Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32680-32700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32010μονοχρωματικός, ή, ό μο-νο-χρω-μα-τι-κός επίθ. ΑΝΤ. πολυχρωματικός 1. μονόχρωμος: ~ή: εικόνα. 2. ΦΥΣ. που περιέχει μία συχνότητα ή ένα μήκος κύματος: ~ή: ακτινοβολία/δέσμη. ~ό: φως. ● επίρρ.: μονοχρωματικά [< γαλλ. monochromatique, αγγλ. monochromatic]
32011μονοχρωμίαμο-νο-χρω-μί-α ουσ. (θηλ.): το να είναι χρωματισμένο κάτι με ένα μόνο χρώμα. Βλ. -χρωμία. [< γαλλ. monochromie, αγγλ. monochromy]
32012μονόχρωμος, η, ο μο-νό-χρω-μος επίθ.: που έχει ένα μόνο χρώμα: ~ο: ύφασμα/φόντο. Βλ. εμπριμέ, πολύχρωμος.|| (για αναπαραγωγή ασπρόμαυρων εικόνων) ~ος: εκτυπωτής. ~η: οθόνη. ~ο: φωτοαντιγραφικό. Βλ. -χρωμος. ● επίρρ.: μονόχρωμα [< αρχ. μονόχρωμος, αγγλ. monochromous, γαλλ. monochrome]
32013μονόχωρος, η, ο μο-νό-χω-ρος επίθ. 1. που έχει έναν ενιαίο χώρο: ~ος: ναός. ~η: αίθουσα/γκαρσονιέρα. ~ο: διαμέρισμα/δωμάτιο. Βλ. δί-, τρί-χωρος. 2. (επιστ.) που χαρακτηρίζεται από μία μόνο κοιλότητα: (ΒΟΤ.) ~η: ωοθήκη (άνθους).|| (ΙΑΤΡ.) ~η: κύστη. [< μτγν. μονόχωρος 2: γαλλ. uniloculaire]
32014μονοψήφιος, α, ο βλ. μονο-, -ψήφιος
32015μονοψώνιομο-νο-ψώ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. κατάσταση αγοράς στην οποία υπάρχει μόνο ένας αγοραστής και πολλοί παραγωγοί. Βλ. μονοπώλιο, ολιγοψώνιο. [< αγγλ. monopsony, 1933]
32016μονοωογενής, ής, ές μο-νο-ω-ο-γε-νής επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. μονοζυγωτικός: ~είς: δίδυμοι. Βλ. -γενής. [< αγγλ. monovular, 1929]
32017μονόωρος, η, ο βλ. μονο-, -ωρος
32018μοντάζμο-ντάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. διαδικασία επιλογής και συναρμολόγησης υλικού από βίντεο ή/και εικόνες, ώστε να οργανωθεί σε μια ενιαία δομή· (ΚΙΝΗΜ.) επιλογή και τοποθέτηση των πλάνων μιας ταινίας, που είχαν γυριστεί τμηματικά και χωρίς καθορισμένη σειρά, σε συγκεκριμένη χωροχρονική ακολουθία: αφηγηματικό/γραμμικό/διαδοχικό/επαγγελματικό/παράλληλο/τηλεοπτικό/ψηφιακό ~. Η σκηνή κόπηκε στο ~. Βλ. ρακόρ.|| (κατ' επέκτ.) ~ ήχου. 2. ΦΩΤΟΓΡ. φωτομοντάζ. 3. ΤΥΠΟΓΡ. τεχνική συναρμολόγησης υλικού για εκτύπωση: ηλεκτρονικό ~. [< γαλλ. montage]
32019μονταζιέραμο-ντα-ζιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. επιτραπέζια συσκευή για μοντάζ. Βλ. -ιέρα. || (μτφ.) μηχανή προπαγάνδας, κατασκευή ειδήσεων από πολιτικούς αντιπάλους. 2. ΤΥΠΟΓΡ. τραπέζι με γυάλινη φωτιζόμενη επιφάνεια σε γαλακτώδες χρώμα, κατάλληλο για μοντάζ υλικού που προορίζεται για εκτύπωση.
32020μοντάρισμαμο-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. συναρμολόγηση των κομματιών ενός συνόλου: ~ επίπλων. Πάγκος ~ίσματος.|| (μτφ.) Το ~ της ομάδας (= οργάνωση, συγκρότηση). ΑΝΤ. ξεμοντάρισμα 2. μοντάζ: ~ βίντεο. Βλ. -ισμα.
32021μοντάρωμο-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {μόνταρ-α κ. -ισα, -ίστηκε, -ισμένος, -οντας} (προφ.) 1. συναρμολογώ τα μέρη ή εξαρτήματα μιας συσκευής, μηχανής. ΑΝΤ. ξεμοντάρω 2. κάνω μοντάζ: Η ταινία ακόμη ~εται και δεν έχει προβληθεί δημόσια. ~ισμένα: πλάνα. 3. (μτφ.) συγκροτώ, οργανώνω: Στόχος του προπονητή είναι να ~ει την ομάδα. [< ιταλ. montare]
32022μοντγκόμεριμο-ντγκό-με-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κοντό παλτό βρετανικής προέλευσης, κυρ. από μαλλί, με κοκάλινα ή ξύλινα κουμπιά σαν δόντια και κουκούλα. [< αγγλ. ανθρ. B. L. Montgomery]
32023μοντέλαμο-ντέ-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.-μειωτ.): γυναίκα που εργάζεται στον χώρο της μόδας ως μοντέλο.
32024μόντελινγκμό-ντε-λινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: το επάγγελμα του μοντέλου, κυρ. σε επιδείξεις μόδας, φωτογραφίσεις ή και διαφημίσεις. [< αγγλ. modelling, 1949]
32025μοντελισμόςμο-ντε-λι-σμός ουσ. (αρσ.): κατασκευή διαφόρων αντικειμένων, συνήθ. αυτοκινήτων, αεροπλάνων, τρένων, σε μικρογραφία: στατικός ~. Το χόμπι του ~ού. Κατάστημα ~ού με τηλεκατευθυνόμενα μοντέλα. Βλ. αερο~, -ισμός. [< ιταλ. modellismo, 1957, γαλλ. modélisme, 1963]
32026μοντελίστμο-ντε-λίστ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. | σπάν. μοντελίστας, μοντελίστα}: επαγγελματίας σχεδιαστής ρούχων: ~-πατρονίστ. ΣΥΝ. μόδιστρος [< γαλλ. modéliste, 1925]
32027μοντελιστήςμο-ντε-λι-στής & μοντελίστας ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. μοντελίστρια}: πρόσωπο που ασχολείται με τον μοντελισμό: επαγγελματίας ~. [< γαλλ. modéliste, 1925, ιταλ. modelista]
32028μοντέλομο-ντέ-λο ουσ. (ουδ.) 1. πρόσωπο ή πράγμα που χρησιμοποιείται ως πρότυπο, ιδ. στις εικαστικές τέχνες: γυμνό ~. ~ γλύπτη/ζωγράφου. Ποζάρει ως ~.|| ~ από γύψο/κερί/μέταλλο/ξύλο. Βλ. καλούπι, μήτρα, ομοίωμα. 2. πρόσωπο που έχει ως επάγγελμα την παρουσίαση νέων ρούχων σε επιδείξεις μόδας ή την προβολή διαφόρων προϊόντων σε διαφημίσεις, φωτογραφίσεις: πρακτορείο ~ων. Πβ. μανεκέν, φωτο~. Βλ. τοπ μόντελ. 3. τύπος βιομηχανικού κυρ. προϊόντος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που παράγεται μαζικά: δοκιμασμένο/εξελιγμένο/επαγγελματικό/νέο/παλιό/σύγχρονο/τηλεκατευθυνόμενο ~. ~ αυτοκινήτου/κινητήρα/κουζίνας/μηχανής/μοτοσικλέτας/πλυντηρίου/συσκευής/υπολογιστή/ψυγείου. Τα τελευταία ~α της εταιρείας/μάρκας/φίρμας ... Βλ. έκδοση. 4. ένδυμα, υπόδημα ή αξεσουάρ που παράγεται σε λίγα κομμάτια: Ο γνωστός οίκος μόδας λανσάρει τα νέα ~α του καλοκαιριού/χειμώνα. Πβ. μοντελάκι. Βλ. πατρόν. 5. μικρογραφική αναπαράσταση: ~ κτιρίου/πλοίου (πβ. μακέτα). ~ της δομής του DNA. ~ υπό κλίμακα. Ψηφιακό ~ εδάφους. Πβ. μινιατούρα. 6. (γενικότ.) κάθε σύστημα, δομή ή τρόπος οργάνωσης που λαμβάνεται ως υπόδειγμα προς μίμηση, ως βάση για κάτι: απλοποιημένο/βιώσιμο/διατροφικό/διδακτικό/εναλλακτικό/ερευνητικό/επιστημονικό/επιχειρηματικό/θεωρητικό/καθιερωμένο/καπιταλιστικό/πολυπαραγοντικό/οικογενειακό/σοσιαλιστικό ~. ~ (κοινωνικής, οικονομικής) ανάπτυξης/διακυβέρνησης/διαχείρισης/εξουσίας/επιμόρφωσης/ζωής. Έχω/παίρνω/προβάλλω/χρησιμοποιώ (κάποιον/κάτι) ως ~. Πβ. πρότυπο. Βλ. αρχέτυπο. ● Υποκ.: μοντελάκι (το) 1. είδος μόδας, συνήθ. ένδυμα ή αξεσουάρ: Κυκλοφορούν νέα ~ια. 2. (μτφ.) για άτομο ντυμένο κομψά, με ρούχα της μόδας, ή αδύνατο, ντελικάτο: Με το καινούργιο φόρεμά της ήταν σωστό ~! 3. μικρό μοντέλο. ● ΣΥΜΠΛ.: ζωικό μοντέλο: ΙΑΤΡ. ζώο με ανατομικά, φυσιολογικά ή παθολογικά χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά του ανθρώπου, το οποίο χρησιμοποιείται στην ιατρική έρευνα για τη μελέτη της λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού και τη θεραπεία διαφόρων νόσων. [< αγγλ. animal model, 1976] , μοντέλο πεποιθήσεων για την υγεία βλ. υγεία, πρότυπο/μοντέλο ρόλου βλ. πρότυπο [< ιταλ. modello, γαλλ. modèle, αγγλ. model]
32029μοντελοποίησημο-ντε-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): διαδικασία περιγραφής και αναπαράστασης σύνθετων εννοιών ή φαινομένων μέσω ενός απλοποιημένου μοντέλου: µαθηµατική/τρισδιάστατη/ψηφιακή ~. ~ δεδοµένων/δικτύων/συμπεριφοράς/υπολογιστικών συστημάτων. Εργαλεία/λογισµικό/περιβάλλον ~ης. ~-προσοµοίωση. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. modelling, 1965, γαλλ. modélisation, 1963]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.