μου-νό-χει-λο ουσ. (ουδ.) {κυρ. στον πληθ.} (λ. ταμπού): το χείλος του αιδοίου.
32214
μουνόψειρα
μου-νό-ψει-ρα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. ψείρα που ζει ως παράσιτο στο τρίχωμα του αιδοίου. 2. (μτφ.-υβριστ.) για τιποτένιο και ενοχλητικό άνθρωπο. Πβ. κολλιτσίδα.
32215
μουντάδα
μου-ντά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη διαύγειας ή έντονου φωτός, σκοτεινιά: ~ και συννεφιά. Η ~ του καιρού/της πόλης/των χρωμάτων. Πβ. θαμπάδα, θολούρα. Βλ. -άδα.
μού-ντζα ουσ. (θηλ.) & μούτζα (προφ.) 1. υβριστική χειρονομία αγανάκτησης, οργής, αποδοκιμασίας με προτεταμένη παλάμη και ανοιχτά δάχτυλα προς το μέρος κάποιου: Του έδωσε/έριξε (μια) ~ κι έφυγε. ~ (και) με τα δύο χέρια. Πάρε μια ~ (= πάρε πέντε)! Βλ. όρσε. Πβ. το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης. ΣΥΝ. φάσκελο 2. (μτφ.) απόρριψη, περιφρόνηση και γενικότ. κάθε αρνητική στάση σε βάρος κάποιου: Δέχτηκα/έφαγα πολλές ~ες στη ζωή/από το περιβάλλον μου. Πβ. χαστούκι. [< μεσν. μούντζα]
μού-ντζω-μα ουσ. (ουδ.) & μούτζωμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μουντζώνω. ΣΥΝ. φασκέλωμα [< μεσν. μού(ν)τζωμα 'μαυρίλα']
32224
μουντιάλ
μου-ντι-άλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου που διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ εθνικών ομάδων. [< ισπαν. mundial]
32225
μουντιαλικός
, ή, ό μου-ντι-α-λι-κός επίθ. (προφ.): ΑΘΛ. που έχει σχέση με το μουντιάλ: ~ός: άσος/παίκτης.~ές: ανατροπές.
32226
μουντιαλίτο
μου-ντι-α-λί-το ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. ποδόσφαιρο που παίζεται σε γήπεδο μικρών διαστάσεων με ομάδες που συνήθ. αποτελούνται από πέντε ως οκτώ παίκτες· συνεκδ. το αντίστοιχο γήπεδο: πρωτάθλημα ~. ΣΥΝ. μίνι ποδόσφαιρο. [< ισπαν. mundialito]
32227
μουντοβόλεϊ
μου-ντο-βό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παγκόσμιο κύπελλο βόλεϊ που διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ εθνικών ομάδων.
32228
μουντομπάσκετ
μου-ντο-μπά-σκετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παγκόσμιο κύπελλο μπάσκετ που διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ εθνικών ομάδων: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων.
32229
μουντός
, ή, ό μου-ντός επίθ.: που δεν είναι φωτεινός, καθαρός ή διαυγής· κατ' επέκτ. υποτονικός, χωρίς ζωντάνια ή ενδιαφέρον: ~ός: καιρός/ουρανός. ~ό: χρώμα (ΑΝΤ. ζωηρός, λαμπερός).|| ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση (= μελαγχολική)/εικόνα/καθημερινότητα/μέρα/πόλη. ~ό: πρωινό/τοπίο. Πβ. θαμπός, θολός, σκοτεινός. ● επίρρ.: μουντά [< μεσν. μουντός]
32230
μουρ μουρ
: ηχομιμητική λέξη για τη μουρμούρα και τη γκρίνια. [< λ. ηχομιμητ.]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.