Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32780-32800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32112μόστραμό-στρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κυρ. στις ● ΦΡ.: για (τη) μόστρα: για προβολή: Αγόρασε καινούργιο αυτοκίνητο ~ ~., κάνει (τη) μόστρα (του): επιδεικνύεται: Με τη νέα του μηχανή ~ ~ στους φίλους του., χαλάω τη μόστρα/τα μούτρα (προφ.) 1. αλλοιώνω την εικόνα: Το σημάδι στο πρόσωπο ~ει ~ στη φωτογραφία. 2. χτυπώ κάποιον πολύ (σε σημείο να του παραμορφώσω το πρόσωπο): Θα του ~σω ~, αν τον δω μπροστά μου! ΣΥΝ. θα σου/του σπάσω τα μούτρα, πουλάω μούρη/μόστρα βλ. μούρη [< μεσν. μόστρα]
32113μοστράρωμο-στρά-ρω ρ. (αμτβ.) {μόστραρ-α κ. μοστράρ-ισα} (λαϊκό): παρουσιάζω κάποιον ή κάτι για επίδειξη ή αυτοπροβάλλομαι: Τον ~ουν σαν κορυφαίο παίκτη (πβ. λανσάρω).|| ~ει για γαμπρός. ΣΥΝ. πουλώ (3) [< ιταλ. mostrare]
32114μοσχ-βλ. μοσχο-
32115μοσχαναθρεμμένος, η, ο μο-σχα-να-θρεμ-μέ-νος επίθ. & μοσκαναθρεμμένος: καλοαναθρεμμένος, καλομαθημένος. Βλ. -θρεμμένος.
32116μοσχάριμο-σχά-ρι ουσ. (ουδ.) {μοσχαρ-ιού} & (λαϊκό) μοσκάρι 1. ΖΩΟΛ. το μικρό της αγελάδας και συνεκδ. το κρέας ή το δέρμα του: ~ ενός έτους. Πβ. μόσχος1. Βλ. βοοειδή, δαμάλι.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ νουά. ~ γιουβέτσι/κοκκινιστό/πατέ/ροσμπίφ/στιφάδο/ψητό.|| Γάντια από δέρμα ~ιού. 2. (μτφ.-υβριστ.) για παχύ ή αργοκίνητο άνθρωπο: Τρώει συνέχεια και έχει γίνει (σαν) ~/μοσχάρα. 3. (μτφ.-υβριστ.) για αναίσθητο, αγενές ή άβουλο, ανόητο άτομο: Τέτοιο ~/τέτοια μοσχάρα που είναι, πού να καταλάβει τι γίνεται! Βλ. γαϊδούρι. ● Υποκ.: μοσχαράκι (το) ● ΦΡ.: ο ύπνος τρέφει τα παιδιά κι ο ήλιος τα μοσχάρια βλ. ύπνος [< μτγν. μοσχάριον, μεσν. μοσκάρι]
32117μοσχαρίσιος, ια, ιο μο-σχα-ρί-σιος επίθ.: που προέρχεται από μοσχάρι: ~ιος: κιμάς. ~ια: γλώσσα. ~ιο: σνίτσελ/συκώτι/φιλέτο. ~ια: παϊδάκια/σκαλοπίνια/φιλετάκια.|| ~ιο: δέρμα. ● Ουσ.: μοσχαρίσια (η): μπριζόλα μοσχαρίσιου κρέατος: ~ γάλακτος/σπάλα. ~ στα κάρβουνα. Βλ. χοιρινή.
32118μοσχαροκεφαλήμο-σχα-ρο-κε-φα-λή ουσ. (θηλ.): κεφάλι μοσχαριού: (ΜΑΓΕΙΡ.) βραστή ~.
32119μοσχάτο[μοσχᾶτο] μο-σχά-το ουσ. (ουδ.) & μοσχάτος (ο): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λευκός, γλυκός οίνος από σταφύλια της ομώνυμης ποικιλίας. Πβ. μοσχοστάφυλο. Βλ. -άτο. [< μεσν. μοσχάτον]
32120μόσχευμαμό-σχευ-μα ουσ. (ουδ.) {μοσχεύμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΙΑΤΡ. ιστός ή όργανο που χρησιμοποιείται για μεταμόσχευση: δερματικό/καρδιακό/νεφρικό/οστικό/συμβατό ~. ~ κερατοειδούς/μυελού των οστών. Απόρριψη/δωρεά/εύρεση/λήψη ~ατος. Ομφαλικά ~ατα (= βλαστοκύτταρα). Τράπεζα ~άτων. Βλ. ξενο~, εμφύτευμα. 2. ΓΕΩΠ. τμήμα βλαστού, ρίζας ή φύλλου που φυτεύεται σε κατάλληλο χώρο, σχηματίζει ρίζωμα και στη συνέχεια αναπτύσσεται σε φυτό όμοιο με το μητρικό: πολλαπλασιασμός με ~. Ξυλώδη/ποώδη/φυλλοφόρα ~ατα. ~ατα μαλακού ξύλου. ΣΥΝ. μπόλι (1) [< 1: αγγλ. transplant, 1951, 2: μτγν. μόσχευμα]
32121μοσχο- & μοσχό- & μοσχ-& μοσκο- & μοσκό- α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία της 1. ευχάριστης μυρωδιάς, της ευωδίας: μοσχο-λίβανο/~σάπουνο.|| Mοσχο-βολώ. Mοσχο-μυριστός.|| (σε κοινές ονομασ. φυτών κ. καρπών) Μοσχο-κάρυδο/~λέμονο/~μπίζελο.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Μοσχό-μαυρο. Μοσκο-κάρφι. 2. ιδιαίτερης φροντίδας και αγάπης: μοσχ-αναθρεμμένος (βλ. καλο-). 3. καλής τιμής, όπως αξιολογείται κατά περίπτωση από τον ομιλητή: μοσχο-πουλώ (βλ. ακριβο-, ξε-).
32122μοσχόβιομο-σχό-βι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Mc, Ζ 115) με 115 πρωτόνια και μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ.-γαλλ. Moscovium, 2016 < νεολατ. Moscovia ‘Μόσχα’]
32123μοσχοβίτικος, η, ο μο-σχο-βί-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Μόσχα ή/και τους Μοσχοβίτες. Βλ. -ίτικος.
32124μοσχοβολιάμο-σχο-βο-λιά ουσ. (θηλ.) & μοσκοβολιά & μοσχοβόλημα (το) (λαϊκό-λογοτ.): δυνατή και ευχάριστη μυρωδιά. ΣΥΝ. άρωμα (1), ευωδιά ΑΝΤ. μπόχα
32125μοσχοβολιστός, ή, ό μο-σχο-βο-λι-στός επίθ.: που μυρίζει πολύ όμορφα. Πβ. ευωδιαστός.
32126μοσχοβολώ[μοσχοβολῶ] μο-σχο-βο-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μοσχοβολ-ά κ. -άει ... | μοσχοβόλ-ησε, (λογοτ.) -ισμένος, -ώντας} & μοσχοβολάω & μοσκοβολώ (προφ.): μυρίζω πολύ όμορφα: Το γιασεμί/το θυμάρι/η ρίγανη ~ούν. ~ησε η κουζίνα από τα νόστιμα φαγητά. Βλ. -βολώ. ΣΥΝ. ευωδιάζω, μοσχομυρίζω ΑΝΤ. βρομώ, ζέχνω [< μεσν. μοσχοβολώ]
32127μοσχοθυμίαμαμο-σχο-θι-μί-α-μα ουσ. (ουδ.): μοσχολίβανο.
32128μοσχοκάρυδομο-σχο-κά-ρυ-δο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) μοσκοκάρυδο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αρωματικός καρπός (της μοσχοκαρυδιάς, του τροπικού δέντρου Myristica fragans) με ωοειδές σχήμα, καστανό χρώμα και μέγεθος μικρού καρυδιού με έντονη γεύση, που χρησιμοποιείται ως μπαχαρικό: τριμμένο ~. [< μεσν. μοσχοκάρυδον]
32129μοσχοκάρφιμο-σχο-κάρ-φι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. το γαρίφαλο ως καρύκευμα. Πβ. καρυόφυλλο. [< μεσν. μοσχοκάρφιν]
32130μοσχολέμονομο-σχο-λέ-μο-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. λάιμ.
32131μοσχολίβανομο-σχο-λί-βα-νο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) μοσκολίβανο: αρωματικό λιβάνι, ευώδες θυμίαμα. ΣΥΝ. μοσχοθυμίαμα. [< μεσν. μοσχολίβανον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.