| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32254 | μουρόχαβλος & μουρόχαυλος | , η, ο μου-ρό-χα-βλος επίθ. & μωρόχαυλος (προφ.-μειωτ.): χαζός, νωθρός. | |
| 32255 | μουρταδέλα | βλ. μορταδέλα | |
| 32256 | μουρτζούφλης | , α, ικο μουρ-τζού-φλης επίθ./ουσ. (λαϊκό): άκεφος, κατσούφης, μουτρωμένος. Πβ. σκυθρωπός. [< μεσν. μούρτζουφλος] | |
| 32257 | μους | ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.} 1. ΖΑΧΑΡ. γλυκό ψυγείου με αφρώδη υφή από κρέμα γάλακτος και ασπράδια αβγού χτυπημένα μαζί: ~ γιαουρτιού/κάστανο/πορτοκάλι/σοκολάτα. Τούρτα με ~. 2. ΜΑΓΕΙΡ. ελαφρύ πιάτο από πουρέ κρέατος, ψαριού ή οστρακοειδών, ανακατεμένο με κρέμα γάλακτος και ζελατίνα: ~ αβοκάντο/πέστροφας/ροκφόρ/σολομού. Βλ. πατέ. 3. αφρός μαλλιών για φορμάρισμα. 4. (μόνο στο ουδ.) στερεό υλικό για αυτόματο γέμισμα του αεροθαλάμου των ελαστικών. [< γαλλ. mousse] | |
| 32258 | μούσα | [μοῦσα] μού-σα ουσ. (θηλ.) {μουσών} 1. ΜΥΘ. (κ. με κεφαλ. Μ) καθεμία από τις εννέα θεότητες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας που προστάτευαν τις τέχνες· ειδικότ. η θεότητα που πιστευόταν ότι εμπνέει κάθε καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργία: Η ~ της αστρονομίας/της ιστορίας/της μουσικής/της ποίησης/του χορού.|| (ΦΙΛΟΛ.) Επίκληση της ~ας στο προοίμιο των ομηρικών επών. 2. (μτφ.) πηγή έμπνευσης -συνήθ. γυναικείο πρόσωπο- για καλλιτέχνη ή πνευματικό δημιουργό. Πβ. ηγερία. 3. (περιληπτ.) το σύνολο των ποιητικών έργων ενός λαού, μιας εποχής, μιας γλώσσας: αρχαία/κρητική/κυπριακή/λαϊκή/λατινική/νεοελληνική/ποντιακή ~. ● ΦΡ.: τέμενος των Μουσών βλ. τέμενος [< αρχ. Μοῦσα] | |
| 32259 | μουσακάς | μου-σα-κάς ουσ. (αρσ.): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό φούρνου με διαδοχικές στρώσεις από κιμά, τηγανητές μελιτζάνες και συνήθ. πατάτες, κομμένες σε λεπτές φέτες, που περιχύνεται με μπεσαμέλ: παραδοσιακός ~. Βλ. ψευτο-. [< τουρκ. musakka· πβ. αγγλ. mous(s)aka, γαλλ. moussaka, 1934, ιταλ. m(o)ussaka, 1970] | |
| 32260 | μουσαμάς | μου-σα-μάς ουσ. (αρσ.) 1. τύπος υφάσματος που χρησιμοποιείται για την προστασία επιφανειών, κυρ. από τις άσχημες καιρικές συνθήκες: πλαστικός ~. ~ για καρότσες/μπαγκαζιέρες/τέντες/φορτηγά. ~ τραπεζιού. Βλ. λινάτσα. 2. (συνεκδ.) χοντρό υλικό για ζωγραφική πάνω στην επιφάνειά του: βαμβακερός/λινός ~. Ακρυλικό/λάδι σε ~ά. Βλ. καμβάς. 3. (παρωχ.) αδιάβροχο πανωφόρι. Βλ. νιτσεράδα. [< τουρκ. muşamba] | |
| 32261 | μουσαντένιος | , ια, ιο μου-σα-ντέ-νιος επίθ. (αργκό): ψεύτικος: ~ιος: έλεγχος (= εικονικός). ~ια: επιταγή (= πλαστή)/κατάθεση/προσφυγή. Η μήνυση είναι ~ια (= μούφα). Πβ. μαϊμού.|| (συχνά στο ποδόσφαιρο:) ~ιος: αγώνας (πβ. σικέ, στημένος). ~ιο: πέναλτι (ΑΝΤ. καθαρό). Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. πέτσινος (2) | |
| 32262 | μουσάντρα | βλ. μεσάντρα | |
| 32263 | μουσάτος | [μουσᾶτος] μου-σά-τος επίθ./ουσ. (αρσ.) (προφ.): που έχει μούσι. Πβ. γενειοφόρος. Βλ. -άτος. | |
| 32264 | μουσαφίρης | μου-σα-φί-ρης ουσ. (αρσ.) {μουσαφίρηδες κ. μουσαφιραίοι | σπανιότ. θηλ. μουσαφίρισσα} (λαϊκό): επισκέπτης ή φιλοξενούμενος στο σπίτι κάποιου. Βλ. νοικοκύρης. [< τουρκ. misafir] | |
| 32265 | μουσειακός | , ή, ό μου-σει-α-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με μουσείο ή ανήκει σε αυτό: ~ός: οργανισμός/χώρος. ~ή: αγωγή/αξία/εκπαίδευση/εμπειρία/μάθηση/πολιτική/συλλογή. ~ό: αντικείμενο/έκθεμα/συγκρότημα/υλικό. ~ά: αντίγραφα/έργα. Έχει ~ό χαρακτήρα. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος, συντηρητικός: ~ή: αντίληψη. ~ό: είδος (: σπάνιο, ανήκει στο παρελθόν ή εκτίθεται σε μουσείο). [< γαλλ. muséal] | |
| 32266 | μουσείο | [μουσεῖο] μου-σεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. ίδρυμα όπου φυλάσσονται, συντηρούνται και εκτίθενται στο κοινό υλικές μαρτυρίες του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του με ιστορικό, επιστημονικό, καλλιτεχνικό, τεχνολογικό ενδιαφέρον: αρχαιολογικό/εθνικό/εικονικό/θεματικό/ιστορικό/λαογραφικό/ναυτικό/παιδικό/φιλοτελικό ~. ~ βυζαντινού πολιτισμού (βυζαντινό ~)/γεωλογίας/ζωγραφικής (βλ. πινακοθήκη)/κέρινων ομοιωμάτων/κινηματογράφου/κοσμήματος/τέχνης/τεχνολογίας/φυσικής ιστορίας/φωτογραφίας. Το ~ της Ακρόπολης. Εκθέματα ~ου. Βλ. οικο~.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Πόλη-~ (πβ. ζωντανό ~).|| Είχε κάνει το σπίτι του ~ (: συνήθ. για αρχαιοκάπηλο). 2. (μειωτ.) για ηλικιωμένο άνθρωπο με αναχρονιστικές συνήθ. αντιλήψεις. ● ΦΡ.: (είναι) για το μουσείο (προφ.-μειωτ.): για κάτι πολύ παλιό, ξεπερασμένο. [< αρχ. Μουσεῖον ‘έδρα ή ναός των Μουσών’, ιταλ. museo, γαλλ. musée, αγγλ. museum] | |
| 32267 | μουσειογραφία | μου-σει-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την περιγραφή, ιστορία και μελέτη των μουσειακών συλλογών. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. muséographie, αγγλ. museography, 1953] | |
| 32268 | μουσειογραφικός | , ή, ό μου-σει-ο-γρα-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μουσειογραφία: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: μελέτη. [< γαλλ. muséographique, αγγλ. museographical] | |
| 32269 | μουσειολογία | μου-σει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των επιστημονικών γνώσεων, τεχνικών και πρακτικών που σχετίζονται με τον σχεδιασμό, την οργάνωση και διαχείριση των μουσείων. Βλ. -λογία. [< γαλλ. muséologie, 1931, αγγλ. museology] | |
| 32270 | μουσειολογικός | , ή, ό μου-σει-ο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μουσειολογία: ~ός: προγραμματισμός/σχεδιασμός. ~ή: μελέτη. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: προδιαγραφές. ● επίρρ.: μουσειολογικά [< γαλλ. muséologique, αγγλ. museological, 1949] | |
| 32271 | μουσειολόγος | μου-σει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη μουσειολογία: αρχαιολόγος/ιστορικός τέχνης-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. muséologue, αγγλ. museologist] | |
| 32272 | μουσειοπαιδαγωγική | μου-σει-ο-παι-δα-γω-γι-κή ουσ. (θηλ.): κλάδος της μουσειολογίας που ασχολείται με την οργάνωση και πραγματοποίηση εκπαιδευτικών δραστηριότητων σε μουσεία, που απευθύνονται σε παιδιά και εφήβους: εφαρμοσμένη ~. | |
| 32273 | μουσειοπαιδαγωγικός | , ή, ό μου-σει-ο-παι-δα-γω-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη μουσειοπαιδαγωγική: ~ή: εκπαίδευση. ~ό: πρόγραμμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ