νο-ση-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. το να έχει ένα λεξικό στοιχείο μία μόνο σημασία: ~ εννοιών/επιστημονικών όρων. Βλ. -σημία. ΑΝΤ. αμφισημία, πολυσημία 2. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) το να έχει κάτι ένα μόνο νόημα: η ~ του έργου. [< αγγλ. monosemy, 1951, γαλλ. monosémie, 1965] | |
| 41632 | μονοσθενής | , ής, ές πο-λυ-σθε-νής επίθ. 1. ΧΗΜ. που έχει περισσότερα από ένα σθένη: ~ής: αλκοόλη/ρίζα. ~ές: στοιχείο. Βλ. -σθενής. ΑΝΤ. μονοσθενής (1) 2. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. που σχετίζεται με την πολυσθένεια: ~ής: κοινωνία. Πβ. πολυδύναμος. [< μτγν. πολυσθενής 'που έχει πολλή δύναμη', 1: γαλλ. polyvalent, 1902, αγγλ. ~] | |
| 31979 | μονοσθενής | , ής, ές μο-νο-σθε-νής επίθ. 1. ΧΗΜ. που έχει σθένος +1 ή -1: ~ής: αιθέρας/υδράργυρος. ~ής: αλκοόλη/ρίζα. ~ές: άτομο/ιόν/στοιχείο/υδρογόνο. Βλ. -σθενής. ΑΝΤ. πολυσθενής (1) 2. ΙΑΤΡ. (για ορό, εμβόλιο) που περιέχει αντισώματα ή αντιγόνα για την καταπολέμηση ενός μόνο μικροοργανισμού. [< γαλλ.-αγγλ. monovalent] | |
| 31980 | μονοσκάνδαλος | , η, ο μο-νο-σκάν-δα-λος επίθ.: (για όπλο) που έχει μία μόνο σκανδάλη: ~α: δίκαννα. Βλ. δισκάνδαλος, μονο-. | |
| 31981 | μονοσταθής | , ής, ές μο-νο-στα-θής επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που έχει μόνο μία σταθερή κατάσταση: ~ής: πολυδονητής/ταλαντωτής. ~ές: κύκλωμα. [< αγγλ. monostable, 1952, γαλλ. ~, 1964] | |
| 31982 | μονοσταυρία | μο-νο-σταυ-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΠΟΛΙΤ. σύστημα εκλογής κατά το οποίο ο ψηφοφόρος μπορεί να σημειώσει στον κατάλογο των υποψηφίων έναν μόνο σταυρό προτίμησης. Βλ. -σταυρία. ΑΝΤ. πολυσταυρία | |
| 31983 | μονόστηλος | , η, ο βλ. μονο-, -στηλος | |
| 31984 | μονόστιχος | , η, ο μο-νό-στι-χος επίθ.: ΛΟΓΟΤ. που έχει μόνο έναν στίχο: ~ο: ποίημα. Βλ. -στιχος. [< μτγν. μονόστιχος] | |
| 31985 | μονοσύλλαβος | , η, ο μο-νο-σύλ-λα-βος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που αποτελείται από μία μόνο συλλαβή: ~η: λέξη/πρόθεση. ~ο: θέμα/όνομα/ρήμα. Βλ. -σύλλαβος. ΑΝΤ. πολυσύλλαβος ● ΦΡ.: απαντά με μονοσύλλαβα (προφ.): δίνει μονολεκτικές απαντήσεις, δείχνει απροθυμία να συζητήσει. [< μτγν. μονοσύλλαβος] | |
| 31986 | μονοσύνολο | μο-νο-σύ-νο-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. σύνολο που αποτελείται από ένα και μόνο στοιχείο και μπορεί να ανήκει σε κάθε μαθηματικό χώρο. [< γαλλ. singleton] | |
| 31987 | μονοσωλήνιος | , α/ος, ο μο-νο-σω-λή-νι-ος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για σύστημα θέρμανσης) που οι κεντρικές του σωληνώσεις συνδέονται με κάθε σώμα μέσω ενός σωλήνα: ~α: εγκατάσταση. Βλ. δισωλήνιος. | |
| 31988 | μονοτάξιος | , α, ο μο-νο-τά-ξι-ος επίθ.: που έχει μόνο μία τάξη ή στο οποίο η φοίτηση διαρκεί έναν μόνο χρόνο: ~ο: διδασκαλείο/(δημοτικό) σχολείο (πβ. μονοθέσιο). Βλ. διτάξιος. | |
| 31989 | μονότερμα | μο-νό-τερ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ποδοσφαιρικό παιχνίδι που παίζεται μπροστά σε ένα μόνο τέρμα. ΑΝΤ. δίτερμα ● ΦΡ.: παίζω κάποιον μονότερμα 1. ΑΘΛ. (για ποδοσφαιρική κυρ. ομάδα) κάνω επίθεση στον αγωνιστικό χώρο και περιορίζω τους αντιπάλους στον χώρο της άμυνας. 2. (μτφ.) υπερέχω και φέρνω σε δύσκολη θέση κάποιον., παίρνω/πιάνω κάποιον μονότερμα: μιλώ ασταμάτητα, χωρίς να αφήνω κάποιον άλλον να εκφραστεί. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ