| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32294 | μουσικότητα | μου-σι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ύπαρξη μελωδίας, ρυθμού, αρμονίας και η σχετική αντίληψη: η ~ της γλώσσας/του λόγου/της ποίησης/του στίχου/της φωνής. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. μελωδικότητα [< γαλλ. musicalité, αγγλ. musicality] | |
| 32296 | μουσικοχορευτικός | , ή, ό μου-σι-κο-χο-ρευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη μουσική και τον χορό: ~ός: θίασος/όμιλος/σύλλογος. ~ή: βραδιά/εκδήλωση/ομάδα/παράδοση/παράσταση. ~ό: έργο/θέαμα/πρόγραμμα/συγκρότημα. | |
| 32297 | μουσίτσα | μου-σί-τσα ουσ. (θηλ.) (οικ.): (συνήθ. για νεαρή γυναίκα) πονηρή, κατεργάρα: Είναι μεγάλη ~. Πβ. σουπιά. [< σλαβ. mušitsa, υποκ. του ουσ. muxa ‘μύγα’] | |
| 32298 | μούσκεμα | μού-σκε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): βρέξιμο: το ~ των ρούχων για πλύσιμο (πβ. μούλιασμα)/των σπόρων. Πβ. δια-βροχή, -πότιση. ΑΝΤ. στέγνωμα ● ΦΡ.: (είμαι/γίνομαι) μούσκεμα στον ιδρώτα & (σπάν.) από τον ιδρώτα: είμαι καταϊδρωμένος., κάνω κάποιον/γίνομαι μούσκεμα/παπί/λούτσα {συνήθ. στον αόρ.} (μτφ.-προφ.): βρέχομαι πολύ: Μ' έπιασε η βροχή στον δρόμο κι έγινα ~. Το φορτηγό έπεσε στη λακκούβα με τα νερά και μας έκανε ~. Πβ. μουσκίδι., τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο βλ. θάλασσα | |
| 32299 | μουσκεύω | μου-σκεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μούσκε-ψα, -ψει, μουσκεύ-τηκε, -τεί, μουσκε-μένος}: τοποθετώ κάτι μέσα σε υγρό ή βρέχομαι: ~ το ψωμί σε νερό (για να μαλακώσει). ~ψαν τα μαλλιά/τα ρούχα (: νότισαν από την υγρασία). ~μένος από τη βροχή/στον ιδρώτα/ως το κόκαλο. Πβ. δια-βρέχω, -ποτίζω, μουλιάζω, υγραίνω. ΑΝΤ. στεγνώνω (1) ● ΦΡ.: τα μούσκεψε (προφ.): τα έκανε μούσκεμα, απέτυχε ολοκληρωτικά. ΣΥΝ. τα θαλασσώνω ΑΝΤ. τα καταφέρνω (1) [< μεσν. μο(υ)σκεύω] | |
| 32300 | μουσκίδι | μου-σκί-δι επίρρ. (προφ.): (για πρόσ.) βρεγμένος: Είμαι ~ στον ιδρώτα. Έγινε ~ από τη βροχή. Πβ. μούσκεμα. Βλ. -ίδι. | |
| 32301 | μούσκιο | μού-σκιο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μούλιασμα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: στο μούσκιο 1. στο νερό: Βάζω τα φασόλια ~ ~. 2. (μτφ.) σε ανενεργή κατάσταση, αχρηστία: Έχω αφήσει την υπόθεση ~ ~. Τα σχέδια έμειναν/μπήκαν ~ ~. | |
| 32302 | μούσκλια | μού-σκλια ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό) 1. βρύα. 2. μύες. [< μεσν. μούσκλιον] | |
| 32303 | μούσκουλο | μού-σκου-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): μυς, κυρ. στα μπράτσα. Πβ. ποντίκι. [< μεσν. μούσκουλον] | |
| 32304 | μούσλι | μού-σλι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μείγμα από νιφάδες δημητριακών και αποξηραμένα φρούτα: ~ βρόμης/ξηρών καρπών/σοκολάτας. ~ με γάλα ή γιαούρτι για πρωινό. [< αγγλ. muesli, 1939, γαλλ. ~, 1957, γερμ. Müsli] | |
| 32305 | μουσμούλι | μου-σμού-λι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. μεσογειακό ψάρι (επιστ. ονομασ. Pagellus acarne) με ωοειδές σώμα, που μοιάζει με το λυθρίνι. | |
| 32306 | μουσμουλιά | μου-σμου-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αειθαλές οπωροφόρο δέντρο (επιστ. ονομασ. Eriobotrya japonica) με μεγάλα, χοντρά φύλλα, λευκούς ή λευκοκίτρινους ανθούς και εδώδιμους καρπούς. ΣΥΝ. μεσπιλέα | |
| 32308 | μουσούδα & μουσούδι | μου-σού-δα ουσ. (θηλ. + ουδ.) (προφ.) 1. προτεταμένο τμήμα στο κεφάλι ορισμένων ζώων που περιλαμβάνει τη μύτη και το στόμα: μακρύ ~ι. ~α γουρουνιού/μηρυκαστικών/σκύλου/ψαριού. Πβ. ρύγχος. 2. (σπάν.-μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο ανθρώπου: Χώνει τη ~ του στις υποθέσεις των άλλων. Πβ. μούρη. ● Υποκ.: μουσουδάκι (το) [< μεσν. μουσούδα, μουσούδι(ν)] | |
| 32309 | μουσουλμανικός | , ή, ό μου-σουλ-μα-νι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον μουσουλμανισμό ή τους μουσουλμάνους. ΣΥΝ. ισλαμικός, μωαμεθανικός [< μεσν. μουσουλμανικός] | |
| 32310 | μουσουλμανισμός | μου-σουλ-μα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. μωαμεθανισμός. Βλ. σιισμός, -ισμός. ΣΥΝ. ισλαμισμός [< μεσν. μουσουλμανισμός] | |
| 32311 | μουσουλμανόπαιδες | μου-σουλ-μα-νό-παι-δες ουσ. (αρσ. + θηλ.) (οι) {μουσουλμανοπαίδ-ων} (λόγ.) & (προφ.) μουσουλμανόπαιδα (τα): παιδιά μουσουλμανικής οικογένειας: προγράμματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης και ένταξης ~ων. | |
| 32312 | μουσουλμάνος | μου-σουλ-μά-νος ουσ. (αρσ.) , μουσουλμάνα (η): πιστός του μουσουλμανισμού. || (ως επίθ.) ~ες: γυναίκες. ΣΥΝ. ισλαμιστής, μωαμεθανός [< μεσν. μουσουλμάνος] | |
| 32313 | μουσουργός | μου-σουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): κλασικός μουσικοσυνθέτης. Βλ. -ουργός1. [< μτγν. μουσουργός] | |
| 32314 | μουστακαλής | μου-στα-κα-λής ουσ. (αρσ.) {σπάν. (ειρων.) θηλ. -ού} (προφ.): άνδρας που έχει μουστάκι, συνήθ. μεγάλο. Βλ. -λής. ΣΥΝ. μουστάκιας, μυστακοφόρος | |
| 32315 | μουστάκι | μου-στά-κι ουσ. (ουδ.) {μουστακιού}: τρίχωμα ανάμεσα στη μύτη και το άνω χείλος των ανδρών και το αντίστοιχο χνούδι των γυναικών: ζωγραφιστό/λεπτό/παχύ/πυκνό/στριφτό/τσιγκελωτό/ψεύτικο ~. Κόβω/ξυρίζω/περιποιούμαι/χτενίζω το ~. Ακόμα δεν έβγαλες ~! (: ακόμα δεν μεγάλωσες). Πβ. μύστακας. Βλ. μούσι.|| (για γυναίκα) Αποτρίχωση στο/κερί για το ~.|| (μτφ., ίχνη από τροφή ή ποτό πάνω από τα χείλη) ~ από γάλα/σοκολάτα. ● μουστάκια (τα) 1. (σε ορισμένα θηλαστικά ζώα ή ψάρια) τριχοειδείς εκφύσεις στο ρύγχος ή στο σαγόνι που λειτουργούν ως αισθητήρια όργανα: ~ γάτας/λιονταριού/μπαρμπουνιού/ποντικιού/φώκιας. 2. βελονοειδείς ή νηματοειδείς αποφύσεις ή τριχίδια φυτών: ~ καλαμποκιού. ● Υποκ.: μουστακάκι (το) ● Μεγεθ.: μουστάκα (η) ● ΦΡ.: γελάει κάτω από τα μουστάκια του (προφ.): κρυφογελά ή είναι χαρούμενος για κάτι, χωρίς να το εκδηλώνει φανερά., τρώνε τα μουστάκια τους (προφ.): τσακώνονται, μαλώνουν: Αν δεν τηρήσεις τον λόγο σου, θα τα φάμε τα ~ μας!, αφήνω μούσι/μουστάκι/γένια/μαλλιά βλ. αφήνω, γελάνε/γελούν και τ' αυτιά/και τα μουστάκια του βλ. γελώ [< μεσν. μουστάκι(ν)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ