| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32152 | μοτοκρός | μο-το-κρός ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μότο-κρος: ΑΘΛ. αγώνας μοτοσικλετών μεγάλου κυβισμού που γίνεται σε ανώμαλο δρόμο ή σε ειδικές πίστες· συνεκδ. τύπος μοτοσικλέτας κατάλληλος για τέτοιου είδους αγώνες: πρωτάθλημα ~.|| Οδηγεί τη ~. Βλ. εντούρο. [< γαλλ. motocross, 1939, αγγλ. ~, 1951] | |
| 32153 | μοτοποδήλατο | μο-το-πο-δή-λα-το ουσ. (ουδ.) (επίσ.): μέσο μεταφοράς με δύο τροχούς που κινείται με βενζινοκίνητο μοτέρ μικρού κυβισμού. Πβ. μοτό. Βλ. παπάκι.|| Θαλάσσιο ~ (= τζετ σκι). ΣΥΝ. μηχανάκι (1), μοτοσακό [< αγγλ. motor bicycle, motorbike, 1903] | |
| 32154 | μοτοπορεία | μο-το-πο-ρεί-α ουσ. (θηλ.): πορεία με μοτοποδήλατα: ~ κούριερ και διανομέων φαγητού. ~ες: διαμαρτυρίας. Βλ. ποδηλατοπορεία. | |
| 32155 | μοτόρι | μο-τό-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (αργκό) μηχανή μικρού ή μεγάλου κυβισμού. 2. κινητήρας. 3. (παλαιότ.) μηχανοκίνητο καΐκι. ΣΥΝ. βενζίνα (2) ● Υποκ.: μοτοράκι (το) [< ιταλ. motore] | |
| 32156 | μότορσιπ | μό-τορ-σιπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. μικρό, συνήθ. φορτηγό πλοίο με μηχανή ντίζελ. [< αγγλ. motor ship, 1912, γαλλ. motorship, 1926] | |
| 32157 | μοτοσακό | μο-το-σα-κό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): τύπος μοτοσικλέτας μικρού κυβισμού. ΣΥΝ. μοτοποδήλατο [< ελβετική εμπορ. ονομασ. Motosacoche, 1899] | |
| 32158 | μοτοσικλέτα | μο-το-σι-κλέ-τα ουσ. (θηλ.) {μοτοσικλετ-ών}: δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα με κινητήρα εσωτερικής καύσης: είδη ~ας. Αγώνες ~ών. Κάνει σούζες με τη ~. Πβ. μηχανή, μοτό. Βλ. εντούρο, παπάκι, σκούτερ, τετρακοσάρα, χάρλεϊ. Βλ. -έτα. [< ιταλ. motocicletta, 1890, γαλλ. motocyclette, 1896 - παλαιότ. ορθογρ. μοτοσυκλέτα] | |
| 32159 | μοτοσικλετισμός | μο-το-σι-κλε-τι-σμός ουσ. (αρσ.): συστηματική χρήση της μοτοσικλέτας ως μεταφορικού μέσου και η ενασχόληση με αυτή ως χόμπι. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. motocyclisme, 1896] | |
| 32160 | μοτοσικλετιστής | μο-το-σι-κλε-τι-στής ουσ. (αρσ.) , μοτοσικλετίστρια (η): οδηγός μοτοσικλέτας. Πβ. μηχανόβιος. [< γαλλ. motocycliste, 1896] | |
| 32161 | μοτοσικλετιστικός | , ή, ό μο-το-σι-κλε-τι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μοτοσικλέτα ή τον μοτοσικλετιστή: ~ός: όμιλος. ~ή: λέσχη/ομοσπονδία. | |
| 32162 | μοτσαρέλα | μο-τσα-ρέ-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαλακό λευκό τυρί ιταλικής προέλευσης που παράγεται από αγελαδινό γάλα: βουβαλίσια/τριμμένη ~. ~ κομμένη σε κύβους. ~ σε πίτσες/σαλάτες. Βλ. παρμεζάνα. [< ιταλ. mozzarella, γαλλ. ~, περ. 1960] | |
| 32163 | μου | {άκλ.} (συνήθ. μουουου!): η φωνή της αγελάδας και γενικότ. κάθε παρόμοιος ήχος. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 32164 | μου1 | βλ. εγώ | |
| 32165 | μου2 | βλ. δικός | |
| 32166 | μουαγιέ | μου-α-γιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΗΧΑΝΟΛ. το κεντρικό τμήμα του τροχού ενός οχήματος, πλήμνη: μπροστινό/πίσω ~. Κάλυμμα/μπουλόνια (του) ~. Η ζάντα βιδώνει στο ~. Βλ. ακραξόνιο, ρουλεμάν. [< γαλλ. moyeu] | |
| 32167 | μουαρέ | μου-α-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ύφασμα με μεταξωτή, κυματοειδή και στιλπνή υφή: ταφτάς ~. 2. ΤΥΠΟΓΡ. ακαλαίσθητο γεωμετρικό σχέδιο ή λεκές, ως αποτέλεσμα λανθασμένης εκτύπωσης. 3. ΠΛΗΡΟΦ. εμφάνιση, συνήθ. στα άκρα της οθόνης, παρασιτικών, κυματοειδών σχημάτων, η οποία οφείλεται σε κακή κατασκευή ή σε προβληματική σύνδεσή της με την κάρτα γραφικών. [< γαλλ. moiré] | |
| 32168 | μουβιόλα | μου-βιό-λα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό μηχάνημα για μοντάζ. Βλ. μονταζιέρα. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Moviola, 1929] | |
| 32169 | μούγγα | μούγ-γα ουσ. (θηλ.) & μούγκα 1. (αργκό) το να μη μιλά κάποιος: Όποιος δεν ξέρει, να κάνει ~. Πβ. βούβα. ΣΥΝ. μουγγαμάρα 2. (προφ.) (ως προσταγή) μην πεις κουβέντα! ● ΦΡ.: μούγγα στη στρούγκα (αργκό-επιτατ.): για απόλυτη σιωπή., πέφτει μούγκα/μουγκαμάρα: επικρατεί απόλυτη ησυχία, δεν μιλά κανείς (συνήθ. από φόβο ή αμηχανία). | |
| 32170 | μουγγαίνω | μουγ-γαί-νω ρ. (μτβ.) {μουγγά-θηκε, -θεί, συνήθ. μεσοπαθ.} & μουγκαίνω (οικ.): κάνω κάποιον να μην μπορεί να μιλήσει, βουβαίνω. Κυρ. στην ● Παθ.: μουγγάθηκε: έχασε την ικανότητα της ομιλίας· (κυρ. κατ' επέκτ.) έμεινε άναυδος κυρ. λόγω έκπληξης ή φόβου, σώπασε: Μετά το ατύχημα κουφάθηκε και ~ (= έγινε μουγγός).|| Τι έπαθες και τόση ώρα έχεις ~θεί (: δεν έχεις πει λέξη); Πβ. αποσβολώνομαι.|| (λαϊκό, ως κατάρα) (Που) να ~θείς! | |
| 32171 | μουγγαμάρα | μουγ-γα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) & μουγκαμάρα: κατάσταση κατά την οποία δεν ακούγεται καμία ομιλία, δεν μιλά κανείς: Μετά τον καβγά έπεσε ~ και παγωμάρα. ΣΥΝ. αλαλία (2), βουβαμάρα, μούγγα (1) ΑΝΤ. πολυλογία, φλυαρία |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ