Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32860-32880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32192μουλαρίσιος, ια, ιο μου-λα-ρί-σιος επίθ. (μτφ.): που σχετίζεται με μουλάρι ή το χαρακτηρίζει: ~ια: επιμονή. ~ιο: πείσμα. Βλ. -ίσιος.
32193μουλάρωμαμου-λά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): επιμονή σε κάτι, πείσμα.
32194μουλαρώνωμου-λα-ρώ-νω ρ. (αμτβ.) {μουλάρω-σα, -σει, -μένος} (προφ.): μένω αμετακίνητος σε μία θέση ή άποψη ή δεν συνεργάζομαι. ΣΥΝ. επιμένω, με πιάνει το πείσμα (μου), πεισμώνω (2), στύλωσε τα πόδια/τα στύλωσε ΑΝΤ. υποχωρώ (2)
32195μουλάςμου-λάς ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. (στο Ισλάμ) τίτλος που απονέμεται σε μουσουλμάνο θρησκευτικό λειτουργό ή νομοδιδάσκαλο. [< μεσν. μουλάς < τουρκ. molla]
32196μουλιάζωμου-λιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μούλια-σα, -σει, -σμένος}: βουτώ κάτι σε υγρό -συνήθ. νερό- για αρκετή ώρα, κυρ. μέχρι να μαλακώσει· βρέχομαι: ~ τα ρούχα (στη λεκάνη). ~ όσπρια πριν από το μαγείρεμα. ~ σε διάλυμα/χλωρίνη (πβ. εμποτίζω). Πβ. μουσκεύω. Βλ. στεγνώνω.|| (μτφ., για πρόσ.) ~ στη βροχή/θάλασσα/μπανιέρα/στην πισίνα. ~σαν τα χέρια μου από το πολύ κολύμπι! [< μεσν. μουλιάζω]
32197μούλιασμαμού-λια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μουλιάζω: ~ οσπρίων/ρούχων. ~ σε γάλα/νερό. Βλ. βρέξιμο.
32198μούλικομού-λι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): νόθο παιδί. Πβ. εξώγαμο, μπαστάρδικο.
32199μουλινέμου-λι-νέ επίθ. {άκλ.}: (για ακατέργαστο μετάξι) που έχει υποστεί μηχανική επεξεργασία, ώστε να μετατραπεί σε νήμα: κλωστή ~. [< γαλλ. mouliné]
32200μουλινέμου-λι-νέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: καρούλι με νήμα που προσαρμόζεται σε καλάμι ή ψαροντούφεκο. [< γαλλ. moulinet]
32201μούλοςμού-λος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): νόθος, μπάσταρδος. [< ιταλ. mulo]
32202μούλτιμούλ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μπλέντερ. [< γαλλ. εμπορ. ονομασ. multi]
32203μούλτι-κούλτιμούλ-τι κούλ-τι επίθ.: πολυπολιτισμικός. [< αγγλ. multicultural, 1935]
32204μουλτιμίντιαμουλ-τι-μί-ντι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (προφ.): πολυμέσα.
32205μούλτιπλεξμούλ-τι-πλεξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολυκινηματογράφος. [< αμερικ. multiplex, 1982, γαλλ. multiplexe, 1993]
32206μουλωχτός, ή, ό μου-λω-χτός επίθ. (προφ.): που γίνεται ή κινείται, χωρίς να γίνει αντιληπτός και συνήθ. με δόλο. ΣΥΝ. υπόγειος (2), ύπουλος (1) ● επίρρ.: μουλωχτά ● ΦΡ.: στα μουλωχτά: κρυφά, αθόρυβα, ύπουλα: ~ ~ πάει να περάσει η νέα νομοθετική ρύθμιση. ΣΥΝ. στη ζούλα [< μεσν. μουλωτός]
32207μούμιαμού-μια ουσ. (θηλ.) 1. ταριχευμένο νεκρό σώμα ανθρώπου ή ζώου: αιγυπτιακές ~ιες. 2. (μτφ.-μειωτ.) για άσχημο, ρυτιδιασμένο ή αποκρουστικό άνθρωπο. [< ιταλ. mummia]
32208μουμιοποίησημου-μιο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η διαδικασία και το αποτέλεσμα της ταρίχευσης. ξηρά ~. Βλ. -ποίηση, σαπωνοποίηση. [< γαλλ. momification]
32210μουνόπανομου-νό-πα-νο ουσ. (ουδ.) (αργκό): (υβριστ.) αχρείος, τιποτένιος.
32211μουνούχισμαμου-νού-χι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ευνουχισμός: ~ και στείρωση ζώων.
32212μουνούχος[μουνοῦχος] μου-νού-χος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. ευνούχος. 2. (μτφ.-μειωτ.) για άνθρωπο άβουλο, ανεύθυνο ή ανίκανο να πάρει πρωτοβουλία. [< μεσν. μουνούχος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.