| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 31990 | μονοτονία | μο-νο-το-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. επανάληψη των ίδιων πραγμάτων, κουραστική ομοιομορφία και κατ' επέκτ. ανία: Το άσπρο σπάει τη ~ του μαύρου. Η ~ της δουλειάς/της ζωής/της καθημερινότητας (πβ. ρουτίνα). Βλ. ποικιλία. 2. ΜΟΥΣ. ύπαρξη ενός μόνο τόνου ή ήχου: ~ για σόλo. 3. ΜΑΘ. η ιδιότητα μιας ακολουθίας ή συνάρτησης να είναι μόνο αύξουσα ή μόνο φθίνουσα. [< μτγν. μονοτονία, γαλλ. monotonie, αγγλ. monotony] | |
| 31991 | μονοτονικός | , ή, ό μο-νο-το-νι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με το μονοτονικό: ~ή: γραφή/έκδοση/μορφή (κειμένου). ~ό: λεξικό. Βλ. ατονικός2, πολυτονικός. ● επίρρ.: μονοτονικά ● ΣΥΜΠΛ.: μονοτονικό (σύστημα): σύστημα γραφής της νεοελληνικής γλώσσας, με μοναδικό τονικό σημάδι την οξεία: η καθιέρωση του ~ού (1982). ΑΝΤ. πολυτονικό (σύστημα) | |
| 31992 | μονότονος | , η, ο μο-νό-το-νος επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από μονοτονία, ομοιομορφία· κατ' επέκτ. κουραστικός: ~ος: χαρακτήρας/χορός. ~η: διαδρομή/εργασία/καθημερινότητα/ταινία. ~ο: θέαμα/παιχνίδι/πρόγραμμα/ταξίδι/τοπίο/ύφος. ΣΥΝ. ανιαρός, βαρετός, πληκτικός ΑΝΤ. ενδιαφέρων, ευχάριστος 2. ΜΟΥΣ. που έχει έναν μόνο, επαναλαμβανόμενο τόνο: ~ος: ήχος/ρυθμός. ~η: μελωδία. ~ο: τραγούδι. Βλ. μονόχορδος, πολυφωνικός. ● επίρρ.: μονότονα & (σπάν.-λόγ.) μονοτόνως ● ΣΥΜΠΛ.: μονότονη συνάρτηση βλ. συνάρτηση [< μτγν. μονότονος, γαλλ.-αγγλ. monotone] | |
| 31993 | μονοτρήματα | μο-νο-τρή-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. τάξη θηλαστικών (επιστ. ονομασ. Monotremata) με πολύ πρωτόγονα χαρακτηριστικά, παρόμοια με εκείνα των πουλιών και των ερπετών. Βλ. μυρμηγκοφάγος, ορνιθόρυγχος. [< γαλλ. monotrème, αγγλ. monotreme] | |
| 31994 | μονότροπος | , η, ο μο-νό-τρο-πος επίθ.: που λειτουργεί με έναν μόνο τρόπο ή έχει μία μόνο μορφή: ~ος: εκσυγχρονισμός.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~η οπτική ίνα. ΑΝΤ. πολύτροπος (1) ● επίρρ.: μονότροπα [< αρχ. μονότροπος ‘μοναχικός, που αποτελείται από ένα μόνο είδος’, αγγλ. single-mode, mono-mode] | |
| 31995 | μονοτυπία | μο-νο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΥΠΟΓΡ. (παλαιότ.) μέθοδος στοιχειοθεσίας με μεμονωμένα στοιχεία (χαρακτήρες) και όχι με συμπαγή γραμμή, κατά την οποία το κείμενο γράφεται πάνω σε χάρτινη ταινία με μικρές τρύπες: χυτήρια ~ας. Βλ. λινο-, στερεο-τυπία. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. σχεδίαση και τύπωση ενός και μοναδικού καλού αντιτύπου που γίνεται με πίεση μεταλλικής ή γυάλινης ζωγραφισμένης πλάκας πάνω σε χαρτί· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) σχέδιο τυπωμένο με αυτόν τον τρόπο: ~ σε καμβά. Βλ. χαρακτική.|| Υδατογραφίες-~ες. 3. ΓΛΩΣΣ. (σπάν.) η ύπαρξη ενός μόνο μορφολογικού τύπου μιας λέξης. ΑΝΤ. πολυτυπία (1) [< μεσν. μονοτυπία 'μοναδική απεικόνιση', γερμ. Monotype, Monotypie, γαλλ.-αγγλ. monotype] | |
| 31996 | μονοτυπικός | , ή, ό μο-νο-τυ-πι-κός επίθ. 1. ΤΥΠΟΓΡ. που έχει σχέση με τη μονοτυπία: ~ή: μηχανή. ~ό: σύστημα στοιχειοθεσίας. 2. ΒΙΟΛ. που περιλαμβάνει ένα μόνο είδος: ~ό: γένος. [< 2: γαλλ. monotypique, αγγλ. monotypic] | |
| 31997 | μονοφαγάς, μονοφαγού | μο-νο-φα-γάς ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.-μειωτ.): που θέλει να τρώει όλο το φαγητό μόνος του· κυρ. κατ' επέκτ. που δεν μοιράζεται πράγματα με άλλους, άπληστος. Πβ. φαταούλας. Βλ. ανοιχτοχέρης, πολυφαγάς. | |
| 31998 | μονοφαγία | μο-νο-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): το να τρώει κάποιος για ορισμένο χρονικό διάστημα ένα μόνο είδος φαγητού ή να περιορίζει την επιλογή σε συγκεκριμένα είδη: δίαιτα ~ας. Βλ. -φαγία, φρουτοφαγία. [< μτγν. μονοφαγία 'το να τρώει κάποιος μόνος του'] | |
| 31999 | μονοφασικός | , ή, ό μο-νο-φα-σι-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡ. που παράγει, φέρει ή λειτουργεί με εναλλασσόμενο ρεύμα μίας φάσης: ~ός: κινητήρας/μετασχηματιστής/μετατροπέας/(ηλεκτρολογικός) πίνακας. ~ή: γεννήτρια/εγκατάσταση/παροχή/ροή/τροφοδοσία. ~ό: δίκτυο/μοτέρ/σύστημα. Βλ. δι-, τρι-φασικός. ΑΝΤ. πολυφασικός (1) [< αγγλ. monophasic, γαλλ. monophasique, monophasé] | |
| 32000 | μονόφθαλμος | , η, ο μο-νό-φθαλ-μος επίθ. 1. που βλέπει μόνο από το ένα μάτι ή σπανιότ. που έχει ένα μόνο μάτι. 2. (σπάν.-μτφ.) κοντόφθαλμος: ~η: οπτική/πολιτική. ● ΦΡ.: στους τυφλούς/στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος & στο βασίλειο/στη χώρα των τυφλών βασιλεύει ο μονόφθαλμος (παροιμ.): για κάποιον μέτριο που ξεχωρίζει ανάμεσα σε άλλους ασήμαντους. [< 1: αρχ. μονόφθαλμος] | |
| 32001 | μονόφυλλος | , η, ο βλ. μονο-, -φυλλος | |
| 32002 | μονοφυσίτης | μο-νο-φυ-σί-της ουσ. (αρσ.): οπαδός του μονοφυσιτισμού. || (ως επίθ.) ~ χριστιανός (= Κόπτης1). Βλ. -ίτης1. [< μεσν. μονοφυσίτης, αγγλ.-γαλλ. monophysite] | |
| 32003 | μονοφυσιτισμός | μο-νο-φυ-σι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. χριστιανική αίρεση του 5ου αι. μ.Χ. που υποστήριζε ότι ο Χριστός μετά την ενανθρώπησή του είχε μόνο μία φύση, η οποία προήλθε από τη σύγκρουση και ανάμειξη της θείας με την ανθρώπινη. Βλ. αρειανισμός, -ισμός. [< γαλλ. monophysisme, αγγλ. monophysitism] | |
| 32004 | μονοφωνία | μο-νο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. μουσική σύνθεση που χαρακτηρίζεται από μία μόνο μελωδική γραμμή. Βλ. δι-, πολυ-φωνία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μεταφορά ηχητικού σήματος μέσω ενός μόνο καναλιού. Βλ. στερεοφωνία. 3. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) περιορισμένη οπτική και αντιπροσώπευση μίας μόνο πλευράς. ΑΝΤ. πλουραλισμός (1), πολυφωνία (1) [< 2: γαλλ. monophonie, 1956, αγγλ. monophony] | |
| 32005 | μονοφωνικός | , ή, ό μο-νο-φω-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μονοφωνία: (ΜΟΥΣ.) ~ή: μελωδία.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: δέκτης τηλεόρασης/ενισχυτής/ήχος. ~ή: ηχογράφηση. ~ό: βύσμα/καλώδιο/μικρόφωνο/όργανο. Βλ. στερεοφωνικός.|| (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ός: λόγος. ~ή: ενημέρωση. ΑΝΤ. πλουραλιστ-, πολυφων-ικός. [< αγγλ. monophonic, γαλλ. monophonique, περ. 1950] | |
| 32006 | μονόφωτο | μο-νό-φω-το ουσ. (ουδ.): είδος φωτιστικού με μία μόνο λάμπα: κρεμαστό ~. Βλ. πολύφωτο. | |
| 32007 | μονόχειρας | μο-νό-χει-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (αρχαιοπρ.) μονόχειρ (ο/η): άτομο που έχει ένα μόνο χέρι. Βλ. κουλός. [< μτγν. μονόχειρ] | |
| 32008 | μονόχνοτος | , η, ο μο-νό-χνο-τος επίθ. & μονόχνωτος: (συνήθ. για πρόσ.) αντικοινωνικός, μοναχικός: Τον τελευταίο καιρό είναι κλεισμένος στον εαυτό του και έχει γίνει ~. Πβ. ακοινώνητος. Βλ. κοινωνικός.|| (κατ' επέκτ.) ~ος: τρόπος ζωής. Πβ. μονήρης. ● επίρρ.: μονόχνοτα | |
| 32009 | μονόχορδος | , η, ο μο-νό-χορ-δος επίθ. 1. ΜΟΥΣ. (για μουσικό όργανο) που έχει μόνο μία χορδή. Βλ. -χορδος. 2. (σπάν.-μτφ.) μονότονος. [< μτγν. μονόχορδος, γαλλ. monocorde] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ