| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 32192 | μουλαρίσιος | , ια, ιο μου-λα-ρί-σιος επίθ. (μτφ.): που σχετίζεται με μουλάρι ή το χαρακτηρίζει: ~ια: επιμονή. ~ιο: πείσμα. Βλ. -ίσιος. | |
| 32193 | μουλάρωμα | μου-λά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): επιμονή σε κάτι, πείσμα. | |
| 32194 | μουλαρώνω | μου-λα-ρώ-νω ρ. (αμτβ.) {μουλάρω-σα, -σει, -μένος} (προφ.): μένω αμετακίνητος σε μία θέση ή άποψη ή δεν συνεργάζομαι. ΣΥΝ. επιμένω, με πιάνει το πείσμα (μου), πεισμώνω (2), στύλωσε τα πόδια/τα στύλωσε ΑΝΤ. υποχωρώ (2) | |
| 32195 | μουλάς | μου-λάς ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. (στο Ισλάμ) τίτλος που απονέμεται σε μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό ή νομοδιδάσκαλο. [< μεσν. μουλάς < τουρκ. molla] | |
| 32196 | μουλιάζω | μου-λιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μούλια-σα, -σει, -σμένος}: βουτώ κάτι σε υγρό -συνήθ. νερό- για αρκετή ώρα, κυρ. μέχρι να μαλακώσει· βρέχομαι: ~ τα ρούχα (στη λεκάνη). ~ όσπρια πριν από το μαγείρεμα. ~ σε διάλυμα/χλωρίνη (πβ. εμποτίζω). Πβ. μουσκεύω. Βλ. στεγνώνω.|| (μτφ., για πρόσ.) ~ στη βροχή/θάλασσα/μπανιέρα/στην πισίνα. ~σαν τα χέρια μου από το πολύ κολύμπι! [< μεσν. μουλιάζω] | |
| 32197 | μούλιασμα | μού-λια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μουλιάζω: ~ οσπρίων/ρούχων. ~ σε γάλα/νερό. Βλ. βρέξιμο. | |
| 32198 | μούλικο | μού-λι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): νόθο παιδί. Πβ. εξώγαμο, μπαστάρδικο. | |
| 32199 | μουλινέ | μου-λι-νέ επίθ. {άκλ.}: (για ακατέργαστο μετάξι) που έχει υποστεί μηχανική επεξεργασία, ώστε να μετατραπεί σε νήμα: κλωστή ~. [< γαλλ. mouliné] | |
| 32200 | μουλινέ | μου-λι-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καρούλι με νήμα που προσαρμόζεται σε καλάμι ή ψαροντούφεκο. [< γαλλ. moulinet] | |
| 32201 | μούλος | μού-λος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): νόθος, μπάσταρδος. [< ιταλ. mulo] | |
| 32202 | μούλτι | μούλ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μπλέντερ. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. multi] | |
| 32203 | μούλτι-κούλτι | μούλ-τι κούλ-τι επίθ.: πολυπολιτισμικός. [< αγγλ. multicultural, 1935] | |
| 32204 | μουλτιμίντια | μουλ-τι-μί-ντι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): πολυμέσα. | |
| 32205 | μούλτιπλεξ | μούλ-τι-πλεξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολυκινηματογράφος. [< αμερικ. multiplex, 1982, γαλλ. multiplexe, 1993] | |
| 32206 | μουλωχτός | , ή, ό μου-λω-χτός επίθ. (προφ.): που γίνεται ή κινείται, χωρίς να γίνει αντιληπτός και συνήθ. με δόλο. ΣΥΝ. υπόγειος (2), ύπουλος (1) ● επίρρ.: μουλωχτά ● ΦΡ.: στα μουλωχτά: κρυφά, αθόρυβα, ύπουλα: ~ ~ πάει να περάσει η νέα νομοθετική ρύθμιση. ΣΥΝ. στη ζούλα [< μεσν. μουλωτός] | |
| 32207 | μούμια | μού-μια ουσ. (θηλ.) 1. ταριχευμένο νεκρό σώμα ανθρώπου ή ζώου: αιγυπτιακές ~ιες. 2. (μτφ.-μειωτ.) για άσχημο, ρυτιδιασμένο ή αποκρουστικό άνθρωπο. [< ιταλ. mummia] | |
| 32208 | μουμιοποίηση | μου-μιο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η διαδικασία και το αποτέλεσμα της ταρίχευσης. ξηρά ~. Βλ. -ποίηση, σαπωνοποίηση. [< γαλλ. momification] | |
| 32210 | μουνόπανο | μου-νό-πα-νο ουσ. (ουδ.) (αργκό): (υβριστ.) αχρείος, τιποτένιος. | |
| 32211 | μουνούχισμα | μου-νού-χι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ευνουχισμός: ~ και στείρωση ζώων. | |
| 32212 | μουνούχος | [μουνοῦχος] μου-νού-χος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ευνούχος. 2. (μτφ.-μειωτ.) για άνθρωπο άβουλο, ανεύθυνο ή ανίκανο να πάρει πρωτοβουλία. [< μεσν. μουνούχος] | |