| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32090 | μορφόπαιδο | βλ. ομορφόπαιδο | |
| 32091 | μορφοπλαστικός | , ή, ό μορ-φο-πλα-στι-κός επίθ.: που συμβάλλει στον σχηματισμό της εικόνας ενός αντικειμένου ή που σχηματοποιεί συγκεκριμένο υλικό: ~ή: γλώσσα/δύναμη/φαντασία. ~ό: ιδίωμα/λεξιλόγιο. ~ά: στοιχεία. ● επίρρ.: μορφοπλαστικά | |
| 32092 | μορφοποίηση | μορ-φο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. οργάνωση των ψηφιακών πληροφοριών σε ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά τρόπο ώστε να διαβάζονται ή να εκτυπώνονται σωστά: αυτόματη ~. ~ διαφανειών και παρουσιάσεων/εγγράφου/κειμένου/κελιού/οθόνης/παραγράφου/πινάκων/προγραμμάτων. Πβ. φορμάτ. 2. διαμόρφωση, σχηματισμός: ~ μετάλλων εν θερμώ και εν ψυχρώ (βλ. ελασματοποίηση). ~ με εμφύσηση. ~ πλαστικών και σύνθετων υλικών. Βλ. -ποίηση. [< 1: αγγλ. format, 1955, formatting, 1964] | |
| 32093 | μορφοποιητής | μορ-φο-ποι-η-τής ουσ. (αρσ.): ΠΛΗΡΟΦ. υπολογιστικό πρόγραμμα που μορφοποιεί εισαγόμενα δεδομένα σύμφωνα με συγκεκριμένες εντολές: ~ δισκέτας/κειμένου. [< αγγλ. formatter] | |
| 32094 | μορφοποιώ | [μορφοποιῶ] μορ-φο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {μορφοποι-είς ..., -ώντας | -ησα, -ήσει, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. δίνω μορφή σε κάτι: Η αγωγή ~εί τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του ανθρώπου. Πβ. διαμορφώνω. 2. ΠΛΗΡΟΦ. κάνω φορμάτ: Πρόγραμμα που ~εί κείμενα. ~ημένος: δίσκος. Βλ. -ποιώ. [< 1: μτγν. μορφοποιῶ 2: αγγλ. format, 1964, γαλλ. formater, περ. 1970] | |
| 32096 | μορφοσυντακτικός | , ή, ό μορ-φο-συ-ντα-κτι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη μορφοσύνταξη: ~ή: ανάλυση/δομή. ~ό: επίπεδο. ~ά: σχήματα/φαινόμενα/χαρακτηριστικά. ● επίρρ.: μορφοσυντακτικά [< αγγλ. morphosyntactic, 1959, γαλλ. morphosyntaxique, περ. 1960] | |
| 32097 | μορφοσύνταξη | μορ-φο-σύ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.) : ΓΛΩΣΣ. μελέτη των γλωσσικών φαινομένων και των γραμματικών κατηγοριών σε μορφολογικό και συντακτικό επίπεδο. [< γαλλ. morphosyntaxe, περ. 1960, αγγλ. morphosyntax, 1961] | |
| 32098 | μορφοτροπέας | μορ-φο-τρο-πέ-ας ουσ. (αρσ.) {μορφοτροπ-έα | -είς, -έων}: ΤΕΧΝΟΛ. διάταξη που μετατρέπει μια μορφή ενέργειας ή σήματος σε άλλη: ~ ισχύος/πίεσης/τάσης. Ηλεκτροακουστικοί ~είς (ακουστικά, ηχεία, μικρόφωνα). Βλ. μετατροπέας. [< αγγλ. transducer, 1924] | |
| 32099 | μορφότυπος & μορφότυπο | μορ-φό-τυ-πος ουσ. (αρσ. + ουδ.): ΠΛΗΡΟΦ. τρόπος κωδικοποίησης, οργάνωσης και εγγραφής ψηφιακών δεδομένων: ~ αρχείου/εγγράφου. [< αγγλ. form, 1955] | |
| 32100 | μορφοφωνολογία | μορ-φο-φω-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τα φωνολογικά φαινόμενα σε συνδυασμό με την εξέταση των ανάλογων μορφολογικών τύπων. [< γαλλ. morphophonologie, αγγλ. morphophonology, 1934] | |
| 32101 | μορφοψυχολογία | μορ-φο-ψυ-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. κλάδος της ψυxολογίας που μελετά τη σχέση ανάμεσα στη μορφή, τον ψυχικό κόσμο και τον χαρακτήρα του ανθρώπου. Βλ. φυσιογνωμική. [< γαλλ. morphopsychologie, 1950, αγγλ. morphopsychology] | |
| 32102 | μόρφωμα | μόρ-φω-μα ουσ. (ουδ.) {μορφώμ-ατος | -ατα} 1. (λόγ.) καθετί με συγκεκριμένη μορφή και παγιωμένα χαρακτηριστικά που αναπτύσσεται μέσα σε ένα ευρύτερο σύνολο: ανομοιογενές/διοικητικό/κοινωνικό/κομματικό/κρατικό/οικονομικό/ομοσπονδιακό/πολιτειακό/πολιτικό/πολιτισμικό ~. Ιδεολογικά/ψυχικά ~ατα. 2. ΑΝΑΤ. σχηματισμός οργάνου ή ιστού που αποτελείται από ξένο ή διαφοροποιημένο ιστό: κυστικό ~. Πβ. όζος. [< 1: αρχ. μόρφωμα] | |
| 32103 | μορφωμένος | , η, ο μορ-φω-μέ-νος επίθ.: που διαθέτει παιδεία, καλλιεργημένος. Πβ. πολυδιαβασμένος. ΣΥΝ. γραμματισμένος ΑΝΤ. ακαλλιέργητος (2), αμαθής, αμόρφωτος [< μεσν. μορφωμένος 'διαμορφωμένος', γερμ. gebildet] | |
| 32104 | μορφώνω | μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {μόρφω-σα, μορφώ-σω, -θηκα, -θώ, -μένος, μορφών-οντας} 1. παρέχω γνώσεις σε κάποιον, συμβάλλω στην πνευματική και ηθική του καλλιέργεια: Το σχολείο πρέπει να ~ει ολόπλευρα τους μαθητές. ~σε τα παιδιά του. Δεν είχε τη δυνατότητα να ~θεί. Πβ. εκπαιδεύω. 2. (σπάν.-λόγ.) διαμορφώνω, σχηματίζω: Συγκέντρωσε στοιχεία, προκειμένου να ~σει προσωπική γνώμη. Βλ. παρα~, συμ~. [< μτγν. μορφῶ, γερμ. bilden] | |
| 32105 | μόρφωση | μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. {χωρ. πληθ.} απόκτηση γνώσεων και γενικότ. πνευματική καλλιέργεια: ανθρωπιστική/ανωτάτη/βασική/γενική/εγκυκλοπαιδική/επαγγελματική/καλλιτεχνική/κοινωνική/μέση/ολοκληρωμένη/πανεπιστημιακή/πολύπλευρη/στοιχειώδης/τεχνική/υψηλή/χαμηλή ~. Αποκτώ/παρέχω ευρεία ~. Επίπεδο ~ης. Άτομο χωρίς ~ (πβ. αμόρφωτος). Είναι τέρας ~ώσεως (: πολύ μορφωμένος). Το δικαίωμα όλων στη ~. Αγωγή/εκπαίδευση/παιδεία και ~. Ευκαιρίες για ~. Πβ. μάθηση, παίδευση.|| Ψηφιακή ~ (: η ικανότητα χρήσης των ΤΠΕ, πβ. ψηφιακός γραμματισμός). Βλ. αυτο~, επι~. ΑΝΤ. αμάθεια, αμορφωσιά 2. (σπάν.) μορφοποίηση, διαμόρφωση: ~ πλίνθων. ~ώσεις αστικών και υπαίθριων χώρων. Βλ. παρα~, συμ~. [< 1: μεσν. μόρφωσις, γερμ. Bildung 2: μτγν. μόρφωσις] | |
| 32106 | μορφωτικός | , ή, ό μορ-φω-τι-κός επίθ.: που συντελεί στη μόρφωση ή γενικότ. σχετίζεται με αυτή: ~ός: όμιλος/σύλλογος/σύνδεσμος. ~ή: αξία/συνεργασία/υπηρεσία. ~ό: αγαθό/ιδεώδες/ινστιτούτο/κέντρο. Υψηλού/χαμηλού ~ού επιπέδου. Ο ~ ρόλος του σχολείου. Πολιτιστικές, ψυχαγωγικές και ~ές δραστηριότητες. Πβ. εκπαιδευτ-, επιμορφωτ-, παιδαγωγ-, παιδευτ-ικός. Βλ. δια~. ● επίρρ.: μορφωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: μορφωτικός ακόλουθος/σύμβουλος βλ. ακόλουθος, πολιτιστική/μορφωτική επανάσταση βλ. επανάσταση [< μτγν. μορφωτικός] | |
| 32108 | μοσκαναθρεμμένος | , η, ο βλ. μοσχαναθρεμμένος | |
| 32109 | μοσκάρι | βλ. μοσχάρι | |
| 32110 | μοσκοβολιά | βλ. μοσχοβολιά | |
| 32111 | μοσκοβολώ | βλ. μοσχοβολώ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ