Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32900-32920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32234μουράτος, η, ο [μουρᾶτος] μου-ρά-τος επίθ. (νεαν. αργκό): που ακολουθεί τις τάσεις της μόδας, έχει πολύ καλή εμφάνιση ή προσδίδει στιλ: ~ο: αυτοκίνητο/κινητό/κλαμπ. Βλ. -άτος, γκλαμουρ-, στιλ-άτος, τρέντι.
32235μούργαμούρ-γα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κατακάθι συνήθ. λαδιού στον πυθμένα δοχείου. Πβ. (καθ)ίζημα. ΣΥΝ. χοντρό λάδι [< λατ. amurca < αρχ. ἀμόργη]
32236μουργέλαμουρ-γέ-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): βαρεμάρα, τεμπελιά. ΣΥΝ. σπαρίλα (1) [< ιταλ. muriella]
32237μούργοςμούρ-γος ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. ποιμενικό σκυλί, συνήθ. μεγαλόσωμο και σκουρόχρωμο. ΣΥΝ. μαντρόσκυλο (1), τσοπανόσκυλο (1) 2. (μτφ.-μειωτ.) για άνθρωπο άξεστο, αγενή ή πονηρό, ύπουλο. [< μεσν. μούργος]
32238μούρημού-ρη ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. πρόσωπο: κατέβασε μια ~ (μέχρι το πάτωμα). ΣΥΝ. μούτρο (1), μουτσούνα (2), φάτσα (1) 2. (συνεκδ.) για άνθρωπο πονηρό, κατεργάρη: Είναι μεγάλη ~! 3. (μτφ.) το μπροστινό τμήμα κάποιου πράγματος: Χτύπησε το αυτοκίνητο στη ~. ● Υποκ.: μουρίτσα (η) ● Μεγεθ.: μουράκλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτη μούρη (αργκό): για κάποιον που βρίσκεται στην πρώτη θέση ή σε μπροστινή σειρά και γενικότ. που ξεχωρίζει: ~ ~ στα κανάλια/στα μπουζούκια/στο πλάνο. ● ΦΡ.: είναι και η πρώτη μούρη! (αργκό): του έχουν μεγάλη εκτίμηση, τον υπολογίζουν., έρχομαι/πέφτω/βρίσκομαι μούρη με μούρη με κάποιον (προφ.): τον συναντώ τυχαία και αναπάντεχα: Βρέθηκε/έπεσε/ήρθε ~ ~ με τους διαρρήκτες. ΣΥΝ. κουτουλώ (3), πέφτω πάνω σε κάποιον/κάτι (1), πουλάω μούρη/μόστρα (αργκό): επιδεικνύομαι. ΣΥΝ. κάνω φιγούρα/κάνω τη φιγούρα μου, το παίζει μούρη (αργκό): παριστάνει τον σπουδαίο, επιδεικνύεται., όλα τα γουρούνια έχουνε την ίδια μούρη/μια μύτη έχουνε βλ. γουρούνι, πέφτει η μύτη/η μούρη μου βλ. μύτη, σκάω μούρη βλ. σκάω, του έκανε τα μούτρα/τη μούρη κρέας βλ. κρέας, τρίβω κάτι στα μούτρα/στη μούρη κάποιου βλ. τρίβω, τρώω στη μάπα/στη μούρη βλ. μάπα, τρώω χώμα βλ. χώμα, χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού βλ. μύτη [< μεσν. μούρη]
32239μουριάμου-ριά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.-λόγ.) μορέα: ΒΟΤ. είδη δέντρων και θάμνων (οικογ. Moraceae, γένος Morus) με μεγάλα οδοντωτά φύλλα που αποτελούν τη μοναδική σχεδόν τροφή του μεταξοσκώληκα: λευκή/μαύρη ~ (: με βάση τους καρπούς της). Πβ. συκαμινιά. [< μεσν. μουριά < μτγν. μορέα]
32240μουρλαίνωμουρ-λαί-νω ρ. (μτβ.) {μούρλα-να, μουρλά-θηκα, -μένος} (προφ.) 1. τρελαίνω: Δεν θα με ~εις εσύ με τις παλαβομάρες σου! ΣΥΝ. ζουρλαίνω (1), λωλαίνω & λολαίνω, παλαβώνω (2) 2. (κατ' επέκτ.) εκνευρίζω: Με ~νε, μιλούσε ασταμάτητα.
32241μουρλέγκωμουρ-λέ-γκω ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): για γυναίκα τρελή. ΣΥΝ. τρελέγκω, τρελόγκα, τρελοκαμπέρω, τρελοπαντιέρα
32242μούρλιαμούρ-λια ουσ. (θηλ.) 1. (ως επίθ.) πολύ καλός, εξαιρετικός: ειδική προσφορά σε τιμή ~! Το φαγητό ήταν ~ (= τρέλα)! 2. (ως επίρρ.) εκπληκτικά, υπέροχα, έξοχα: Περάσαμε ~! 3. & μούρλα: τρέλα, παραφροσύνη. ΣΥΝ. ζούρλα
32243μουρλός, ή, ό μουρ-λός επίθ. (προφ.) 1. τρελός ή παράλογος, παράτολμος: ~ για δέσιμο. Έτρεχε/φώναζε σαν ~. Άκου τι πήγε κι έκανε ο ~!|| (ως ουσ.) Ο ~ του χωριού. ΣΥΝ. ανισόρροπος (1), ζουρλός, παλαβός ΑΝΤ. λογικός (3), συνετός 2. (μτφ.) που του αρέσει κάτι πάρα πολύ, που ασχολείται μανιωδώς με αυτό: ~ για ποδόσφαιρο/σινεμά/ταξίδια. Είμαι ~ με τη δουλειά/τα παιδιά μου. ● ΦΡ.: γίνεται της τρελής/μουρλής/παλαβής βλ. τρελός [< βεν. murlo(n)]
32244μουρμούρα1μουρ-μού-ρα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Lithognathus mormyrus) γκρίζου-ασημί χρώματος με μακρόστενο και ωοειδές σώμα, μυτερό ρύγχος και σκούρες κάθετες ραβδώσεις.
32245μουρμούρα2μουρ-μού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. γκρίνια, παράπονα: Άσε/μην αρχίζεις τη ~. Κάνε αυτό που σου λέω χωρίς ~. Όλο κλάψα και ~ είναι! Πβ. μουρμούρισμα. Βλ. κρεβατο~. 2. ψίθυρος. [< μεσν. μουρμούρα]
32246μουρμούρης, α, ικο μουρ-μού-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): γκρινιάρης, παραπονιάρης.
32247μουρμουρίζωμουρ-μου-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μουρμούρι-σα, μουρμουρίζ-οντας} & μουρμουράω {-άς ...} 1. μιλώ μέσα από τα δόντια μου και χαμηλόφωνα, ψιθυρίζω: ~ ένα τραγούδι. ~σε το σκοπό/κρυφά κάποιες λέξεις. Πβ. ψελλίζω. Βλ. σιγο~. ΑΝΤ. κραυγάζω (1), φωνάζω (1) 2. (μτφ.) παραπονιέμαι, γκρινιάζω: Όλη την ώρα ~άει πότε για το ένα πότε για το άλλο. Πάψε να ~άς.μουρμουρίζει (λογοτ.): παράγει (ένα) συνεχή, απαλό ήχο σαν μουρμουρητό: Μουρμούριζαν τα φύλλα μες στον άνεμο. [< μεσν. μουρμουρίζω]
32248μουρμούρισμαμουρ-μού-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & μουρμουρητό: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μουρμουρίζω, μουρμούρα. [< μεσν. μουρμούρισμα]
32249μουρμουριστός, ή, ό μουρ-μου-ρι-στός επίθ.: που ακούγεται σαν μουρμούρισμα: ~ός: ήχος. ~ή: φωνή. Πβ. χαμηλόφωνος. ● επίρρ.: μουρμουριστά [< μεσν. μουρμουριστός]
32250μουρντάρηςμουρ-ντά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.): άνδρας που επιδιώκει ή έχει έντονη σεξουαλική ζωή. Πβ. γκομενιάρης, γυναικάς, δον Ζουάν, ερωτιάρης, ζωηρός, καζανόβας, κορτάκιας, μπερμπάντης. Βλ. -άρης, -άρα, -άρικο. [< μεσν. μουρντάρης < τουρκ. murdar]
32251μούρο[μοῦρο] μού-ρο ουσ. (ουδ.): ο εδώδιμος καρπός της μουριάς με χυμώδη σάρκα και έναν ή περισσότερους σπόρους στο εσωτερικό του: άσπρα/κόκκινα/μαύρα ~α. Βλ. γκότζι μπέρι. [< μεσν. μούρο(ν) < αρχ. μόρον]
32252μουρούναμου-ρού-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (επιστ. ονομασ. Molva molva) με λευκή σάρκα που συγγενεύει με τον μπακαλιάρο. Βλ. γάδος. [< μεσν. μουρούνα < βεν. moruna]
32253μουρουνέλαιομου-ρου-νέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) μουρουνόλαδο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι ανοιχτού κίτρινου χρώματος που εξάγεται από το συκώτι της μουρούνας ή άλλων συγγενικών ψαριών, όπως ο μπακαλιάρος, και είναι πλούσιο σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα και βιταμίνες A, D. Βλ. -έλαιο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.