| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2308 | αλλού | [ἀλλοῦ] αλ-λού επίρρ. (κυρ. προφ.-οικ.) 1. σε άλλο(ν) τόπο, σημείο, θέμα, ζήτημα ή πρόσωπο: Πού ~ μπορώ να πάω; Ας συναντηθούμε κάπου ~. Μεταφερθήκαμε ~. ~ ήθελε να πάει κι ~ πηγαίνει. Εκδρομές στην Ελλάδα ή οπουδήποτε ~ στον κόσμο. Πουθενά ~ δεν θα βρεις τέτοια ομορφιά! Δεν υπάρχει λόγος να τρέχετε ~. Το ζήτημα αναλύεται λεπτομερέστερα ~ (πβ. ακολούθως, παρακάτω, πιο πάνω).|| ~ ήταν η αιτία του προβλήματος. Έχει το μυαλό του ~. Η ζωή είναι ~ (: σε άλλα σπουδαιότερα θέματα). Το μυαλό μου πάει ~ (: σε κάτι άλλο πιο σημαντικό ή πιο ανησυχητικό).|| Αυτά να τα πεις ~ (: σε κάποιον άλλο, εμένα δεν με πείθεις. Πβ. αλλού αυτά). Βρήκε ~ στοργή. Πού ~ θα βρεις τέτοια περιποίηση; ΑΝΤ. εδώ (1), εκεί (1) 2. (όταν προηγείται πρόθεση) δηλώνει κατεύθυνση ή προέλευση: Για ~ ξεκίνησε κι ~ βρέθηκε. Ήρθαν εδώ από ~. Έχει εισοδήματα από ~ (: από άλλη πηγή). Τα έμαθα από ~ (: από κάποιον άλλο). 3. (προφ.) (σε ερωτημ. φρ.) δηλώνει κάτι σχεδόν αυτονόητο: -Πού πας; -Πού ~; (: στο γνωστό, συνηθισμένο μέρος). Η μόδα αυτή ήρθε, από πού ~; από το εξωτερικό. ● ΦΡ.: αλλού αυτά! (προφ.): μην προσπαθείς να με ξεγελάσεις, να με επηρεάσεις, δεν με πείθεις: ~ ~, όχι σε μένα., αλλού κι αλλού/αλλού γι' αλλού (προφ.-ειρων.): σε εντελώς διαφορετικό σημείο ή πρόσωπο από αυτό που πρέπει ή από αυτό που είχε αρχικά σχεδιαστεί: Έκανε σουτ και η μπάλα πήγαινε ~ κι ~. Κοιτάζουν ~ γι' ~.|| (αργκό) Αυτός είναι ~ γι' ~ (: βρίσκεται στον κόσμο του, δεν ξέρει τι λέει ή τι του γίνεται). Πβ. είναι τσίου., αλλού το όνειρο κι αλλού το θαύμα (παροιμ.): σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα πράγματα έρχονται διαφορετικά απ' ό,τι τα περιμένει κανείς. Βλ. αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες., αλλού/εδώ πατώ κι αλλού βρίσκομαι 1. δεν έχω σταθερό βήμα: ~ ~ από τη ζαλάδα/το μεθύσι! 2. (μτφ.-ειρων.) δεν ξέρω τι κάνω ή τι λέω, τα έχω εντελώς χαμένα: Δεν ξέρει τι του γίνεται, ~ πατάει κι ~ βρίσκεται., από αλλού το περίμενα και από αλλού μου ήρθε (προφ.- συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): (για να δηλωθεί) αναπάντεχο κι απρόβλεπτο γεγονός., είμαι αλλού (μτφ.-προφ.): δεν έχω επαφή με την πραγματικότητα, με απασχολούν, σκέφτομαι άλλα πράγματα: Μα τι μου λες τώρα, εγώ ~ ~! Δεν ακούει τι λέμε, είναι ~ (= αφηρημένος)., το πας αλλού (προφ.) 1. στρέφεις τη συζήτηση σε άλλη κατεύθυνση, σε άλλο θέμα: Μην ~ ~, άλλο είναι το πρόβλημά μας. ΣΥΝ. αλλάζω/γυρίζω (την) κουβέντα/(τη) συζήτηση 2. έχεις κάτι άλλο κατά νου, έχεις άλλες επιδιώξεις: Δεν κατάλαβες καλά, το πάει ~ (το πράγμα)., αλλού ο παπάς (κι) αλλού τα ράσα του βλ. παπάς, αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες βλ. κακάρισμα, να πας/πήγαινε να τα πουλήσεις αλλού/σε άλλον βλ. πουλώ, όπου αλλού βλ. όπου, πέρα βρέχει βλ. βρέχω [< μεσν. αλλού] | |
| 2309 | αλλούβια | [ἀλλούβια] αλ-λού-βι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΓΕΩΛ. ιζήµατα που µεταφέρονται από τρεχούμενο νερό (π.χ. χειμάρρους) και αποτίθενται κυρ. στους πυθμένες θαλασσών ή λιμνών: Περιοχές με ~. [< γαλλ. alluvions] | |
| 2310 | αλλουβιακός | , ή, ό [ἀλλουβιακός] αλ-λου-βι-α-κός επίθ. & αλλούβιος, -α, -ο: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με, αποτελείται ή σχηματίζεται από αλλούβια: ~ή: ζώνη. ~ό: δάσος/έδαφος/ριπίδιο (: σχηματισμός σε στόμιο φαραγγιού ή κοιλάδας, όπου τα νερά διασπείρουν το φορτίο των ιζημάτων που μεταφέρουν σε σχήμα βεντάλιας). ~ές: αποθέσεις/προσχώσεις. ΣΥΝ. προσχωματικός, προσχωσιγενής [< γαλλ. alluvial] | |
| 2311 | αλλοφροσύνη | [ἀλλοφροσύνη] αλ-λο-φρο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): έλλειψη λογικού ελέγχου και ψυχραιμίας, παραφροσύνη: Η ~ της καθημερινής ζωής/του πολέμου. Πανικός/χάος και ~. Επακολούθησαν σκηνές ~ης. Σε κατάσταση ~ης. Πβ. λύσσα, μανία, μένος, παράνοια, τρέλα. Βλ. -οσύνη. [< μτγν. ἀλλοφροσύνη] | |
| 2312 | αλλόφρων | , ων, ον [ἀλλόφρων] αλ-λό-φρων επίθ. (λόγ.) & (σπάν., μόνο στο αρσ.) αλλόφρονας: έξαλλος, εκτός εαυτού, έξω φρενών: ~ονες: οπαδοί. ~ονα: πλήθη (= μανιασμένα). ~ από τρόμο. Σε αλλόφρονη κατάσταση. Πετάχτηκε ~ από το κρεβάτι του. Έτρεχε/τριγύριζε ~ στους δρόμους.|| (ως ουσ.) Κοινωνία ~όνων και αρχομανών. Πβ. παράφρων. Βλ. -φρων. [< μτγν. ἀλλόφρων] | |
| 2313 | αλλόφυλος | , η, ο [ἀλλόφυλος] αλ-λό-φυ-λος επίθ. (παρωχ.): που ανήκει σε διαφορετική φυλή ή έθνος: ~οι: εισβολείς.|| (συνήθ. ως ουσ.) Αφομοίωση/ένταξη ~ύλων. Κοινωνία που ανέχεται τον ~ο, τον αλλόγλωσσο, τον αλλόθρησκο. Πβ. αλλο-γενής, -εθνής. ΑΝΤ. ομόφυλος (2) ● ΦΡ.: αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων (ΠΔ): λέγεται όταν κάποιος επιλέγει να ζημιωθεί και ο ίδιος, προκειμένου να υποστούν βλάβη οι εχθροί του. [< αρχ. ἀλλόφυλος] | |
| 2314 | αλλόφωνο | [ἀλλόφωνο] αλ-λό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {αλλοφών-ου | -ων}: ΓΛΩΣΣ. καθεμία από τις διαφορετικές φωνητικές παραλλαγές με τις οποίες πραγματώνεται ένα φώνημα ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο εμφανίζεται: τα ~α του φωνήματος /x/ στις λέξεις χαρά (: υπερωικό) και χήρος (: ουρανικό). Φωνήματα, ~α και ελεύθερες παραλλαγές. Βλ. αλλόμορφο. [< αγγλ. allophone, 1938, γαλλ. ~, περ. 1950] | |
| 2315 | αλλόφωνος | , η, ο [ἀλλόφωνος] αλ-λό-φω-νος επίθ.: αλλόγλωσσος. Βλ. -φωνος. [< μτγν. ἀλλόφωνος, γαλλ. allophone, περ. 1950] | |
| 2316 | αλλόχθων | , ων, ον [ἀλλόχθων] αλ-λό-χθων επίθ. {αλλόχθ-ονος, -ονα | -ονες (ουδ. -ονα) -όνων} 1. (επίσ.) που κατάγεται, προέρχεται από διαφορετική χώρα: ~ονες: µαθητές/πληθυσμοί.|| (ως ουσ.) Πολιτιστικές σχέσεις ανάμεσα σε αυτόχθονες και ~ονες. Πβ. αλλο-δαπός, -εθνής, ετερόχθων.|| ~ονες (μη-γηγενείς) γλώσσες. 2. ΟΙΚΟΛ. (για είδος) που έχει εισαχθεί από άλλη περιοχή: ~ονα: υλικά (: που µεταφέρονται σε ένα οικοσύστηµα από κάπου αλλού). ~ονα είδη στις ελληνικές θάλασσες. 3. ΓΕΩΛ. που έχει μεταφερθεί, προέρχεται από άλλο μέρος ή δημιουργήθηκε από υλικό ξένο προς την περιοχή: ~ονα: ιζήματα/πετρώματα. ΑΝΤ. αυτόχθων (3) [< γερμ. allochthon, γαλλ. allochtone, 1907, αγγλ. allochthonous, 1911, allochthon, 1942] | |
| 2317 | αλλυλικός | , ή, ό [ἀλλυλικός] αλ-λυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιλαμβάνει την ομάδα του αλλυλίου: ~ή αλκοόλη (: παράγωγο του πετρελαίου, για τη σύνθεση της γλυκερίνης και την παραγωγή πλαστικών). [< γαλλ. allylique, αγγλ. allylic] | |
| 2318 | αλλύλιο | [ἀλλύλιο] αλ-λύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {αλλυλίου}: ΧΗΜ. οργανική ρίζα που περιλαμβάνει την ακόρεστη ομάδα C3H5: ανθρακικό ~. ~ λιθίου/νατρίου. [< γαλλ. allyle, αγγλ. allyl] | |
| 2319 | άλλως | [ἄλλως] άλ-λως επίρρ. (επίσ.) 1. σε διαφορετική περίπτωση, αλλιώς: Τα δικαιολογητικά θα πρέπει να κατατεθούν έως αύριο, ~ δεν θα γίνονται δεκτά. ΣΥΝ. διαφορετικά (2) 2. με διαφορετικό τρόπο: Oι διατάξεις ισχύουν από τη δημοσίευση του παρόντος, εκτός αν ~ ορίζεται σε αυτές. ΣΥΝ. διαφορετικά (1) ● ΦΡ.: άλλως πως: κάπως αλλιώς, διαφορετικά: Το συμβόλαιο ορίζει ότι ... εκτός αν συμφωνήσουν ~ ~ τα συμβαλλόμενα μέρη., ούτως ή άλλως: έτσι κι αλλιώς, σε κάθε περίπτωση: Δεν με προσκάλεσε, αλλά ~ ~ δεν θα πήγαινα. Πβ. όπως και να έχει το πράγμα. [< αρχ. ἄλλως] | |
| 2320 | άλλωστε | [ἄλλωστε] άλ-λω-στε σύνδ.: (συχνά στην αρχή ή κοντά στην αρχή πρότασης) εξάλλου: Μπορείς να μείνεις κι άλλο εδώ· ~ δεν βιάζομαι να φύγω. ~ δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ... (πβ. επιπλέον). Δεν θα μπορούσε ~ να γίνει κι αλλιώς. ΣΥΝ. εκτός/πέραν αυτού/τούτου ● ΦΡ.: όπως άλλωστε: όπως βέβαια, έτσι όπως: Αποδείχθηκε ανάξιος εμπιστοσύνης, ~ ~ το περίμενα. [< αρχ. φρ. ἄλλως τε] | |
| 2321 | άλμα | [ἅλμα] άλ-μα ουσ. (ουδ.) {άλματ-ος | -ατα} 1. κίνηση που συνίσταται σε κάμψη συνήθ. των γονάτων και του κορμού και στη συνέχεια εκτίναξη ολόκληρου του σώματος στον αέρα πάνω από το έδαφος ή μια επιφάνεια: επικίνδυνο/θεαματικό/τολμηρό ~. ~ αλεξιπτωτιστή/ελεύθερης πτώσης. ~ με/χωρίς φόρα. ~ με τα πόδια ενωμένα. ~ πάνω από τεντωμένο σχοινί. ~ θανάτου (πβ. σάλτο μορτάλε).|| (ΑΘΛ.) Άκυρο/διπλό/έγκυρο ~. ~ από βατήρα. ~ με σκι. Δοκιμαστικά/ελεύθερα/μεγάλα/πολλαπλά ~ατα. Πάσα/σουτ με ~.|| (ΖΩΟΛ.) ~ ακρίδας/βατράχου. ΣΥΝ. πήδημα (1) 2. (μτφ.) γρήγορη και μεγάλη άνοδος, ταχεία μετάβαση από μια κατάσταση σε άλλη: γιγάντιο/τεχνολογικό ~. ~ ανάπτυξης/κερδών/τιμών (ΣΥΝ. εκτίναξη). ~ στο μέλλον/στη σκέψη (βλ. συνειρμός). Κάνω ~. Ένα νέο ~ της επιστήμης. Νέο ~ πραγματοποίησε ο πληθωρισμός. Λογικό ~ (: για συλλογισμό χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, ΣΥΝ. κενό, χάσμα). Χρονικό ~ στην αφήγηση. 3. (επιστ.) κάθε απότομη μετάβαση ή αλλαγή κατεύθυνσης που διασπά μια συνέχεια ή λογική διαδικασία: (ΦΥΣ.) ενεργειακό/κβαντικό ~. ~ ηλεκτρονίου. (ΜΑΘ.) ~ συνάρτησης. (ΜΗΧΑΝ.) Υδραυλικά ~ατα. (ΓΕΩΛ.) ~ ρήγματος (: μετατόπιση, ολίσθηση). 4. ΠΛΗΡΟΦ. αλλαγή της κανονικής ροής του προγράμματος με παράκαμψη μιας ή περισσότερων εντολών και μεταφορά του ελέγχου σε άλλο σημείο του προγράμματος: ~ υπό/χωρίς συνθήκη. Εντολή/πίνακας ~ατος. ● ΣΥΜΠΛ.: άλμα ίππου: ΑΘΛ. αγώνισμα της ενόργανης γυμναστικής, κατά το οποίο ο αθλητής παίρνει φόρα και εκτελεί άλμα, πατώντας σε βατήρα και τοποθετώντας στη συνέχεια τα χέρια στον ίππο, για να εκτιναχθεί και να προσγειωθεί τελικά στο έδαφος. [< αγγλ. vaulting horse] , (άλμα εις) μήκος βλ. μήκος, (άλμα εις) τριπλούν βλ. τριπλούν, (άλμα εις) ύψος βλ. ύψος, (άλμα) επί κοντώ βλ. κοντός ● ΦΡ.: άλμα στο κενό βλ. κενό [< αρχ. ἅλμα, γαλλ. saut, αγγλ. jump] | |
| 2322 | αλμανάκ | [ἀλμανάκ] αλ-μα-νάκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ετήσια συνήθ. έκδοση σε μορφή ημερολογίου με τα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς ή με πληροφορίες που αφορούν έναν συγκεκριμένο τομέα: ελληνικό και διεθνές ~. ~ 2026.|| Ραδιοφωνικό/τηλεοπτικό ~. 2. είδος ετήσιου ημερολογίου που περιέχει αστρονομικά και μετεωρολογικά δεδομένα, καθώς και πλήθος άλλων πληροφοριών. Πβ. καζαμίας. [< γαλλ. almanach] | |
| 2323 | αλματώδης | , ης, ες [ἁλματώδης] αλ-μα-τώ-δης επίθ. {αλματώδ -ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που γίνεται με πολύ γρήγορο ρυθμό, ραγδαίος: ~ης: άνοδος/αύξηση/βελτίωση/εξέλιξη/πρόοδος. ~η: βήματα. Η ~ ανάπτυξη της ψηφιακής τεχνολογίας. Βαθμιαίες/σταδιακές ή ~εις αλλαγές. Με ~εις ρυθμούς. Πβ. ταχύτατος. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: αλματωδώς [-ῶς]: Η κατάσταση της υγείας του βελτιώθηκε ~. [< γερμ. sprunghaft] | |
| 2324 | άλμη | [ἅλμη] άλ-μη ουσ. (θηλ.) & άρμη 1. αλατισμένο νερό για τη συντήρηση τροφίμων: ξηρή/υγρή ~. Τυρί ~ης. Αμπελόφυλλα/ελιές/κάππαρη/ψάρια σε ~. Βλ. οξ~. ΣΥΝ. γάρος (1), σαλαμούρα 2. στρώμα αλατιού που απομένει σε επιφάνεια (π.χ. στις αλυκές) ύστερα από εξάτμιση του θαλασσινού νερού. Πβ. αλμύρα. [< αρχ. ἅλμη] | |
| 2325 | αλμπάνης | [ἀλμπάνης] αλ-μπά-νης ουσ. (αρσ.) {αλμπάνηδες | θηλ. αλμπάνισσα} 1. (λαϊκό-μτφ.-μειωτ.) ατζαμής και κατ' επέκτ. απατεώνας, κομπογιαννίτης. Πβ. αγύρτης, τσαρλατάνος. ΑΝΤ. δεξιοτέχνης 2. (παρωχ.) πεταλωτής. [< τουρκ. nalbant] | |
| 2326 | άλμπατρος | [ἄλμπατρος] άλ-μπα-τρος ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΡΝΙΘ. μεγαλόσωμο θαλασσοπούλι (οικογ. Diomedeidae) του Νότιου κυρ. Ημισφαιρίου, με νηκτική μεμβράνη στα πόδια, ικανό για μεγάλης διάρκειας πτήσεις. [< γαλλ. albatros] | |
| 2327 | αλμπινισμός | [ἀλμπινισμός] αλ-μπι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. αλφισμός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ