| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32132 | μοσχόμαυρο | μο-σχό-μαυ-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αρωματική ποικιλία σταφυλιού κόκκινου χρώματος που ευδοκιμεί στη Βόρεια Ελλάδα και (κυρ. συνεκδ.) το κρασί που παράγεται από αυτή. | |
| 32133 | μοσχομπίζελο | μο-σχο-μπί-ζε-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. μονοετές αναρριχώμενο φυτό (επιστ. ονομασ. Lathyrus odoratus) με μακρύ, λεπτό βλαστό και αρωματικά άνθη σε διάφορα χρώματα. | |
| 32134 | μοσχομυρίζω | μο-σχο-μυ-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μοσχομύρι-σε, -σει, -σμένος} & (λαϊκό) μοσκομυρίζω: αναδίδω δυνατό και όμορφο άρωμα, μυρίζω πολύ ωραία: Έφτιαξα κέικ και ~σε το σπίτι. Τα ρούχα ~ουν από καθαριότητα και φρεσκάδα. ΣΥΝ. ευωδιάζω, μοσχοβολώ ΑΝΤ. βρομώ, ζέχνω [< μεσν. μοσχομυρίζω] | |
| 32135 | μοσχομυριστός | , ή, ό μο-σχο-μυ-ρι-στός επίθ. (προφ.): που αναδίδει έντονη και ευχάριστη μυρωδιά: ~ό: φαγητό/ψωμί. ~ά: λουλούδια. Πβ. ευωδιαστός. | |
| 32136 | μοσχομυρωδάτος | , η, ο [μοσχομυρωδᾶτος] μο-σχο-μυ-ρω-δά-τος επίθ.: μοσχομυριστός. Βλ. -άτος. [< μεσν. μοσχομυρωδάτος] | |
| 32137 | μοσχοπληρώνω | μο-σχο-πλη-ρώ-νω ρ. (εμφατ.): πληρώνω κάτι πολύ ακριβά. Πβ. ακριβοπληρώνω. | |
| 32138 | μοσχοπουλώ | [μοσχοπουλῶ] μο-σχο-που-λώ ρ. (μτβ.) {μοσχοπουλ-ά κ. -άει ... | μοσχοπούλ-ησε, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & μοσχοπουλάω (οικ.): πουλώ ένα εμπόρευμα πολύ ακριβά. Βλ. για ένα κομμάτι/ένα καρβέλι/μια μπουκιά ψωμί. ΣΥΝ. ακριβοπουλώ ΑΝΤ. ξεπουλώ (1) | |
| 32139 | μόσχος1 | μό-σχος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): μικρό μοσχάρι· κυρ. στη ● ΦΡ.: ο μόσχος ο σιτευτός βλ. σιτευτός [< αρχ. μόσχος] | |
| 32140 | μόσχος2 | μό-σχος ουσ. (αρσ.): λιπαρή ουσία με έντονη οσμή που εκκρίνεται από τους αδένες που βρίσκονται κάτω από το δέρμα της κοιλιάς του μόσχου του μοσχοφόρου, ζώου που συγγενεύει με το ελάφι, και χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία· συνεκδ. κάθε παρόμοιο αρωματικό παρασκεύασμα: συνθετικός/τεχνητός/φυσικός ~. ● ΦΡ.: μόσχος!/μόσχος και κανέλα/και γαρίφαλο: ως ευχή σε κάποιον, συνήθ. μωρό, που ρεύτηκε. [< μτγν. μόσχος, γαλλ. musc, αγγλ. musk] | |
| 32141 | μοσχοσάπουνο | μο-σχο-σά-που-νο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): αρωματικό σαπούνι. | |
| 32142 | μοσχοστάφυλο | μο-σχο-στά-φυ-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία σταφυλιού με χαρακτηριστικό άρωμα και γλυκιά γεύση· μοσχάτο. | |
| 32143 | μοσχοφίλερο | μο-σχο-φί-λε-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία του σταφυλιού φιλέρι και (κυρ. συνεκδ.) το ομώνυμο κρασί που παράγεται από αυτή. | |
| 32144 | μοτέλ | μο-τέλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (κυρ. στην Αμερική και την Αγγλία) ξενοδοχείο που προσφέρει διαμονή και χώρο στάθμευσης και βρίσκεται έξω από κατοικημένες περιοχές, ιδ. σε οδικούς κόμβους, κατάλληλο για περαστικούς ταξιδιώτες. [< αμερικ. motel, 1925, γαλλ. ~, 1946] | |
| 32145 | μοτέρ | μο-τέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. κινητήρας: ενσωματωμένο/ηλεκτρικό ~. ● Υποκ.: μοτεράκι (το) [< γαλλ. moteur] | |
| 32146 | μοτέτο | μο-τέ-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. μορφή πολυφωνικής μουσικής σύνθεσης, συνήθ. θρησκευτικού χαρακτήρα, χωρίς συνοδεία οργάνων. [< ιταλ. mottetto] | |
| 32147 | μοτίβο | μο-τί-βο ουσ. (ουδ.) 1. επαναλαμβανόμενο θεματικό στοιχείο σε καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό έργο και κατ' επέκτ. οτιδήποτε επαναλαμβάνεται με τον ίδιο τρόπο και την ίδια μορφή: γεωμετρικό/διακοσμητικό/κλασικό/παραδοσιακό/φυτικό ~. ~ εικόνας/λαϊκής τέχνης/παραμυθιού. Ο ζωγράφος χρησιμοποιεί ως σταθερό ~ του τη φύση.|| (μτφ.) Ακολουθούν/συνεχίζουν το γνωστό ~ (πβ. τροπάριο). 2. ΜΟΥΣ. μελωδικό, αρμονικό ή ρυθμικό θέμα που κυριαρχεί, επαναλαμβάνεται ή παραλλάσσεται σε μουσικό έργο: βασικό/εξαγγελτικό (πβ. λάιτ μοτίφ)/κυρίαρχο/λαϊκό ~. Παραλλαγή σε διάφορα ~α. [< ιταλ. motivo] | |
| 32148 | μοτίφ | μο-τίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. διακοσμητικό στοιχείο: ~ για κάγκελα. ~ με λουλούδια. 2. είδος κρεμαστού κοσμήματος που φοριέται με αλυσίδα στον λαιμό: ασημένιο/λευκόχρυσο ~. [< γαλλ. motif] | |
| 32149 | μότο | μό-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σύντομη φράση που εκφράζει γενική αρχή, κατευθυντήρια ιδέα ή αντίληψη: ~ μεταξύ τίτλου και κειμένου (βλ. υπότιτλος). Το ~ του βιβλίου/της διαφήμισης/της ομάδας/του ποιήματος. Έχει για ~ της ζωής του το "Μην αφήνεις ποτέ για αύριο ό,τι μπορείς να κάνεις σήμερα". Χρησιμοποιεί ως ~ τον στίχο ... Βλ. απόφθεγμα, γνωμικό, ρητό, σλόγκαν. [< ιταλ. motto] | |
| 32150 | μοτό | μο-τό ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} (νεαν. αργκό): μοτοσικλέτα ή μοτοποδήλατο. [< γαλλ. moto] | |
| 32151 | μοτοκαλλιεργητής | μο-το-καλ-λι-ερ-γη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γεωργικό μηχάνημα που χρησιμοποιείται κυρ. για το φρεζάρισμα του εδάφους. Πβ. φρέζα. [< αγγλ. motor cultivator] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ