Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32720-32740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32050μονωτικός, ή, ό μο-νω-τι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται για μόνωση: ~ός: αφρός/σύνδεσμος/σωλήνας. ~ή: βάση/επένδυση/μεμβράνη/πλάκα/στρώση/ταινία. ~ό: γυαλί/κάλυμμα/περίβλημα/στρώμα/υγρό/υλικό/φύλλο. Πβ. διηλεκτρικός. [< πβ. μτγν. μονωτικός ‘μοναχικός’, γαλλ. isolant]
32051μόξαμό-ξα ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: συνδυασμός βοτάνων, με βάση το φυτό αρτεμισία, και η ανατολίτικη ιατρική τεχνική κατά την οποία αυτά, υπό μορφή κώνου ή κυλίνδρου, καίγονται σε σημεία βελονισμού, προσφέροντας ανακούφιση: θερμοθεραπεία με ~. [< γαλλ.-αγγλ. moxa < ιαπων. mogusa]
32052μόραμό-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): αίσθημα δυσφορίας ή παράλυσης κατά τη διάρκεια του ύπνου. [< σλαβ. mora]
32053μοράβιαμο-ρά-βι-α ουσ. (θηλ.) & μουράβια: ΝΑΥΤ. χρώμα εξαιρετικής αντοχής που χρησιμοποιείται για τη βαφή των υφάλων του πλοίου. [< ιταλ. εμπορ. ονομασ. Moravia]
32054μορατόριουμμο-ρα-τό-ρι-ουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (προφ.) μορατόριο 1. συμφωνία ανάμεσα σε πρόσωπα ή κράτη για παύση των ενεργειών που θα δυσκόλευαν περισσότερο τις ήδη τεταμένες μεταξύ τους σχέσεις και γενικότ. προσωρινή αναστολή δραστηριότητας: διεθνές/παγκόσμιο/πολιτικό ~. Άρση του ~. ~ στις πυρηνικές δοκιμές. ~ για τους εξοπλισμούς/τη θανατική ποινή/τα μεταλλαγμένα. 2. ΝΟΜ. δικαιοστάσιο. [< λατ. moratorium]
32055μόρβαμόρ-βα ουσ. (θηλ.): ΚΤΗΝ. νόσος των σκύλων, γνωστή και ως ιός του Καρέ, που μεταδίδεται κυρ. από την επαφή του κουταβιού με άρρωστα σκυλιά. [< ιταλ. morva]
32056μοριακός, ή, ό μο-ρι-α-κός επίθ.: ΧΗΜ. που ανήκει στο μόριο ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: όγκος/συντελεστής (αγωγιμότητας). ~ή: απορρόφηση/βιοϊατρική/δέσμη/διάχυση (της θερμότητας)/δομή/εξέλιξη/εξέταση/καρδιολογία/μηχανική/φυσική. ~ό: διάλυμα/κλάσμα/νέφος/τέστ. Βλ. γραμμο~, δια~, μακρο~, μικρο~, ορθο~, υπερ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μοριακό βάρος & (σχετική) μοριακή μάζα: ΧΗΜ. το άθροισμα των ατομικών βαρών που έχουν τα άτομα ενός μορίου. Βλ. τυπικό βάρος., μοριακό ρολόι: ο ρυθμός εμφάνισης μεταλλάξεων στο γενετικό υλικό κάθε οργανισμού, ο οποίος βοηθά στη χρονολόγηση των ειδών., μοριακός τύπος: ΧΗΜ. ο οποίος εκφράζει το είδος και τον ακριβή αριθμό των ατόμων ενός μορίου: γενικός ~ ~. Ο ~ ~ της αμμωνίας είναι NH3. Πβ. χημικός τύπος. [< γαλλ. formule moléculaire], μοριακή βιολογία βλ. βιολογία, μοριακή γαστρονομία βλ. γαστρονομία, Μοριακή Γενετική βλ. γενετική, μοριακό κόσκινο βλ. κόσκινο, μοριακοί υπολογιστές βλ. υπολογιστής [< γαλλ. moléculaire]
32057μοριακότηταμο-ρι-α-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (σύμβ. Μ) ΧΗΜ. 1. ο αριθμός των μορίων που συμμετέχουν σε καθένα από τα στάδια μιας χημικής αντίδρασης. 2. η ποσότητα διαλυμένης ουσίας σε γραμμομόρια (mol) ανά λίτρο διαλύματος: ~ κατά βάρος/όγκο. Βλ. -ότητα. [< 1: γαλλ. molécularité, 1963 2: γαλλ. molarité, 1954]
32058μόριομό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {μορί-ου} 1. ΧΗΜ. ομάδα (δύο τουλάχιστον) ατόμων (του ίδιου ή διαφορετικών στοιχείων) ενωμένων με χημικό δεσμό· το ελάχιστο σωματίδιο στο οποίο μπορεί να διασπαστεί μια ουσία χωρίς να χάσει τις (χαρακτηριστικές) ιδιότητές της: ανόργανο/διατομικό/οργανικό/ουδέτερο/πολικό/ραδιενεργό/χημικό ~. Δομή/ιδιότητες/μορφολογία ~ου. Συστατικά ~α (ουσίας, σώματος). ~α DNA/νερού/πρωτεΐνης. Tο ~ μιας χημικής ένωσης αποτελείται από άτομα. Το ~ έχει σταθερή ατομική σύνθεση και μάζα. Ανακαλύφθηκε ~ που σχετίζεται με τον ιό .../με το σύνδρομο ... Βλ. γραμμο~, μακρο-, μικρο-μόρια. 2. {συνήθ. στον πληθ.} μονάδα βαθμολογίας σε εξετάσεις ή σε περιπτώσεις αξιολόγησης των δημοσίων κυρ. υπαλλήλων: ~α περιοχής/περιφέρειας. Συγκέντρωση/σύνολο/υπολογισμός ~ων. ~α για επαγγελματική εξέλιξη/μετάθεση/πρόσληψη. Οι βάσεις ανέβηκαν/κατέβηκαν (πενήντα, εκατό) ~α. Έχασα τη σχολή που θέλω για λίγα ~α! Πήρα οργανική θέση σε περιοχή (που μου δίνει) έξι ~α. 3. ΑΝΑΤ. τα (εξωτερικά) γεννητικά όργανα του ανθρώπου ή γενικότ. οποιοδήποτε τμήμα οργανισμού: ανδρικό (πβ. πέος)/γυναικείο (πβ. αιδοίο) ~.|| Ζωικό/φυτικό ~. 4. ΓΡΑΜΜ. άκλιτη λέξη, συνήθ. χωρίς λεξική σημασία, που συνδέει όρους και προτάσεις και βοηθά στον σχηματισμό εγκλίσεων και χρόνων: αρνητικό (: δεν, μη)/δεικτικό (: να)/δυνητικό/εγκλιτικό/επιτατικό (: δα)/ερωτηματικό (: μήπως, άραγε)/καταφατικό/μελλοντικό (: θα)/προτρεπτικό (: ας)/στερητικό (: α-) ~. Πβ. δείκτης. Πραγματολογικά ~α (: σύνδεσμοι, επιρρήματα, επιφωνήματα, προθέσεις). 5. το ελάχιστο ή πάρα πολύ μικρό τμήμα, η ελάχιστη ποσότητα ύλης: ~α γύρης/σκόνης. ~α που αιωρούνται στον αέρα. Πβ. σωματίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: μαλακά μόρια: ΑΝΑΤ. τα διάφορα μέρη του σώματος, εκτός από τα οστά: κακώσεις ~ών ~ων., αχώριστα μόρια βλ. αχώριστος, βεβαιωτικό επίρρημα/μόριο βλ. βεβαιωτικός [< 3, 4: αρχ. μόριον, γαλλ. molécule, αγγλ. molecule]
32059μοριοδότησημο-ρι-ο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μοριοδοτώ: ειδική ~. ~ του διδακτορικού. ~ σχολείων/στρατιωτικών μεταθέσεων. ~ήσεις υποψηφίων βάσει οικογενειακής κατάστασης/βαθμολογίας πτυχίου. Βλ. -δότηση. ΣΥΝ. μοριοποίηση
32060μοριοδοτώ[μοριοδοτῶ] μο-ρι-ο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {μοριοδότ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: δίνω μόρια σε κάποιον βάσει ορισμένων κριτηρίων σε διαγωνισμό, εξέταση, θέση εργασίας: ~ούμενα σεμινάρια. ~είται το μεταπτυχιακό/η προϋπηρεσία/η συνυπηρέτηση. Το συμβούλιο ~εί κάθε υπαλλήλο με βάση τη συνολική υπηρεσιακή του εικόνα. Βλ. -δοτώ.
32061μοριοποίησημο-ρι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): μοριοδότηση. Βλ. -ποίηση.
32062μοριοσανίδαμο-ρι-ο-σα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΔ. βιομηχανικό προϊόν που παράγεται από υποπροϊόντα ξύλου και συγκολλητική ουσία σε υψηλές θερμοκρασίες και πιέσεις. Πβ. νοβοπάν. Βλ. ινοσανίδα. [< αγγλ. particleboard, 1954]
32063μορμολύκειομορ-μο-λύ-κει-ο ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.) 1. (μτφ.) οτιδήποτε προκαλεί φόβο: ιδεολογικά και πολιτικά ~α. ΣΥΝ. σκιάχτρο (2), φόβητρο 2. άνθρωπος με αποκρουστική και τρομακτική μορφή. Βλ. μπαμπούλας. 3. ΑΡΧ. προσωπίδα που παρίστανε το μυθολογικό τέρας Μορμώ, με την οποία τρόμαζαν τα παιδιά. [< αρχ. μορμολύκειον, μορμολυκεῖον]
32064μορμονισμόςμορ-μο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. αίρεση με την επίσημη ονομασία «Η Εκκλησία του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών» που ξεκίνησε από τις Η.Π.Α. το 1830. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. mormonisme, ιταλ. mormonismo]
32065μορμόνος, μορμόναμορ-μό-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.): οπαδός του μορμονισμού. [< γαλλ. mormon, ιταλ. mormone]
32066μορςουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: κώδικας μορς (παλαιότ.): τηλεγραφικός κώδικας στον οποίο τα γράμματα και οι αριθμοί αναπαρίστανται με τελείες και παύλες για μετάδοση μηνυμάτων μέσω ακουστικών ή οπτικών σημάτων., σήματα μορς: τα σημεία του κώδικα μορς. Βλ. ΣΟΣ. [< αμερικ. Morse, αμερικ. ανθρ. S. F. B. Morse]
32067μόρσαμόρ-σα ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. σφιγκτήρας, μέγγενη: κάθετη/μετωπική ~. ~ σύνδεσης φύλλου/ταχείας σύσφιξης. [< ιταλ. morsa]
32068μόρσομόρ-σο ουσ. (ουδ.): άκρη που εξέχει σε σανίδα, για να προσαρμόζεται στην κατάλληλη εσοχή άλλης σανίδας: αρμός με ~. Σύνδεση με ~ και κόλλα. Πβ. πατούρα. [< ιταλ. morso]
32069μορταδέλαμορ-τα-δέ-λα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) μουρταδέλα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. καπνιστό αλλαντικό ιταλικής προέλευσης από βοδινό και χοιρινό κρέας, λίπος, άμυλο και αρτύματα. [< μεσν. μορταδέλα, μουρταδέλα < ιταλ. mortadella, γαλλ. mortadelle]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.