Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32840-32860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32172μουγγός, ή, ό μουγ-γός επίθ. & μουγκός 1. που δεν μπορεί να μιλήσει λόγω εγγενούς αδυναμίας. Βλ. κωφάλαλος. 2. που μένει άφωνος ή δεν μιλά καθόλου. Πβ. άλαλος, αμίλητος, βουβός. ● επίρρ.: μουγγά ● ΦΡ.: στα μουγγά (προφ.): χωρίς θόρυβο, σιωπηλά: Κάθονταν ~ ~ (: χωρίς να λένε τίποτα). [< μεσν. μουγγός]
32173μουγγρίμουγ-γρί ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι χωρίς λέπια (επιστ. ονομασ. Conger conger) που μοιάζει με χέλι, έχει γκριζόμαυρη ράχη και μήκος που φτάνει μέχρι τα δύο μέτρα. [< μεσν. μουγγρίν]
32174μούγκαβλ. μούγγα
32175μουγκαίνωβλ. μουγγαίνω
32176μουγκαμάραβλ. μουγγαμάρα
32177μουγκανητόμου-γκα-νη-τό ουσ. (ουδ.) & μουγκάνισμα: μουγκρητό. Βλ. -ητό.
32178μουγκανίζωμου-γκα-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {μουγκάνισε}: βγάζω φωνή ή ήχο που χαρακτηρίζει τα βοοειδή: Η αγελάδα ~ει. Πβ. μουγκρίζω.
32179μουγκός, ή, ό βλ. μουγγός
32180μουγκρητόμου-γκρη-τό ουσ. (ουδ.): βαθύς και υπόκωφος ήχος: άγριο ~ ζώου/λιονταριού. Πβ. βρυχ-, μυκ-ηθμός, μουγκανητό, μούγκρισμα.|| (μτφ.) ~ κινητήρα/μηχανής. Το ~ του ανέμου/της θάλασσας/των κυμάτων. Ένα ~ πόνου ακούστηκε.
32181μουγκρίζωμου-γκρί-ζω ρ. (αμτβ.) {μούγκρι-σε, -σει, μουγκρίζ-οντας} 1. (για ζώο) βγάζω βαθιά και υπόκωφη φωνή: Ο ταύρος ~ει. Το λιοντάρι όρμησε ~οντας. Πβ. βρυχώμαι, μουγκανίζω. 2. (μτφ.) παράγω ήχο που μοιάζει με μούγκρισμα: ~ει από πόνο (πβ. βογκώ). Η μηχανή μούγκριζε στην ανηφόρα. Μούγκριζε με μανία ο αέρας/η θάλασσα. [< μτγν. μουγκρίζω]
32182μούγκρισμαμού-γκρι-σμα ουσ. (ουδ.): μουγκρητό. [< μεσν. μούγκρισμα]
32183μουδιάζωμου-διά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μούδια-σα, -σει, -σμένος, μουδιάζ-οντας} 1. αισθάνομαι ή προκαλώ προσωρινή αναισθησία στο σώμα ή σε κάποιο μέλος του: ~ από το αναισθητικό/το κρύο/τον ύπνο. Το πόδι μου ~σε από την ακινησία (πβ. μυρμηγκιάζω). Η ένεση/το φάρμακο θα σου ~σει τα δόντια/τα ούλα. ΑΝΤ. ξεμουδιάζω (1) 2. (μτφ.) βρίσκομαι σε αμηχανία, χαρακτηρίζομαι από έλλειψη αποφασιστικότητας, αδυνατώ να αντιδράσω ή προξενώ ανάλογη κατάσταση: ~ από ταραχή/τρόμο/φόβο. Mε ~σε η ψυχρή της υποδοχή. Η αγορά ~σε από τις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις. Φάνηκε ~σμένος και επιφυλακτικός στις δηλώσεις του. ~σμένη ήταν η ομάδα στο ξεκίνημα του αγώνα. ΣΥΝ. αδρανώ, παγώνω (4), παραλύω (3) [< μεσν. μουδιάζω]
32184μούδιασμαμού-δια-σμα ουσ. (ουδ.) {μουδιάσμ-ατα}: το αποτέλεσμα του μουδιάζω: ~ των άκρων (ποδιών/χεριών)/δαχτύλων. ~ στο πίσω μέρος του κεφαλιού (βλ. ημικρανία). ~ λόγω άγχους/κρύου/νευρολογικών διαταραχών. ~ατα και ρίγη. Πβ. αιμωδία, μυρμήγκιασμα. ΑΝΤ. ξεμούδιασμα.|| (μτφ.) ~ στην αγορά/οικονομική δραστηριότητα. Πβ. αδράνεια, αμηχανία.
32185μουδιάστραμου-διά-στρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (οικογ. Torpedinidae) που μοιάζει με σαλάχι και εκπέμπει ισχυρό ηλεκτρικό φορτίο από όργανα που βρίσκονται στα θωρακικά του πτερύγια. ΣΥΝ. νάρκη1 (4)
32186μουεζίνηςμου-ε-ζί-νης ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ιερωμένος που καλεί σε προσευχή τους πιστούς από τον μιναρέ του τζαμιού. Βλ. μουφτής, χότζας. ΣΥΝ. ιμάμης [< τουρκ. müezzin]
32187μουζικάντηςμου-ζι-κά-ντης ουσ. (αρσ.) & μουσικάντης (λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): πλανόδιος συνήθ. οργανοπαίκτης. [< ιταλ. musicante]
32188μουζίκοςμου-ζί-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. αγρότης, χωρικός της Τσαρικής Ρωσίας. 2. (μτφ.) απολίτιστος, άξεστος, αγροίκος. [< ρωσ. mužik]
32189μουλάραμου-λά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. & μούλα: θηλυκό μουλάρι. 2. (υβριστ.) για γυναίκα συνήθ. μεγαλόσωμη και χωρίς καλούς τρόπους. Βλ. γαϊδούρα.
32190μουλαράςμου-λα-ράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ημιονηγός. Βλ. -άς. 2. (μτφ.) άξεστος, αγροίκος.
32191μουλάριμου-λά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. στείρο ζώο που γεννιέται από τη διασταύρωση θηλυκού γαϊδάρου με άλογο ή φοράδας με γάιδαρο. || Δουλεύει/ήταν φορτωμένος σαν ~. ΣΥΝ. ημίονος 2. (υβριστ.) για άνθρωπο πεισματάρη, τεμπέλη ή αγενή. ● Υποκ.: μουλαράκι (το) ● ΦΡ.: γαϊδούρι/μουλάρι ξεσαμάρωτο/ξεκαπίστρωτο/ξέστρωτο βλ. γαϊδούρι [< μεσν. μουλάρι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.