Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32740-32760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32070μορτάλεμορ-τά-λε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μόνο στη ● ΦΡ.: σάλτο μορτάλε & (σπάν.) πήδημα/σάλτο (του) θανάτου 1. πήδημα στο κενό ως πράξη αυτοκτονίας και γενικότ. κάθε παρακινδυνευμένη ή υπερβολικά ριψοκίνδυνη ενέργεια. 2. (στο τσίρκο) ακροβατικό νούμερο χωρίς προστατευτικό δίχτυ. [< ιταλ. salto mortale]
32071μόρτηςμόρ-της ουσ. (αρσ.) {-ες κ. -ηδες | σπανιότ. θηλ. μόρτισσα} (παρωχ.-λαϊκό): μάγκας. Πβ. αλανιάρης, αλήτης. ● Υποκ.: μορτάκι (το) [< τουρκ. morti, morto, mortu ‘πεθαμένος, πτώμα, θάνατος’, παλαιότ. σημ. ΄νεκροθάφτης’]
32072μόρτικος, η, ο μόρ-τι-κος επίθ. (παρωχ.-λαϊκό): που χαρακτηρίζει τον μόρτη: ~ο: ύφος. ● επίρρ.: μόρτικα
32073μορφάζωμορ-φά-ζω ρ. (αμτβ.) {μόρφασα}: κάνω μορφασμούς, γκριμάτσες. Βλ. στραβομουτσουνιάζω. [< μτγν. μορφάζω]
32074μορφασμόςμορ-φα-σμός ουσ. (αρσ.): σχηματισμός έκφρασης στο πρόσωπο από τη σύσπαση των μυών του, ως συναισθηματική εκδήλωση ή αντίδραση: ~ αηδίας/πόνου. Κάνει ~ούς. Βλ. μούτα, στραβομουτσούνιασμα. ΣΥΝ. γκριμάτσα [< μτγν. μορφασμός ‘χορός που μιμείται την κίνηση των ζώων’]
32075ΜορφέαςΜορ-φέ-ας ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα & στον Μορφέα: αποκοιμιέμαι. [< μτγν. Μορφεύς]
358Μορφεας

[ἀγκαλιά] α-γκα-λιά ουσ. (θηλ.) 1. ο χώρος που δημιουργείται από το στέρνο και τον λυγισμένο ή συνήθ. τους λυγισμένους βραχίονες ενός ανθρώπου: θερμή/μητρική/πατρική/στοργική ~. Μητέρα που έχει/κρατά/παίρνει/σφίγγει το μωρό στην ~ της. Παιδί που έγειρε/έπεσε/κρύφτηκε/ρίχτηκε/τρύπωσε/χώθηκε στην ~ της μαμάς του. Μου έκανε μια ~ (= με αγκάλιασε). Η ζεστασιά της ~ιάς. (για βρέφη) Μάρσιπος ~ιάς. Μωρά της ~ιάς (: πολύ μικρά, που δεν έχουν περπατήσει). Βρήκε ασφάλεια και προστασία στην ~ του. Παίκτης που σουτάρει και στέλνει την μπάλα στην ~ του γκολκίπερ.|| (κατ' επέκτ.) Βρίσκεται σε άλλη/νέα ~ (: έχει πλέον άλλη ερωτική σχέση). (ως χαιρετισμός σε οικεία πρόσωπα) Φιλάκια και μια μεγάλη ~ από μένα!|| (μτφ.) ~ αγάπης/αλληλεγγύης/φιλίας. Ακτή κλεισμένη στην ~ των βράχων. Έλληνες που ζουν μακριά από την ~ (= στοργή) της πατρίδας. Η πόλη δέχτηκε στην ~ της χιλιάδες πρόσφυγες. Πβ. αγκάλη, κόλπος, κόρφος. 2. (προηγείται το "μια") στοίβα, σωρός από ομοειδή αντικείμενα που κρατάει κάποιος: Μια ~ βιβλία/λουλούδια/ξύλα/ψώνια (στα χέρια). 3. αγκάλιασμα, εναγκαλισμός: ερωτική/σφιχτή/τρυφερή ~. ~ιές και φιλιά/χάδια/χαιρετούρες/χειραψίες. Βλ. περίπτυξη. 4. (ως επίρρ.) αγκαλιασμένος, αγκαλιαστά: ~ με την κιθάρα/το μαξιλάρι. Κοιμούνται/χορεύουν ~. Είχε/πήρε το παιδί ~.|| (μτφ.) Διακοπές ~ με τη φύση. 5. (ως επίρρ.-μτφ.) πολύ κοντά· μαζί: Ομάδα που βρίσκεται ~ με την κατάκτηση του πρωταθλήματος. Πβ. μια ανάσα από/πριν.|| ~ στη δεύτερη θέση της βαθμολογίας (: για δύο ομάδες που ισοβαθμούν). ● Υποκ.: αγκαλίτσα (η) ● ΦΡ.: (είναι) όλο αγκαλιές και φιλιά: (είναι) πάρα πολύ αγαπημένοι. ΣΥΝ. αγάπες και λουλούδια, με ανοιχτή αγκαλιά: με ανοιχτές αγκάλες., ανοίγω την αγκαλιά μου βλ. ανοίγω, αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα βλ. Μορφέας, κλείνω στην αγκαλιά μου (κάποιον) βλ. κλείνω, στην αγκαλιά των αγγέλων βλ. γειτονιά [< μεσν.  αγκαλιά]

32076μορφήμορ-φή ουσ. (θηλ.) 1. εξωτερική όψη, εμφάνιση, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά (ανθρώπου ή πράγματος): (για πρόσ.) αγγελική/αέρινη/ανδρική/αποκρουστική/ασκητική/γαλήνια/γλυκιά/γυναικεία/ευγενική/ήρεμη/σεβάσμια/συμπαθητική/χαμογελαστή/ωραία ~ (πβ. πρόσωπο). Η θεότητα απεικονίζεται με ανθρώπινη ~/με ~ ζώου. Η ~ του είναι χαραγμένη στη μνήμη/στο μυαλό μου. Η θλίψη ήταν ζωγραφισμένη στη ~ του. Διέκρινα μια ~/τη ~ του από μακριά/στο σκοτάδι (βλ. σκιά). Βλ. παράστημα, παρουσιαστικό, σιλουέτα, φιγούρα.|| Αέρια/ακαθόριστη/ακανόνιστη/αρχιτεκτονική/κυκλική/κυλινδρική/στερεή/τετράγωνη/υγρή ~. ~ κατασκευής/κτιρίου. Αντικείμενο που έχει τη ~ σφαίρας/τετραγώνου. Χωρίς συγκεκριμένη ~ (πβ. άμορφος). Δίνω ~ σε κάτι (= διαμορφώνω, μορφοποιώ). Πβ. σχήμα. Βλ. γεωμορφές.|| (ΦΙΛΟΣ.) Η ολοκληρωμένη ~ του όντος κατά τον Αριστοτέλη (βλ. εντελέχεια). 2. ο χαρακτήρας που αποκτά ή με τον οποίον εκδηλώνεται κάτι, τρόπος, είδος: ~ ανάπτυξης/απασχόλησης/ασφάλισης/γνώσης/διαμαρτυρίας/κοινωνίας/κράτους/πολιτεύματος/τέχνης. Απλή/αποσπασματική/αρχική/τελική ~ κειμένου. Σε έντυπη και ηλεκτρονική ~. Ατομική/συλλογική ~ εργασίας. Επικίνδυνη/ήπια ~ άσκησης. Αρχείο/μουσική σε συμπιεσμένη ~. Άμεση/έμμεση ~ αντιπροσώπευσης/δημοκρατίας. Φάρμακο σε ενέσιμη ~. Σε μια πρώτη ~. Σε ποια ~ (= φάση) βρίσκεται το έργο; Είμαι εναντίον κάθε ~ής βίας. Ασθένεια ελαφριάς/οξείας/σοβαρής ~ής. Έλαβε οριστική ~. (Κάτι) αλλάζει ~ (= μεταμορφώνεται). Νέες ~ές καλλιέργειας. Εναλλακτικές ~ές τουρισμού. Διάφορες ~ές (= πλευρές) ρατσισμού. Διαφορετικές/ποικίλες ~ές ποιήματος (= παραλλαγές)/τραγουδιού (= διασκευές). Βλ. τύπος. 3. ιδιαίτερα σημαντικό πρόσωπο (σε συγκεκριμένο τομέα): αινιγματική/αμφιλεγόμενη/αξέχαστη/εμβληματική/εξέχουσα/ιερή/καθοριστική/κορυφαία/σπουδαία/χαρισματική ~. ~ της επιστήμης/του θεάτρου/της ιστορίας/της τέχνης. Υπήρξε μία από τις μεγάλες ~ές του αθλητισμού. Πβ. προσωπικότητα, φιγούρα, φυσιογνωμία. 4. σύνολο εκφραστικών μέσων, φόρμα, τεχνική (σε αντιδιαστολή προς το θέμα, την ιδέα): (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.-ΛΟΓΟΤ.) καλλιτεχνική/ποιητική ~. Διάσπαση/ενότητα ~ής και περιεχομένου. Βλ. σημαίνον, ύφος.|| (ΜΟΥΣ.) ~ κονσέρτου/μπαλάντας (: δομή μουσικού έργου). 5. ΓΛΩΣΣ. (κυρ. στον αμερικανικό δομισμό) κάθε ελάχιστη σημασιολογική μονάδα που δηλώνει ένα μόρφημα· γενικότ. μόρφημα: ~ λέξης/(γραμματικού) τύπου. 6. ΜΑΘ. παράσταση αποτελούμενη από μαθηματικά σύμβολα: αλγεβρική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: απροσδιόριστες μορφες: ΜΑΘ. μη επιτρεπτές πράξεις μεταξύ ορίων συναρτήσεων., βαριάς μορφής βλ. βαρύς, βιβλική μορφή βλ. βιβλικός, μορφολογική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας βλ. συμβατικός ● ΦΡ.: υπό μορφή(ν) & υπό τύπον (λόγ.): (+ γεν.) με τη μορφή, με τα χαρακτηριστικά, με τον τρόπο, σαν: Κάνω το μάθημα ~ ~ παιχνιδιού. Παρουσιάζω το θέμα ~ ~ διαλόγου. [< γαλλ. sous la forme de] , παίρνει μορφή βλ. παίρνω [< 1: αρχ. μορφή 2,4,6: γαλλ. forme, γερμ. Gestalt 3: γαλλ. figure 5: αγγλ. morph, 1947]
32077μόρφημαμόρ-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. ο ελάχιστος γλωσσικός τύπος του μορφοσυντακτικού επιπέδου που έχει γενικά σταθερή μορφή και έννοια: γραμματικό (: κλιτικό κ. παραγωγικό)/λεξικό ~. Ελεύθερα (: αυτοτελείς λέξεις, πλήρεις σημασιολογικού περιεχομένου, π.χ. αύριο, ή λειτουργικές, π.χ. από, και)/δεσμευμένα (: που συνδυάζονται με άλλα, π.χ. έ-φυγ-ε) ~ήματα. Βλ. αλλόμορφο, επίθημα, λέξημα, πρόθημα, πρόσφυμα. [< γαλλ. morphème, 1905, αγγλ. morpheme]
32079μορφικός, ή, ό μορ-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μορφή: ~ή: δομή/επεξεργασία/τελειότητα. ~ά: χαρακτηριστικά. Βλ. ανθρωπο~, ζωο~, πολυ~. [< γαλλ. formel]
32080μορφίνημορ-φί-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. είδος ναρκωτικής ουσίας, το κύριο και δραστικότερο αλκαλοειδές του οπίου (σύμβ. C17H19NO3), που χρησιμοποιείται κυρ. ως αναλγητικό: δόση/χορήγηση ~ης. Η ~ ανήκει στα σκληρά ναρκωτικά.|| (κατ' επέκτ.) Κάνει/παίρνει ~ες (: ενέσεις ~ης). Ενδογενείς ~ες του οργανισμού (πβ. εγκεφαλίνη, ενδορφίνες). [< γερμ. Morphin, γαλλ.-αγγλ. morphine < αρχ. Μορφεύς]
32081μορφογένεσημορ-φο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. σχηματισμός, διαφοροποίηση και ανάπτυξη των ιστών και οργάνων ενός ζωντανού οργανισμού. Βλ. -γένεση, οργανογένεση. [< γαλλ. morphogenèse, αγγλ. morphogenesis]
32082μορφογενετικός, ή, ό μορ-φο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που έχει σχέση με τη μορφογένεση: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας. ~ή: δράση/πρωτεΐνη. ~ό: πεδίο. [< γαλλ. morphogène, περ. 1900, αγγλ. morphogenetic]
32083μορφοκλασματικός, ή, ό μορ-φο-κλα-σμα-τι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που αναφέρεται στα φράκταλ: ~ή: απεικόνιση/γεωμετρία. ~ό: σύνολο. ~ές: δομές. ~ά: μοντέλα (της Φυσικής). [< γαλλ.-αγγλ. fractal, 1975]
32084μορφολογίαμορ-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. μορφή και δομή (του οργανισμού και των οργάνων) κάθε όντος καθώς και ο σχετικός επιστημονικός κλάδος: εξωτερική/εσωτερική ~. ~ του προσώπου.|| (ΒΙΟΛ.) ~ ζώων/κυττάρων/σώματος/φυτών. ~-Ανατομία/Φυσιολογία. 2. ΓΛΩΣΣ. εξέταση και περιγραφή των τρόπων σχηματισμού των λέξεων (κλίση, παραγωγή, σύνθεση): κλιτική/λεξική (βλ. λεξικολογία)/παραγωγική/συγκριτική ~. ~ και σύνταξη (πβ. μορφοσύνταξη)/φωνολογία (πβ. μορφοφωνολογία). Πβ. τυπικό. 3. το σύνολο των σχηματισμών στην επιφάνεια της Γης και η αντίστοιχη επιστημονική μελέτη: (ΓΕΩΓΡ.) ομαλή/ορεινή/παράκτια ~. ~ ακτών/εδάφους/χώρας. Το κλίμα και η ~ του νησιού. Πβ. γεω~.|| (κατ' επέκτ.) ~ αστικού χώρου/κτιρίου. Αρχιτεκτονική ~-Ρυθμολογία. Βλ. -λογία, τοπογραφία. ● ΣΥΜΠΛ.: μουσική μορφολογία & μορφολογία της μουσικής: ΜΟΥΣ. μελέτη των μουσικών μορφών, των τρόπων διάρθρωσης ενός μουσικού έργου σε επιμέρους τμήματα. [< γερμ. Morphologie, γαλλ. morphologie, αγγλ. morphology]
32085μορφολογικός, ή, ό μορ-φο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μορφολογία: ~ός: τύπος/χαρακτηρισμός/χάρτης. ~ή: ανάλυση/ενότητα/επεξεργασία/περιγραφή/ποικιλία. ~ό: γνώρισμα/επίπεδο/λεξικό/στοιχείο/σχήμα. ~ές: διαφορές. Βλ. γεω~. ● επίρρ.: μορφολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μορφολογική ψυχολογία βλ. ψυχολογία [< γερμ. morphologisch, γαλλ. morphologique, αγγλ. morphologic(al)]
32086μορφολόγοςμορ-φο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. επαγγελματίας που επιμελείται τη διαμόρφωση της εξωτερικής μορφής ενός κτιρίου: ~ διακοσμήτρια. ~οι-σχεδιαστές. 2. πρόσωπο που μελετά τη μορφολογία του εδάφους: ~-γεωφυσικός. Βλ. -λόγος. [< γερμ. Morphologe, αγγλ. morphologist]
32087μορφομετρίαμορ-φο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) (επιστ.): διαδικασία μέτρησης της μορφής: (ΙΑΤΡ.) ~ των σπονδύλων.|| (ΓΕΩΜΟΡΦ.) ~ λίμνης. Βλ. -μετρία. [< αγγλ. morphometry, γαλλ. morphométrie]
32088μορφομετρικός, ή, ό μορ-φο-με-τρι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με τη μορφομετρία: ~ή: ανάλυση/μελέτη. ~οί: δείκτες/παράγοντες. [< αγγλ. morphometric, 1931]
32089μορφονιός, μορφονιάβλ. ομορφονιός

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.