Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32880-32900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32213μουνόχειλομου-νό-χει-λο ουσ. (ουδ.) {κυρ. στον πληθ.} (λ. ταμπού): το χείλος του αιδοίου.
32214μουνόψειραμου-νό-ψει-ρα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. ψείρα που ζει ως παράσιτο στο τρίχωμα του αιδοίου. 2. (μτφ.-υβριστ.) για τιποτένιο και ενοχλητικό άνθρωπο. Πβ. κολλιτσίδα.
32215μουντάδαμου-ντά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη διαύγειας ή έντονου φωτός, σκοτεινιά: ~ και συννεφιά. Η ~ του καιρού/της πόλης/των χρωμάτων. Πβ. θαμπάδα, θολούρα. Βλ. -άδα.
32216μουντάρωμου-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {μούνταρ-α κ. -ισα} (λαϊκό): επιτίθεμαι ξαφνικά, ορμώ σε κάποιον. Πβ. χιμάω. [< μεσν. μουντάρω]
32217μούντζαμού-ντζα ουσ. (θηλ.) & μούτζα (προφ.) 1. υβριστική χειρονομία αγανάκτησης, οργής, αποδοκιμασίας με προτεταμένη παλάμη και ανοιχτά δάχτυλα προς το μέρος κάποιου: Του έδωσε/έριξε (μια) ~ κι έφυγε. ~ (και) με τα δύο χέρια. Πάρε μια ~ (= πάρε πέντε)! Βλ. όρσε. Πβ. το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης. ΣΥΝ. φάσκελο 2. (μτφ.) απόρριψη, περιφρόνηση και γενικότ. κάθε αρνητική στάση σε βάρος κάποιου: Δέχτηκα/έφαγα πολλές ~ες στη ζωή/από το περιβάλλον μου. Πβ. χαστούκι. [< μεσν. μούντζα]
32218μουντζαλιάβλ. μουτζαλιά
32219μουντζούραβλ. μουτζούρα
32220μουντζούρηςβλ. μουτζούρης
32221μουντζούρωμαβλ. μουτζούρωμα
32222μούντζωμαμού-ντζω-μα ουσ. (ουδ.) & μούτζωμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μουντζώνω. ΣΥΝ. φασκέλωμα [< μεσν. μού(ν)τζωμα 'μαυρίλα']
32224μουντιάλμου-ντι-άλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου που διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ εθνικών ομάδων. [< ισπαν. mundial]
32225μουντιαλικός, ή, ό μου-ντι-α-λι-κός επίθ. (προφ.): ΑΘΛ. που έχει σχέση με το μουντιάλ: ~ός: άσος/παίκτης. ~ές: ανατροπές.
32226μουντιαλίτομου-ντι-α-λί-το ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. ποδόσφαιρο που παίζεται σε γήπεδο μικρών διαστάσεων με ομάδες που συνήθ. αποτελούνται από πέντε ως οκτώ παίκτες· συνεκδ. το αντίστοιχο γήπεδο: πρωτάθλημα ~. ΣΥΝ. μίνι ποδόσφαιρο. [< ισπαν. mundialito]
32227μουντοβόλεϊμου-ντο-βό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παγκόσμιο κύπελλο βόλεϊ που διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ εθνικών ομάδων.
32228μουντομπάσκετμου-ντο-μπά-σκετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παγκόσμιο κύπελλο μπάσκετ που διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ εθνικών ομάδων: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων.
32229μουντός, ή, ό μου-ντός επίθ.: που δεν είναι φωτεινός, καθαρός ή διαυγής· κατ' επέκτ. υποτονικός, χωρίς ζωντάνια ή ενδιαφέρον: ~ός: καιρός/ουρανός. ~ό: χρώμα (ΑΝΤ. ζωηρός, λαμπερός).|| ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση (= μελαγχολική)/εικόνα/καθημερινότητα/μέρα/πόλη. ~ό: πρωινό/τοπίο. Πβ. θαμπός, θολός, σκοτεινός. ● επίρρ.: μουντά [< μεσν. μουντός]
32230μουρ μουρ: ηχομιμητική λέξη για τη μουρμούρα και τη γκρίνια. [< λ. ηχομιμητ.]
32231μουράβιαβλ. μοράβια
32232μουράγιομου-ρά-γιο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): προκυμαία. [< μεσν. μουράγια ‘τείχη’ < βεν. muragio]
32233μουράνομου-ρά-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φυσητό γυαλί εξαιρετικής τεχνικής και κατ' επέκτ. αντικείμενο φτιαγμένο με αυτό: κόσμημα/κρύσταλλο (από/με) ~. [< ιταλ. murano]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.