Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3260-3280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2318αλλύλιο[ἀλλύλιο] αλ-λύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {αλλυλίου}: ΧΗΜ. οργανική ρίζα που περιλαμβάνει την ακόρεστη ομάδα C3H5: ανθρακικό ~. ~ λιθίου/νατρίου. [< γαλλ. allyle, αγγλ. allyl]
2319άλλως[ἄλλως] άλ-λως επίρρ. (επίσ.) 1. σε διαφορετική περίπτωση, αλλιώς: Τα δικαιολογητικά θα πρέπει να κατατεθούν έως αύριο, ~ δεν θα γίνονται δεκτά. ΣΥΝ. διαφορετικά (2) 2. με διαφορετικό τρόπο: Oι διατάξεις ισχύουν από τη δημοσίευση του παρόντος, εκτός αν ~ ορίζεται σε αυτές. ΣΥΝ. διαφορετικά (1) ● ΦΡ.: άλλως πως: κάπως αλλιώς, διαφορετικά: Το συμβόλαιο ορίζει ότι ... εκτός αν συμφωνήσουν ~ ~ τα συμβαλλόμενα μέρη., ούτως ή άλλως: έτσι κι αλλιώς, σε κάθε περίπτωση: Δεν με προσκάλεσε, αλλά ~ ~ δεν θα πήγαινα. Πβ. όπως και να έχει το πράγμα. [< αρχ. ἄλλως]
2320άλλωστε[ἄλλωστε] άλ-λω-στε σύνδ.: (συχνά στην αρχή ή κοντά στην αρχή πρότασης) εξάλλου: Μπορείς να μείνεις κι άλλο εδώ· ~ δεν βιάζομαι να φύγω. ~ δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ... (πβ. επιπλέον). Δεν θα μπορούσε ~ να γίνει κι αλλιώς. ΣΥΝ. εκτός/πέραν αυτού/τούτου ● ΦΡ.: όπως άλλωστε: όπως βέβαια, έτσι όπως: Αποδείχθηκε ανάξιος εμπιστοσύνης, ~ ~ το περίμενα. [< αρχ. φρ. ἄλλως τε]
2321άλμα[ἅλμα] άλ-μα ουσ. (ουδ.) {άλματ-ος | -ατα} 1. κίνηση που συνίσταται σε κάμψη συνήθ. των γονάτων και του κορμού και στη συνέχεια εκτίναξη ολόκληρου του σώματος στον αέρα πάνω από το έδαφος ή μια επιφάνεια: επικίνδυνο/θεαματικό/τολμηρό ~. ~ αλεξιπτωτιστή/ελεύθερης πτώσης. ~ με/χωρίς φόρα. ~ με τα πόδια ενωμένα. ~ πάνω από τεντωμένο σχοινί. ~ θανάτου (πβ. σάλτο μορτάλε).|| (ΑΘΛ.) Άκυρο/διπλό/έγκυρο ~. ~ από βατήρα. ~ με σκι. Δοκιμαστικά/ελεύθερα/μεγάλα/πολλαπλά ~ατα. Πάσα/σουτ με ~.|| (ΖΩΟΛ.) ~ ακρίδας/βατράχου. ΣΥΝ. πήδημα (1) 2. (μτφ.) γρήγορη και μεγάλη άνοδος, ταχεία μετάβαση από μια κατάσταση σε άλλη: γιγάντιο/τεχνολογικό ~. ~ ανάπτυξης/κερδών/τιμών (ΣΥΝ. εκτίναξη). ~ στο μέλλον/στη σκέψη (βλ. συνειρμός). Κάνω ~. Ένα νέο ~ της επιστήμης. Νέο ~ πραγματοποίησε ο πληθωρισμός. Λογικό ~ (: για συλλογισμό χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, ΣΥΝ. κενό, χάσμα). Χρονικό ~ στην αφήγηση. 3. (επιστ.) κάθε απότομη μετάβαση ή αλλαγή κατεύθυνσης που διασπά μια συνέχεια ή λογική διαδικασία: (ΦΥΣ.) ενεργειακό/κβαντικό ~. ~ ηλεκτρονίου. (ΜΑΘ.) ~ συνάρτησης. (ΜΗΧΑΝ.) Υδραυλικά ~ατα. (ΓΕΩΛ.) ~ ρήγματος (: μετατόπιση, ολίσθηση). 4. ΠΛΗΡΟΦ. αλλαγή της κανονικής ροής του προγράμματος με παράκαμψη μιας ή περισσότερων εντολών και μεταφορά του ελέγχου σε άλλο σημείο του προγράμματος: ~ υπό/χωρίς συνθήκη. Εντολή/πίνακας ~ατος. ● ΣΥΜΠΛ.: άλμα ίππου: ΑΘΛ. αγώνισμα της ενόργανης γυμναστικής, κατά το οποίο ο αθλητής παίρνει φόρα και εκτελεί άλμα, πατώντας σε βατήρα και τοποθετώντας στη συνέχεια τα χέρια στον ίππο, για να εκτιναχθεί και να προσγειωθεί τελικά στο έδαφος. [< αγγλ. vaulting horse] , (άλμα εις) μήκος βλ. μήκος, (άλμα εις) τριπλούν βλ. τριπλούν, (άλμα εις) ύψος βλ. ύψος, (άλμα) επί κοντώ βλ. κοντός ● ΦΡ.: άλμα στο κενό βλ. κενό [< αρχ. ἅλμα, γαλλ. saut, αγγλ. jump]
2322αλμανάκ[ἀλμανάκ] αλ-μα-νάκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ετήσια συνήθ. έκδοση σε μορφή ημερολογίου με τα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς ή με πληροφορίες που αφορούν έναν συγκεκριμένο τομέα: ελληνικό και διεθνές ~. ~ 2026.|| Ραδιοφωνικό/τηλεοπτικό ~. 2. είδος ετήσιου ημερολογίου που περιέχει αστρονομικά και μετεωρολογικά δεδομένα, καθώς και πλήθος άλλων πληροφοριών. Πβ. καζαμίας. [< γαλλ. almanach]
2323αλματώδης, ης, ες [ἁλματώδης] αλ-μα-τώ-δης επίθ. {αλματώδ -ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που γίνεται με πολύ γρήγορο ρυθμό, ραγδαίος: ~ης: άνοδος/αύξηση/βελτίωση/εξέλιξη/πρόοδος. ~η: βήματα. Η ~ ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας. Βαθμιαίες/σταδιακές ή ~εις αλλαγές. Με ~εις ρυθμούς. Πβ. ταχύτατος. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: αλματωδώς [-ῶς]: Η κατάσταση της υγείας του βελτιώθηκε ~. [< γερμ. sprunghaft]
2324άλμη[ἅλμη] άλ-μη ουσ. (θηλ.) & άρμη 1. αλατισμένο νερό για τη συντήρηση τροφίμων: ξηρή/υγρή ~. Τυρί ~ης. Αμπελόφυλλα/ελιές/κάππαρη/ψάρια σε ~. Βλ. οξ~. ΣΥΝ. γάρος (1), σαλαμούρα 2. στρώμα αλατιού που απομένει σε επιφάνεια (π.χ. στις αλυκές) ύστερα από εξάτμιση του θαλασσινού νερού. Πβ. αλμύρα. [< αρχ. ἅλμη]
2325αλμπάνης[ἀλμπάνης] αλ-μπά-νης ουσ. (αρσ.) {αλμπάνηδες | θηλ. αλμπάνισσα} 1. (λαϊκό-μτφ.-μειωτ.) ατζαμής και κατ' επέκτ. απατεώνας, κομπογιαννίτης. Πβ. αγύρτης, τσαρλατάνος. ΑΝΤ. δεξιοτέχνης 2. (παρωχ.) πεταλωτής. [< τουρκ. nalbant]
2326άλμπατρος[ἄλμπατρος] άλ-μπα-τρος ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμο θαλασσοπούλι (οικογ. Diomedeidae) του Νότιου κυρ. Ημισφαιρίου, με νηκτική μεμβράνη στα πόδια, ικανό για μεγάλης διάρκειας πτήσεις. [< γαλλ. albatros]
2327αλμπινισμός[ἀλμπινισμός] αλ-μπι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. αλφισμός.
2328αλμπίνος[ἀλμπίνος] αλ-μπί-νος ουσ. (αρσ.) & αλμπίνα (η): ΙΑΤΡ. αλφικός. [< γαλλ. albinos]
2329άλμπουμ[ἄλμπουμ] άλ-μπουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. δεμένα φύλλα από χοντρό υλικό, συνήθ. χαρτόνι, με ή χωρίς ειδικές υποδοχές για την ταξινόμηση και προστασία διάφορων συλλογών: οικογενειακό/φωτογραφικό ~. ~ γραμματοσήμων/νομισμάτων.|| Ψηφιακό ~ φωτογραφιών. Πβ. λεύκωμα. 2. μουσική συνήθ. ηχογράφηση που κυκλοφορεί σε ψηφιακό δίσκο ή σε δίσκο του πικάπ: διπλό/ζωντανό (= λάιβ)/μονό ~. Η δημοφιλής τραγουδίστρια ετοιμάζει/κυκλοφορεί το νέο προσωπικό της ~. Πβ. σιντί. 3. έντυπη, συνήθ. πολυτελής, συλλογή εικόνων ζωγραφικής, στίχων: ~ με γκραβούρες. [< γαλλ.-αγγλ. album]
2330άλμπουρο[ἄλμπουρο] άλ-μπου-ρο ουσ. (ουδ.) & άρμπουρο: ΝΑΥΤ. κατάρτι, ιστός σκάφους: Έδεσε τη σημαία στο ~. [< βεν. alboro]
2331αλμύρα[ἁλμύρα] αλ-μύ-ρα ουσ. (θηλ.) & αρμύρα 1. λεπτή επίστρωση αλατιού που απομένει μετά την εξάτμιση του θαλασσινού νερού: η ~ της θάλασσας. Βράχια φαγωμένα απ' την ~. Πβ. άλμη. 2. (σπανιότ.) η ιδιότητα του αλμυρού: Με τα μυρωδικά στη σαλάτα, θα σπάσει η ~ του τυριού (πβ. αλμυρότητα). Τα ψάρια μυρίζουν ~ (= θάλασσα, είναι φρέσκα). 3. ΒΟΤ. φυτό που φυτρώνει σε παραθαλάσσια εδάφη και τρώγεται βραστό. Πβ. κρίταμο. [< μεσν. αλμύρα]
2332αλμυράδα[ἁλμυράδα] αλ-μυ-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (οικ.): αλμυρή γεύση. Βλ. -άδα, ξινίλα, πικράδα. ΣΥΝ. αλμυρότητα (2)
2333αλμυρήθραβλ. αρμυρήθρα
2334αλμυρίκιβλ. αρμυρίκι
2335αλμυρός, ή, ό [ἁλμυρός] αλ-μυ-ρός επίθ. & αρμυρός 1. που περιέχει ή του έχουν ρίξει πολύ αλάτι: ~ή: κρέπα (: με αλμυρά συστατικά. ΑΝΤ. γλυκιά)/μυζήθρα/πίτα. ~ό: τυρί/φαγητό (ΣΥΝ. αλατισμένος, ΑΝΤ. ανάλατος). ~ές: τροφές. ~ά: μπισκότα/πιάτα (= μεζέδες). ~ή και πικάντικη γεύση.|| Παράκτια ~ή λίμνη. Νερό γλυκό, υφάλμυρο ή ~ό. 2. (μτφ.-προφ.) σχετικά ακριβός, δαπανηρός: ~ός: λογαριασμός. Είναι ~οί στις τιμές τους. Πβ. τσιμπημένος, τσουχτερός. ΑΝΤ. φτηνός (1) ● Ουσ.: αλμυρά (τα): τρόφιμα που διατηρούνται σε αλάτι ή που έχουν (πολύ) αλάτι: μπουφές με ~ και γλυκά. Τα ~ συνοδεύουν το αλκοόλ. Πβ. παστά. ● Υποκ.: αλμυρούτσικος , η/ια, ο & αρμυρούτσικος: ΣΥΝ. υφάλμυρος ● επίρρ.: αλμυρά & αρμυρά: ακριβά. ● ΦΡ.: θα σου ξηγηθώ αλμυρό/αράπικο φιστίκι! βλ. φιστίκι [< 1: αρχ. ἁλμυρός]
2336αλμυρότητα[ἁλμυρότητα] αλ-μυ-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αλατότητα: η ~ της θάλασσας. Βαθμός/επίπεδα ~ας. 2. η ιδιότητα του αλμυρού, αλμύρα. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αλμυράδα [< αρχ. ἁλμυρότης]
2339αλόγα[ἀλόγα] α-λό-γα ουσ. (θηλ.) (μειωτ.-υβριστ.): μεγαλόσωμη και συνήθ. άχαρη και άκομψη γυναίκα. Πβ. φοράδα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.