| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 32215 | μουντάδα | μου-ντά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): έλλειψη διαύγειας ή έντονου φωτός, σκοτεινιά: ~ και συννεφιά. Η ~ του καιρού/της πόλης/των χρωμάτων. Πβ. θαμπάδα, θολούρα. Βλ. -άδα. | |
| 32216 | μουντάρω | μου-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {μούνταρ-α κ. -ισα} (λαϊκό): επιτίθεμαι ξαφνικά, ορμώ σε κάποιον. Πβ. χιμάω. [< μεσν. μουντάρω] | |
| 32217 | μούντζα | μού-ντζα ουσ. (θηλ.) & μούτζα (προφ.) 1. υβριστική χειρονομία αγανάκτησης, οργής, αποδοκιμασίας με προτεταμένη παλάμη και ανοιχτά δάχτυλα προς το μέρος κάποιου: Του έδωσε/έριξε (μια) ~ κι έφυγε. ~ (και) με τα δύο χέρια. Πάρε μια ~ (= πάρε πέντε)! Βλ. όρσε. Πβ. το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης. ΣΥΝ. φάσκελο 2. (μτφ.) απόρριψη, περιφρόνηση και γενικότ. κάθε αρνητική στάση σε βάρος κάποιου: Δέχτηκα/έφαγα πολλές ~ες στη ζωή/από το περιβάλλον μου. Πβ. χαστούκι. [< μεσν. μούντζα] | |
| 32218 | μουντζαλιά | βλ. μουτζαλιά | |
| 32219 | μουντζούρα | βλ. μουτζούρα | |
| 32220 | μουντζούρης | βλ. μουτζούρης | |
| 32221 | μουντζούρωμα | βλ. μουτζούρωμα | |
| 32222 | μούντζωμα | μού-ντζω-μα ουσ. (ουδ.) & μούτζωμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μουντζώνω. ΣΥΝ. φασκέλωμα [< μεσν. μού(ν)τζωμα 'μαυρίλα'] | |
| 32224 | μουντιάλ | μου-ντι-άλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου που διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ εθνικών ομάδων. [< ισπαν. mundial] | |
| 32225 | μουντιαλικός | , ή, ό μου-ντι-α-λι-κός επίθ. (προφ.): ΑΘΛ. που έχει σχέση με το μουντιάλ: ~ός: άσος/παίκτης. ~ές: ανατροπές. | |
| 32226 | μουντιαλίτο | μου-ντι-α-λί-το ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. ποδόσφαιρο που παίζεται σε γήπεδο μικρών διαστάσεων με ομάδες που συνήθ. αποτελούνται από πέντε ως οκτώ παίκτες· συνεκδ. το αντίστοιχο γήπεδο: πρωτάθλημα ~. ΣΥΝ. μίνι ποδόσφαιρο. [< ισπαν. mundialito] | |
| 32227 | μουντοβόλεϊ | μου-ντο-βό-λε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παγκόσμιο κύπελλο βόλεϊ που διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ εθνικών ομάδων. | |
| 32228 | μουντομπάσκετ | μου-ντο-μπά-σκετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. παγκόσμιο κύπελλο μπάσκετ που διεξάγεται κάθε τέσσερα χρόνια μεταξύ εθνικών ομάδων: ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων. | |
| 32229 | μουντός | , ή, ό μου-ντός επίθ.: που δεν είναι φωτεινός, καθαρός ή διαυγής· κατ' επέκτ. υποτονικός, χωρίς ζωντάνια ή ενδιαφέρον: ~ός: καιρός/ουρανός. ~ό: χρώμα (ΑΝΤ. ζωηρός, λαμπερός).|| ~ή: ατμόσφαιρα/διάθεση (= μελαγχολική)/εικόνα/καθημερινότητα/μέρα/πόλη. ~ό: πρωινό/τοπίο. Πβ. θαμπός, θολός, σκοτεινός. ● επίρρ.: μουντά [< μεσν. μουντός] | |
| 32230 | μουρ μουρ | : ηχομιμητική λέξη για τη μουρμούρα και τη γκρίνια. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 32231 | μουράβια | βλ. μοράβια | |
| 32232 | μουράγιο | μου-ρά-γιο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): προκυμαία. [< μεσν. μουράγια ‘τείχη’ < βεν. muragio] | |
| 32233 | μουράνο | μου-ρά-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φυσητό γυαλί εξαιρετικής τεχνικής και κατ' επέκτ. αντικείμενο φτιαγμένο με αυτό: κόσμημα/κρύσταλλο (από/με) ~. [< ιταλ. murano] | |
| 32234 | μουράτος | , η, ο [μουρᾶτος] μου-ρά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): που ακολουθεί τις τάσεις της μόδας, έχει πολύ καλή εμφάνιση ή προσδίδει στιλ: ~ο: αυτοκίνητο/κινητό/κλαμπ. Βλ. -άτος, γκλαμουρ-, στιλ-άτος, τρέντι. | |
| 32235 | μούργα | μούρ-γα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κατακάθι συνήθ. λαδιού στον πυθμένα δοχείου. Πβ. (καθ)ίζημα. ΣΥΝ. χοντρό λάδι [< λατ. amurca < αρχ. ἀμόργη] | |