Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3280-3300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2340αλογάκι[ἀλογάκι] α-λο-γά-κι ουσ. (ουδ.) 1. νεαρό ή μικρόσωμο άλογο. Πβ. ιππάριο, πόνι, πουλάρι. 2. παιδικό παιχνίδι με μορφή αλόγου: ξύλινο/πλαστικό ~. 3. πιόνι του σκακιού, άλογο, ίππος. ● αλογάκια (τα): μηχανικό παιχνίδι στο λούνα παρκ με αλογάκια ή άλλα ομοιώματα ζώων, τα οποία στηρίζονται σε κατακόρυφο άξονα και περιστρέφονται πάνω σε εξέδρα· καρουσέλ. ● ΣΥΜΠΛ.: αλογάκι της θάλασσας: ΙΧΘΥΟΛ. ιππόκαμπος., αλογάκι της Παναγίας (κοινό): ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο, συνήθ. πράσινο έντομο (επιστ. ονομασ. Mantis religiosa) μήκους περίπου πέντε εκατοστών, με μικρό τριγωνικό κεφάλι, μακρόστενο θώρακα και μακριά μπροστινά πόδια με τα οποία συλλαμβάνει την τροφή του. ΣΥΝ. μάντις ● βλ. άλογο [< μεσν. αλογάκιν]
2341αλογάριαστος, η, ο [ἀλογάριαστος] α-λο-γά-ρια-στος επίθ. (προφ.) 1. αμέτρητος, ανυπολόγιστος: ~α: ποσά/χρέη. Πβ. υπερβολικός. 2. (σπάν.) απερίσκεπτος, αστόχαστος, ασυλλόγιστος: ~η: τόλμη. ~α: έξοδα. ● επίρρ.: αλογάριαστα: απερίσκεπτα. Πβ. αψήφιστα. [< μεσν. αλογάριαστος]
2342αλογατάκι[ἀλογατάκι] α-λο-γα-τά-κι ουσ. (ουδ.) (οικ.): αλογάκι.
2343αλογία[ἀλογία] α-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. (σπάν.-λόγ.) έλλειψη λογικής: πολιτική ~. ~ και ακρισία. 2. ΨΥΧΟΛ. φτωχός λόγος, με ελλιπές λεξιλόγιο και περιεχόμενο: ασυναρτησίες, χαλάρωση συνειρμού και ~. Βλ. -λογία. [< αρχ. ἀλογία]
2344αλογίσιος, ια, ιο [ἀλογίσιος] α-λο-γί-σιος επίθ.: που ανήκει στο, προέρχεται από ή χαρακτηρίζει το άλογο: ~ια: ουρά/χαίτη. ~ιο: τρίχωμα.|| ~ιο: κρέας.|| ~ια: δόντια (= μεγάλα). Πβ. ίππειος. Βλ. -ίσιος.
2345αλόγιστος, η, ο [ἀλόγιστος] α-λό-γι-στος επίθ. (λόγ.): που δεν ακολουθεί τους κανόνες της λογικής, που ξεπερνά το μέτρο: ~ος: δανεισμός (= υπερδανεισμός). ~η: ανάπτυξη/εκμετάλλευση (= υπερεκμετάλλευση)/καταστροφή/σπατάλη/χρήση (ΑΝΤ. λελογισμένη). ~ο: κέρδος. ~α: έξοδα. ~ και υπέρμετρος εγωισμός. ~η κατανάλωση αλκοόλ/νερού/φυσικών πόρων (= υπερκατανάλωση). Πβ. άκριτος, απερίσκεπτος, αστόχαστος, ασυλλόγιστος, (παρ)άλογος, υπερβολικός. ΑΝΤ. λογικός (1), ορθολογικός ● επίρρ.: αλόγιστα [< αρχ. ἀλόγιστος]
2346άλογο[ἄλογο] ά-λο-γο ουσ. (ουδ.) {αλόγ-ου | -ων} 1. ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο χορτοφάγο θηλαστικό ζώο (επιστ. ονομασ. Equus caballus), που χρησιμοποιείται ως υποζύγιο, για άθληση ή αναψυχή· ειδικότ. το ενήλικο αρσενικό: άγριο/αραβικό/άσπρο/ατίθασο/αφηνιασμένο/γέρικο/ήμερο/θηλυκό (= φοράδα)/καθαρόαιμο/μαύρο/πολεμικό/ψωραλέο (= ψωρ~) ~. ~ ιππασίας/ιπποδρομιών (βλ. γκανιάν, φαβορί)/ράτσας. Οπλές/ουρά/πέταλα/σέλα/χαίτη ~ου. Σκυριανό ~ (ή αλογάκι της Σκύρου, μικρό σε μέγεθος· βλ. πόνι). Καβάλα στ' ~. Kάρο που το σέρνουν ~α. Άρμα με δύο/τέσσερα (πβ. τέθριππο) ~α. Ανεβαίνω στο/σελώνω το ~. Κρατούσε το ~ από το χαλινάρι. Τα ~α αφήνιασαν/καλπάζουν/τρέχουν/χλιμιντρίζουν. Γητευτής ~ων. Πβ. άτι, ίππος, ντορής, φαρί. Βλ. γαϊδούρι, μουλ-, πουλ-άρι, κουτσ~, κουφ~, παλι~.|| (κατ' επέκτ.) Ποντάρει τα λεφτά του στ' ~α (= στον ιππόδρομο). 2. (συνεκδ.) πιόνι στο σκάκι που απεικονίζει κεφάλι αλόγου: Ένα ~ κάνει κίνηση σχήματος "Γ". ΣΥΝ. ίππος (3) ● άλογα (τα) (προφ.): μονάδα μέτρησης της ισχύος μηχανής: Πόσα ~ βγάζει/είναι/έχει/μπορεί να φτάσει το αμάξι σου/ο κινητήρας; ΣΥΝ. ιπποδύναμη, ίπποι ● ΣΥΜΠΛ.: άλογο κούρσας βλ. κούρσα ● ΦΡ.: και πράσιν(α) άλογα (μτφ.-ειρων.): για υπερβολές, πράγματα που δεν ισχύουν, δεν στέκουν, σαχλαμάρες: Για ποια κούραση ~ ~ μιλάμε, τρεις βδομάδες δεν έκανε τίποτα. Πβ. παραμύθια της Χαλιμάς, τρίχες κατσαρές., ποντάρει σε κουτσό άλογο (μτφ.): στοιχηματίζει ή γενικότ. βασίζεται σε κάτι, από το οποίο δεν μπορεί να επωφεληθεί., σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν (μτφ.): για τον παραγκωνισμό ανθρώπων που παύουν να είναι παραγωγικοί στον τομέα τους, συνήθ. λόγω ηλικίας., βάζει το κάρο/την άμαξα μπροστά από το άλογο βλ. κάρο, ● βλ. αλογάκι [< μτγν. ἄλογον, γαλλ. cheval]
2347αλογο- & αλογό-: α' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά στο άλογο: αλογο-κλέφτης/~μούρης/~ουρά/~πάζαρο. Αλογό-μυγα/~τριχα.
2348αλογόκριτος, η, ο [ἀλογόκριτος] α-λο-γό-κρι-τος επίθ. (προφ.): που δεν έχει λογοκριθεί. ΑΝΤ. λογοκριμένος. ● επίρρ.: αλογόκριτα
2349αλογομούρης, αλογομούρα[ἀλογομούρης] α-λο-γο-μού-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αλογομούρηδες} (προφ.-μειωτ.) 1. (για άνδρα) μανιώδης παίκτης του ιπποδρόμου. 2. (κυρ. για γυναίκα) άνθρωπος με στενόμακρο πρόσωπο σαν του αλόγου, άσχημος.
2350αλογόμυγα[ἀλογόμυγα] α-λο-γό-μυ-γα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. μεγάλη μύγα (οικογ. Tabanidae) που απομυζά το αίμα των ζώων (συνήθ. αλόγων και βοδιών) ή του ανθρώπου. Πβ. οίστρος, τάβανος. Βλ. χρυσόμυγα. ● ΦΡ.: τον τσίμπησε (μύγα) τσε τσε/μύγα/αλογόμυγα βλ. τσετσέ
2351αλογονίδια[ἁλογονίδια] α-λο-γο-νί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αλογονίδιο}: ΧΗΜ. ονομασία κάθε δυαδικής ένωσης αλογόνου με άλλο πιο ηλεκτροθετικό στοιχείο ή ρίζα: μεταλλικά ~. [< γαλλ. halogénures, 1908, αγγλ. halides]
2352αλογόνο[ἁλογόνο] α-λο-γό-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. καθένα από τα πέντε ηλεκτροαρνητικά στοιχεία του περιοδικού πίνακα (φθόριο, χλώριο, βρόμιο, ιώδιο, άστατο), που κατά την ένωσή του με μέταλλα σχηματίζει άλατα. Βλ. υδραλογόνα.|| (ως επίθ.) ~α αέρια. ● ΣΥΜΠΛ.: λάμπα/λαμπτήρας αλογόνου: τύπος λάμπας πυρακτώσεως που περιέχει αλογόνο, παράγει λευκό φως και έχει υψηλότερη ενεργειακή απόδοση από τις κοινές. [< αγγλ. halogen lamp] [< γαλλ. halogène, αγγλ. halogen]
2353αλογονούχος, α/ος, ο [ἁλογονοῦχος] α-λο-γο-νού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει αλογόνο: ~οι: διαλύτες. ~ες: ενώσεις/οργανικές ουσίες. ~α: άλατα/ιζήματα. Βλ. -ούχος2.
2354αλογοουρά[ἀλογοουρά] α-λο-γο-ου-ρά ουσ. (θηλ.) & (προφ.) αλογουρά 1. (μτφ.) είδος χτενίσματος που θυμίζει ουρά αλόγου: μαλλιά μαζεμένα σε/πιασμένα ~. 2. ουρά αλόγου: πινέλα από τρίχες ~άς. [< 1: γαλλ. queue de cheval, 1832]
2355άλογος, η, ο [ἄλογος] ά-λο-γος επίθ. 1. (επιστ.) που δεν διαθέτει ορθό λόγο, χωρίς λογικό: ~α: όντα. ΑΝΤ. έλλογος, λογικός (3) 2. (λόγ.) που δεν έχει λογική, παράλογος: ~ος: φόβος. ~η: βία/πράξη. Η ~η (= αλόγιστη) χρήση της τεχνολογίας. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. λογικός (1), ορθολογικός ● Ουσ.: άλογο(ν) (το): ΦΙΛΟΣ. που αντίκειται στους κανόνες της λογικής ή τους υπερβαίνει. ● επίρρ.: άλογα [< αρχ. ἄλογος]
2356αλογότριχα[ἀλογότριχα] α-λο-γό-τρι-χα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τρίχα από ουρά ή χαίτη αλόγου: βούρτσες/πετονιές/πινέλο από ~.αλογότριχες (οι) (μειωτ.): μακριά και σκληρά μαλλιά.
2357αλόη[ἀλόη] α-λό-η ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος αειθαλών παχύφυλλων φυτών (γένος Aloe) με ακιδωτά φύλλα που αναπτύσσονται σε ροζέτες, τα οποία ευδοκιμούν σε θερμά και ξηρά κλίματα: ~ Βέρα (επιστ. ονομασ. Aloe Vera ή Vulgaris ή Barbadensis).|| Εκχύλισμα (: ως καθαρτικό)/τζελ/(πικρός) χυμός ~ης. [< μτγν. ἀλόη, γαλλ. aloès, αγγλ. aloe, γερμ. Αloe, γαλλ. aloe vera, 1911]
2358αλοθάνιο[ἁλοθάνιο] α-λο-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. εισπνεόμενο αναισθητικό που προκαλεί γενική αναισθησία. Βλ. -άνιο. [< αγγλ. halothane, 1957]
2359αλοιφαδόρος[ἀλοιφαδόρος] α-λοι-φα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) & αλειφαδόρος: ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό μηχάνημα με τροχό για το γυάλισμα συνήθ. ξύλινων ή πλαστικών επιφανειών: ηλεκτρικός ~. Βλ. τριβείο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.