| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32274 | μουσειοπαιδαγωγός | μου-σει-ο-παι-δα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ειδικευτεί στη μουσειοπαιδαγωγική. | |
| 32275 | μουσειοσκευή | μου-σει-ο-σκευ-ή ουσ. (θηλ.): κουτί με εκπαιδευτικό υλικό (φυλλάδια, διαφάνειες, προτάσεις για δραστηριότητες, βιβλία, φωτογραφίες, άρθρα, παιχνίδια, κασέτες βίντεο και ήχου) για την πληροφόρηση και ενημέρωση του μαθητικού ιδ. κοινού, σχετικά με τα εκθέματα ενός μουσείου. | |
| 32276 | μουσελίνα | μου-σε-λί-να ουσ. (θηλ.) 1. λεπτό και διάφανο ύφασμα εξαιρετικής υφής από μαλλί, βαμβάκι ή μετάξι: μπλούζα/φόρεμα/φουλάρι/φούστα (από) ~. Βλ. κασμίρι, οργαντίνα, ταφτάς, τούλι. 2. ΜΑΓΕΙΡ. ελαφρύς πουρές πολύ καλά χτυπημένος: ~ πατάτας. ~ από καρότο και λεμόνι. [< γαλλ. mousseline] | |
| 32277 | μούσι | μού-σι ουσ. (ουδ.) 1. γένι στο σαγόνι του άνδρα: κοντό (πβ. υπογένειο)/μακρύ (πβ. γενειάδα)/περιποιημένο/πυκνό/ψεύτικο ~. Κόβω/ξυρίζω το ~. Βλ. μουστάκι. 2. (μτφ.-προφ.) ψέμα: Μας φλόμωσε στα ~ια. ΣΥΝ. παραμύθι (2) ● Υποκ.: μουσάκι (το) ● ΦΡ.: αφήνω μούσι/μουστάκι/γένια/μαλλιά βλ. αφήνω [< 1: γαλλ. mouche] | |
| 32278 | μουσικάντης | βλ. μουζικάντης | |
| 32279 | μουσική | μου-σι-κή ουσ. (θηλ.) 1. η τέχνη της διάταξης των ήχων μουσικών οργάνων και φωνών σε σύνολο με μελωδία, ρυθμό και αρμονία, η σχετική δημιουργία καθώς και το σύνολο των έργων και μορφών της τέχνης αυτής: απαλή/ατμοσφαιρική/βυζαντινή/γλυκιά/δημοτική/δυτική/εκκλησιαστική/ελαφρά/ελληνική/εμπορική/ευρωπαϊκή/(ηλεκτρο)ακουστική/ηχογραφημένη (βλ. κασέτα, σιντί)/κινηματογραφική/λαϊκή/μοντέρνα/οργανική/ξένη/παιδική/παραδοσιακή/πειραματική (: που χρησιμοποιεί νέες τεχνικές ήχου)/πένθιμη/ποιοτική/ρεμπέτικη/σκηνική/σοβαρή/στρατιωτική/σύγχρονη/συμφωνική/χαρούμενη/χορευτική/χορωδιακή/φωνητική/ψηφιακή ~. ~ έθνικ/πανκ/ποπ/ραπ/ροκ/τζαζ. (ΚΙΝΗΜ.) ~ αγωνίας. ~ για βιολί/θέατρο (βλ. όπερα)/μπαλέτο/ορχήστρα/πιάνο. Η ~ της εκδήλωσης/παράστασης/ταινίας. Ακούω/ασχολούμαι με (την)/γράφω/μαθαίνω/συνθέτω ~. Βάζω ~ σε ένα ποίημα (= μελοποιώ). Αίθουσα/ακρόαση/βραδιά/είδη/θεωρία/ιστορία (βλ. μουσικολογία)/κομμάτι/κριτική (πβ. μουσικοκριτική)/μάθημα ~ής. ~ και στίχοι του τραγουδιού. Η ~ εξημερώνει τα ήθη. Μετά ~ής (= με συνοδεία ~ής).|| (συνεκδ.) Η ~ του δήμου (= μπάντα). Παίζει συνεχώς την ίδια ~ (: τα ίδια τραγούδια). 2. ήχος με μουσικό, ρυθμικό τόνο, μουσικότητα, μελωδικότητα: ~ της βροχής/της θάλασσας/των κυμάτων/των πουλιών/της φύσης. Η ~ της γλώσσας/των λέξεων/του στίχου. Η φωνή της είναι ~ στα αυτιά μου. 3. γραφική αναπαράσταση μουσικών ήχων, παρτιτούρα: χαρτί ~ής (πβ. πεντάγραμμο). Διαβάζω ~ (βλ. νότα). ● Υποκ.: μουσικούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική μουσική: είδος σύγχρονης μουσικής που χρησιμοποιεί ηλεκτρονικά μέσα για την παραγωγή του ήχου καθώς και για την επεξεργασία του μουσικού έργου. Βλ. ελεκτρόνικα, συνθεσάιζερ, τέκνο. [< αγγλ. electronic music, περ. 1930] , θεωρητικά (της) Μουσικής: θεωρία της Μουσικής (αρμονία, αντίστιξη, φούγκα, τονική σύνθεση): ανώτερα ~ ~., απόλυτη μουσική βλ. απόλυτος, ατονική μουσική βλ. ατονικός2, ενόργανη μουσική βλ. ενόργανος, έντεχνη μουσική βλ. έντεχνος, κλασική μουσική βλ. κλασικός, μαύρη μουσική βλ. μαύρος, μουσική δωματίου βλ. δωμάτιο, μουσική μορφολογία βλ. μορφολογία, προγραμματική μουσική βλ. προγραμματικός, σειραϊκή μουσική βλ. σειραϊκός, συγκεκριμένη μουσική βλ. συγκεκριμένος, τροπική μουσική βλ. τροπικός, τσιγγάνικη μουσική βλ. τσιγγάνικος ● ΦΡ.: ξύλο μετά μουσικής βλ. ξύλο [< αρχ. μουσική, ιταλ. musica, γαλλ. musique, αγγλ. music, γερμ. Musik] | |
| 32280 | μουσικοδιδάσκαλος | μου-σι-κο-δι-δά-σκα-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. δάσκαλος μουσικής. 2. (σπάν.) μουσικοσυνθέτης. [< γερμ. Musiklehrer] | |
| 32281 | μουσικοθεατρικός | , ή, ό μου-σι-κο-θε-α-τρι-κός επίθ.: που περιλαμβάνει, συνδυάζει θέατρο και μουσική: ~ός: μονόλογος. ~ή: παράσταση. ~ό: έργο. ~ά: δρώμενα. | |
| 32282 | μουσικοθεραπεία | μου-σι-κο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): χρήση της μουσικής και των ήχων με σκοπό την επαναφορά, διατήρηση ή/και βελτίωση της ψυχικής ή/και φυσικής κατάστασης του ανθρώπου: ενεργητική/παθητική/ψυχοδυναμική ~. Βλ. -θεραπεία. [< γερμ. Musiktherapie, γαλλ. musicothérapie, 1907, αγγλ. music therapy, 1919] | |
| 32283 | μουσικοθεραπευτής, μουσικοθεραπεύτρια | μου-σι-κο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας μουσικός ο οποίος χρησιμοποιεί τη μουσική δημιουργικά ως θεραπευτικό μέσο. [< αγγλ. music therapist] | |
| 32284 | μουσικοθεραπευτικός | , ή, ό μου-σι-κο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μουσικοθεραπεία ή τον μουσικοθεραπευτή: ~ή: μέθοδος. ~ό: κέντρο. | |
| 32285 | μουσικοκινητικός | , ή, ό μου-σι-κο-κι-νη-τι-κός επίθ.: που συνδυάζει μουσική και κίνηση: ~ή: αγωγή. ~ό: παιχνίδι. ~ές: δραστηριότητες. ~ά: δρώμενα. | |
| 32286 | μουσικοκριτικός | , ή, ό μου-σι-κο-κρι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μουσικοκριτική: ~ό: έργο/σημείωμα/σχόλιο. ● Ουσ.: μουσικοκριτική (η): άσκηση κριτικής σε μουσικά έργα, συντελεστές και παραγωγούς., μουσικοκριτικός (ο/η): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με τη μουσικοκριτική. | |
| 32287 | μουσικολογία | μου-σι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) : ΜΟΥΣ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τη μουσική από θεωρητική, ιστορική και αισθητική πλευρά: συστηματική ~. Ινστιτούτο ~ας. Βλ. εθνο~, -λογία. [< γερμ. Musikologie, γαλλ. musicologie, περ. 1900, αγγλ. musicology] | |
| 32288 | μουσικολογικός | , ή, ό μου-σι-κο-λο-γι-κός επίθ.: ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στη μουσικολογία ή τον μουσικολόγο: ~ή: έρευνα/μελέτη. ~ό: ενδιαφέρον/έργο/σύγγραμμα. Βλ. εθνο~. ● επίρρ.: μουσικολογικά [< πβ. γαλλ. musicologique, αγγλ. musicological, 1915] | |
| 32289 | μουσικολόγος | μου-σι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη μουσικολογία. Βλ. εθνο~, -λόγος. [< γερμ. Musikologe, γαλλ. musicologue, αγγλ. musicologist, 1915] | |
| 32290 | μουσικοποιητικός | , ή, ό μου-σι-κο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που συνδυάζει απαγγελία ποιημάτων και μουσική: ~ή: βραδιά/εκδήλωση/παράσταση. ~ό: αφιέρωμα/δρώμενο/έργο. Βλ. -ποιητικός. | |
| 32291 | μουσικός | , ή, ό μου-σι-κός επίθ. 1. που παράγει ή περιλαμβάνει μουσική ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: αυτοσχεδιασμός/θίασος/κύκλος/φθόγγος. ~ή: αγωγή/βιβλιοθήκη/βιομηχανία/γλώσσα/γραφή/διεύθυνση/δισκογραφία/δραστηριότητα/εκδήλωση/εκπαίδευση/εκπομπή/εκτέλεση/έμπνευση/επιμέλεια/εταιρεία/καταγραφή/κληρονομιά/κλίμακα/κωμωδία/μορφή/νότα/παιδεία/παράδοση/παραλλαγή/παράσταση/παρουσία(ση)/πειρατεία/σκηνή/συναυλία/σύνθεση/συνοδεία/υπόκρουση/φράση. ~ ό: άλμπουμ/αρχείο/βιβλίο/γυμνάσιο/έργο/θέατρο/κείμενο/κομμάτι/κουτί/περιοδικό/πρόγραμμα/ρεπερτόριο/σήμα/στέκι/στιλ/συγκρότημα/σχήμα/σχολείο/ταλέντο/ύφος. ~ές: εκδόσεις/επιλογές/μνήμες/προτάσεις/συναντήσεις. ~ά: βραβεία/θέματα/ρεύματα. Τμήμα ~ής Επιστήμης και Τέχνης/Τμήμα ~ών Σπουδών. 2. που έχει μουσικότητα, ρυθμό, αρμονία: ~ός: ήχος/στίχος. ~ή: έκφραση/προφορά. ~ό: ιδίωμα. Πβ. μελωδ-, ρυθμ-ικός. 3. που χαρακτηρίζεται από έμφυτη ικανότητα αντίληψης των μουσικών ήχων: ~ή: ιδιοφυΐα. ~ό: αίσθημα/αισθητήριο/ένστικτο. Έχει ~ό αυτί. ● επίρρ.: μουσικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: μουσικό/λυρικό δράμα: ΜΟΥΣ. μελόδραμα: ~ ~ σε τέσσερις πράξεις. Πβ. όπερα, οπερέτα. [< γαλλ. drame lyrique] , μηχανικά (μουσικά) όργανα βλ. όργανο, μουσικές καρέκλες βλ. καρέκλα, μουσική βραδιά βλ. βραδιά, μουσική επένδυση βλ. επένδυση, μουσική μορφολογία βλ. μορφολογία, μουσικό διάλειμμα βλ. διάλειμμα, μουσικός παραγωγός βλ. παραγωγός, μουσικός τόνος/τονισμός βλ. τόνος1 [< 1,3: αρχ. μουσικός 2: γαλλ.-αγγλ. musical] | |
| 32292 | μουσικός | μου-σι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται συνήθ. επαγγελματικά με τη σύνθεση, εκτέλεση ή διδασκαλία μουσικής: βιρτουόζος/επαγγελματίας/ερασιτέχνης/λαϊκός/παραδοσιακός/ροκ/σόλο/τζαζ ~. ~ ορχήστρας. ~-τραγουδιστής. Βλ. αρχι~, μουσικο-διδάσκαλος, -συνθέτης, μουσουργός, οργανοπαίκτης.|| ~ του δρόμου (= πλανόδιος). [< αρχ. μουσικός] | |
| 32293 | μουσικοσυνθέτης | μου-σι-κο-συν-θέ-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. μουσικοσυνθέτρια (λόγ.) μουσικοσυνθέτις}: συνθέτης μουσικών έργων, ιδ. τραγουδιών. Πβ. μουσικός, μουσουργός. [< γαλλ. compositeur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ