| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32173 | μουγγρί | μουγ-γρί ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι χωρίς λέπια (επιστ. ονομασ. Conger conger) που μοιάζει με χέλι, έχει γκριζόμαυρη ράχη και μήκος που φτάνει μέχρι τα δύο μέτρα. [< μεσν. μουγγρίν] | |
| 32174 | μούγκα | βλ. μούγγα | |
| 32175 | μουγκαίνω | βλ. μουγγαίνω | |
| 32176 | μουγκαμάρα | βλ. μουγγαμάρα | |
| 32177 | μουγκανητό | μου-γκα-νη-τό ουσ. (ουδ.) & μουγκάνισμα: μουγκρητό. Βλ. -ητό. | |
| 32178 | μουγκανίζω | μου-γκα-νί-ζω ρ. (αμτβ.) {μουγκάνισε}: βγάζω φωνή ή ήχο που χαρακτηρίζει τα βοοειδή: Η αγελάδα ~ει. Πβ. μουγκρίζω. | |
| 32179 | μουγκός | , ή, ό βλ. μουγγός | |
| 32180 | μουγκρητό | μου-γκρη-τό ουσ. (ουδ.): βαθύς και υπόκωφος ήχος: άγριο ~ ζώου/λιονταριού. Πβ. βρυχ-, μυκ-ηθμός, μουγκανητό, μούγκρισμα.|| (μτφ.) ~ κινητήρα/μηχανής. Το ~ του ανέμου/της θάλασσας/των κυμάτων. Ένα ~ πόνου ακούστηκε. | |
| 32182 | μούγκρισμα | μού-γκρι-σμα ουσ. (ουδ.): μουγκρητό. [< μεσν. μούγκρισμα] | |
| 32183 | μουδιάζω | μου-διά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μούδια-σα, -σει, -σμένος, μουδιάζ-οντας} 1. αισθάνομαι ή προκαλώ προσωρινή αναισθησία στο σώμα ή σε κάποιο μέλος του: ~ από το αναισθητικό/το κρύο/τον ύπνο. Το πόδι μου ~σε από την ακινησία (πβ. μυρμηγκιάζω). Η ένεση/το φάρμακο θα σου ~σει τα δόντια/τα ούλα. ΑΝΤ. ξεμουδιάζω (1) 2. (μτφ.) βρίσκομαι σε αμηχανία, χαρακτηρίζομαι από έλλειψη αποφασιστικότητας, αδυνατώ να αντιδράσω ή προξενώ ανάλογη κατάσταση: ~ από ταραχή/τρόμο/φόβο. Mε ~σε η ψυχρή της υποδοχή. Η αγορά ~σε από τις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις. Φάνηκε ~σμένος και επιφυλακτικός στις δηλώσεις του. ~σμένη ήταν η ομάδα στο ξεκίνημα του αγώνα. ΣΥΝ. αδρανώ, παγώνω (4), παραλύω (3) [< μεσν. μουδιάζω] | |
| 32184 | μούδιασμα | μού-δια-σμα ουσ. (ουδ.) {μουδιάσμ-ατα}: το αποτέλεσμα του μουδιάζω: ~ των άκρων (ποδιών/χεριών)/δαχτύλων. ~ στο πίσω μέρος του κεφαλιού (βλ. ημικρανία). ~ λόγω άγχους/κρύου/νευρολογικών διαταραχών. ~ατα και ρίγη. Πβ. αιμωδία, μυρμήγκιασμα. ΑΝΤ. ξεμούδιασμα.|| (μτφ.) ~ στην αγορά/οικονομική δραστηριότητα. Πβ. αδράνεια, αμηχανία. | |
| 32185 | μουδιάστρα | μου-διά-στρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (οικογ. Torpedinidae) που μοιάζει με σαλάχι και εκπέμπει ισχυρό ηλεκτρικό φορτίο από όργανα που βρίσκονται στα θωρακικά του πτερύγια. ΣΥΝ. νάρκη1 (4) | |
| 32186 | μουεζίνης | μου-ε-ζί-νης ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. ιερωμένος που καλεί σε προσευχή τους πιστούς από τον μιναρέ του τζαμιού. Βλ. μουφτής, χότζας. ΣΥΝ. ιμάμης [< τουρκ. müezzin] | |
| 32187 | μουζικάντης | μου-ζι-κά-ντης ουσ. (αρσ.) & μουσικάντης (λαϊκό-συνήθ. μειωτ.): πλανόδιος συνήθ. οργανοπαίκτης. [< ιταλ. musicante] | |
| 32188 | μουζίκος | μου-ζί-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. αγρότης, χωρικός της Τσαρικής Ρωσίας. 2. (μτφ.) απολίτιστος, άξεστος, αγροίκος. [< ρωσ. mužik] | |
| 32189 | μουλάρα | μου-λά-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. & μούλα: θηλυκό μουλάρι. 2. (υβριστ.) για γυναίκα συνήθ. μεγαλόσωμη και χωρίς καλούς τρόπους. Βλ. γαϊδούρα. | |
| 32190 | μουλαράς | μου-λα-ράς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ημιονηγός. Βλ. -άς. 2. (μτφ.) άξεστος, αγροίκος. | |
| 32191 | μουλάρι | μου-λά-ρι ουσ. (ουδ.) 1. ΖΩΟΛ. στείρο ζώο που γεννιέται από τη διασταύρωση θηλυκού γαϊδάρου με άλογο ή φοράδας με γάιδαρο. || Δουλεύει/ήταν φορτωμένος σαν ~. ΣΥΝ. ημίονος 2. (υβριστ.) για άνθρωπο πεισματάρη, τεμπέλη ή αγενή. ● Υποκ.: μουλαράκι (το) ● ΦΡ.: γαϊδούρι/μουλάρι ξεσαμάρωτο/ξεκαπίστρωτο/ξέστρωτο βλ. γαϊδούρι [< μεσν. μουλάρι] | |
| 32192 | μουλαρίσιος | , ια, ιο μου-λα-ρί-σιος επίθ. (μτφ.): που σχετίζεται με μουλάρι ή το χαρακτηρίζει: ~ια: επιμονή. ~ιο: πείσμα. Βλ. -ίσιος. | |
| 32193 | μουλάρωμα | μου-λά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): επιμονή σε κάτι, πείσμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ