| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32030 | μοντελοποιώ | [μοντελοποιῶ] μο-ντε-λο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μοντελοποι-είς ..., -ώντας | μοντελοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} (επιστ.): προσομοιώνω ένα πρόβλημα της Μηχανικής με τη βοήθεια κατάλληλου λογισμικού προγράμματος· γενικότ. παρουσιάζω ένα σύνθετο φαινόμενο με τη μορφή μοντέλου. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. model, 1965, γαλλ. modéliser, 1975] | |
| 32031 | μοντέλος | μο-ντέ-λος ουσ. (αρσ.) (προφ.-συνήθ. μειωτ.): άντρας που εργάζεται ως μοντέλο στον χώρο της μόδας. | |
| 32032 | μόντεμ | μό-ντεμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονική συσκευή για τη σύνδεση ηλεκτρονικού υπολογιστή με το διαδίκτυο μέσω τηλεφωνικής γραμμής (ντάιαλ απ σύνδεση). Βλ. (απο)διαμορφωτής, έι ντι ες ελ. [< αγγλ. modem, περ. 1952, γαλλ. ~, 1968] | |
| 32033 | μοντέρ | μο-ντέρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: τεχνικός ειδικευμένος στο μοντάζ. ΣΥΝ. ενθέτης [< γαλλ. monteur, 1919] | |
| 32034 | μοντερέιτορ | μο-ντε-ρέ-ι-τορ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. | κ. πληθ. -ς} & (προφ.) μοδεράτορας & μοντ: ΔΙΑΔΙΚΤ. συντονιστής, συντονίστρια συζητήσεων: ο ~ του φόρουμ. Βλ. αντμινιστρέιτορ. [< αγγλ. moderator] | |
| 32035 | μοντερνικότητα | μο-ντε-ρνι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): νεωτερικότητα. | |
| 32036 | μοντερνισμός | μο-ντερ-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. κάθε τάση ή ενέργεια που κατευθύνεται προς το νέο, το μοντέρνο, την καινοτομία· (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.-ΛΟΓΟΤ.) το σχετικό ρεύμα ή κίνημα στις εικαστικές τέχνες και τα γράμματα: ~ στη γλυπτική/ζωγραφική/λογοτεχνία. Παράδοση και ~. Ο ~ ως ρήξη με το παρελθόν. Πβ. νεωτερισμός. Βλ. μετα~. 2. ΘΕΟΛ. (στη Ρωμαιοκαθολική και την Προτεσταντική Εκκλησία) κίνηση του 19ου αι. που καταδικάστηκε από τον Πάπα και υποστήριζε την προσαρμογή της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και λατρείας σύμφωνα με τις φιλοσοφικές και επιστημονικές αντιλήψεις της εποχής. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. modernisme, αγγλ. modernism] | |
| 32037 | μοντερνιστής | μο-ντερ-νι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. μοντερνίστρια}: οπαδός του μοντερνισμού: ~ αρχιτέκτονας/συγγραφέας/ποιητής. Βλ. μετα~. [< γαλλ. moderniste, αγγλ. modernist] | |
| 32038 | μοντερνιστικός | , ή, ό μο-ντερ-νι-στι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. -ΛΟΓΟΤ. που αναφέρεται στον μοντερνισμό: ~ή: αισθητική/αρχιτεκτονική/ποίηση. ~ό: κίνημα. ~ές: τεχνικές. Ο ~ χαρακτήρας του έργου. [< γαλλ. moderniste, αγγλ. modernistic] | |
| 32039 | μοντέρνος | , α, ο μο-ντέρ-νος επίθ. 1. που εκφράζει τη σύγχρονη εποχή, που διαφοροποιείται από την παράδοση, που αξιοποιεί τις πρόσφατες ανακαλύψεις της επιστήμης ή/και της τεχνολογίας: ~ος: κόσμος/ρυθμός/σχεδιασμός/τρόπος/χώρος. ~α: αντίληψη/αρχιτεκτονική/διασκευή/ζωγραφική/μέθοδος/μουσική/τεχνολογία. ~ο: κίνημα/σύστημα. ~ες: ανέσεις/αντιλήψεις/θέσεις/ιδέες (= σύγχρονες)/τάσεις. Βλ. υπερ~.|| ~α: μαθηματικά. ΣΥΝ. νεωτεριστικός, πρωτοποριακός ΑΝΤ. αναχρονιστικός, απαρχαιωμένος, ξεπερασμένος, παραδοσιακός 2. που συμβαδίζει με τη μόδα: ~α: διακόσμηση/εμφάνιση/επίπλωση/κόμμωση/κουζίνα/κρεβατοκάμαρα. ~ο: διαμέρισμα/κούρεμα/λουκ/ντύσιμο/σπίτι/στιλ/χτένισμα. ~α: γυαλιά ηλίου/χρώματα. Αξεσουάρ σε ~α γραμμή. Πβ. τρέντι. ΑΝΤ. ντεμοντέ, παλιομοδίτικος 3. (για πρόσ.) που ακολουθεί τις σύγχρονες εξελίξεις ή υιοθετεί τις νέες αντιλήψεις της εποχής του: ~ος: καθηγητής/συγγραφέας. ΣΥΝ. προοδευτικός (1) ΑΝΤ. συντηρητικός (1) ● επίρρ.: μοντέρνα: με μοντέρνο τρόπο, κομψά: Ντύνεται ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μοντέρνα τέχνη βλ. τέχνη, μοντέρνος χορός βλ. χορός [< μεσν. μοντέρνος, ιταλ. moderno, γαλλ. moderne] | |
| 32040 | μοντούρα | μο-ντού-ρα ουσ. (θηλ.): ΦΩΤΟΓΡ. εξάρτημα φωτογραφικής μηχανής για την εναλλαγή φακών. [< αγγλ. mount] | |
| 32041 | μονύδριο | μο-νύ-δρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μικρή Μονή. | |
| 32042 | μονωδία | [μονῳδία] μο-νω-δί-α ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. άσμα ή μελωδία για μία φωνή. ΣΥΝ. σόλο (1) ΑΝΤ. διωδία [< αρχ. μονῳδία, γαλλ. monodie, αγγλ. monody] | |
| 32043 | μονωδός | [μονῳδός] μο-νω-δός ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. πρόσωπο που τραγουδά μόνο του, κυρ. σε όπερα, χωρίς συνοδεία άλλων φωνών. Βλ. αοιδός, σολίστ, χορωδός. [< μτγν. μονῳδός] | |
| 32044 | μονώνυμο | μο-νώ-νυ-μο ουσ. (ουδ.): ΜΑΘ. πολυώνυμο που αποτελείται από έναν και μοναδικό όρο. Βλ. διώνυμο. [< μτγν. μονώνυμος 'που έχει ένα μόνο όνομα', γαλλ. monôme, αγγλ. monomial] | |
| 32045 | μονώνω | μο-νώ-νω ρ. (μτβ.) {μόνω-σα, -σει, μονώ-θηκε, -θεί, -μένος}: κάνω μόνωση: ~ τη στέγη/τους τοίχους. Το κτίριο έχει ~θεί εξωτερικά. ~μένος: αγωγός. ~μένο: δάπεδο/καλώδιο. [< αρχ. μονῶ, γαλλ. isoler, 1950] | |
| 32046 | μονώροφος | , η, ο βλ. μονο-, -ώροφος | |
| 32047 | μόνωση | μό-νω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. τοποθέτηση σε μια επιφάνεια δομικών ή άλλων υλικών, με σκοπό να παρεμποδιστεί η διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος, υγρασίας, νερού, θερμοκρασίας, θορύβου ή γενικότ. να αντιμετωπιστεί η επίδραση περιβαλλοντικών μεταβολών: ακουστική/διπλή/εξωτερική/εσωτερική/ηλεκτρική/ηχητική (= ηχο~)/σεισμική ~. ~ αέρα/δώματος/θερμότητας (πβ. θερμο~)/κτιρίου/στέγης/σωλήνων. Αντίσταση/απόδοση/συντελεστές/συστήματα/τεχνικές ~ης. Στην ταράτσα έχουμε/κάναμε ~. Βλ. υγρο~. 2. (συνεκδ.) τα σχετικά μονωτικά υλικά. [< πβ. αρχ. μόνωσις ‘απομόνωση, μοναξιά’, γαλλ. isolation, isolement] | |
| 32048 | μονωτήρας | μο-νω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. στήριγμα ηλεκτροφόρων αγωγών από μονωτικό υλικό για αποφυγή της διαρροής ηλεκτρικού ρεύματος· γενικότ. μονωτής: γυάλινος/κεραμικός ~. ~ υψηλής/χαμηλής τάσης. ~ σε βιομηχανικές εγκατατάσεις. Πβ. διηλεκτρικό. Βλ. ημιαγωγός, -τήρας. [< γαλλ. isolateur] | |
| 32049 | μονωτής | μο-νω-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σώμα από μονωτικό υλικό (πλαστικό, κεραμικό) που εμποδίζει τη διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος. Βλ. αγωγός. [< γαλλ. isolant] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ