Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3280-3300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2328αλμπίνος[ἀλμπίνος] αλ-μπί-νος ουσ. (αρσ.) & αλμπίνα (η): ΙΑΤΡ. αλφικός. [< γαλλ. albinos]
2329άλμπουμ[ἄλμπουμ] άλ-μπουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. δεμένα φύλλα από χοντρό υλικό, συνήθ. χαρτόνι, με ή χωρίς ειδικές υποδοχές για την ταξινόμηση και προστασία διάφορων συλλογών: οικογενειακό/φωτογραφικό ~. ~ γραμματοσήμων/νομισμάτων.|| Ψηφιακό ~ φωτογραφιών. Πβ. λεύκωμα. 2. μουσική συνήθ. ηχογράφηση που κυκλοφορεί σε ψηφιακό δίσκο ή σε δίσκο του πικάπ: διπλό/ζωντανό (= λάιβ)/μονό ~. Η δημοφιλής τραγουδίστρια ετοιμάζει/κυκλοφορεί το νέο προσωπικό της ~. Πβ. σιντί. 3. έντυπη, συνήθ. πολυτελής, συλλογή εικόνων ζωγραφικής, στίχων: ~ με γκραβούρες. [< γαλλ.-αγγλ. album]
2330άλμπουρο[ἄλμπουρο] άλ-μπου-ρο ουσ. (ουδ.) & άρμπουρο: ΝΑΥΤ. κατάρτι, ιστός σκάφους: Έδεσε τη σημαία στο ~. [< βεν. alboro]
2331αλμύρα[ἁλμύρα] αλ-μύ-ρα ουσ. (θηλ.) & αρμύρα 1. λεπτή επίστρωση αλατιού που απομένει μετά την εξάτμιση του θαλασσινού νερού: η ~ της θάλασσας. Βράχια φαγωμένα απ' την ~. Πβ. άλμη. 2. (σπανιότ.) η ιδιότητα του αλμυρού: Με τα μυρωδικά στη σαλάτα, θα σπάσει η ~ του τυριού (πβ. αλμυρότητα). Τα ψάρια μυρίζουν ~ (= θάλασσα, είναι φρέσκα). 3. ΒΟΤ. φυτό που φυτρώνει σε παραθαλάσσια εδάφη και τρώγεται βραστό. Πβ. κρίταμο. [< μεσν. αλμύρα]
2332αλμυράδα[ἁλμυράδα] αλ-μυ-ρά-δα ουσ. (θηλ.) (οικ.): αλμυρή γεύση. Βλ. -άδα, ξινίλα, πικράδα. ΣΥΝ. αλμυρότητα (2)
2333αλμυρήθραβλ. αρμυρήθρα
2334αλμυρίκιβλ. αρμυρίκι
2335αλμυρός, ή, ό [ἁλμυρός] αλ-μυ-ρός επίθ. & αρμυρός 1. που περιέχει ή του έχουν ρίξει πολύ αλάτι: ~ή: κρέπα (: με αλμυρά συστατικά. ΑΝΤ. γλυκιά)/μυζήθρα/πίτα. ~ό: τυρί/φαγητό (ΣΥΝ. αλατισμένος, ΑΝΤ. ανάλατος). ~ές: τροφές. ~ά: μπισκότα/πιάτα (= μεζέδες). ~ή και πικάντικη γεύση.|| Παράκτια ~ή λίμνη. Νερό γλυκό, υφάλμυρο ή ~ό. 2. (μτφ.-προφ.) σχετικά ακριβός, δαπανηρός: ~ός: λογαριασμός. Είναι ~οί στις τιμές τους. Πβ. τσιμπημένος, τσουχτερός. ΑΝΤ. φτηνός (1) ● Ουσ.: αλμυρά (τα): τρόφιμα που διατηρούνται σε αλάτι ή που έχουν (πολύ) αλάτι: μπουφές με ~ και γλυκά. Τα ~ συνοδεύουν το αλκοόλ. Πβ. παστά. ● Υποκ.: αλμυρούτσικος , η/ια, ο & αρμυρούτσικος: ΣΥΝ. υφάλμυρος ● επίρρ.: αλμυρά & αρμυρά: ακριβά. ● ΦΡ.: θα σου ξηγηθώ αλμυρό/αράπικο φιστίκι! βλ. φιστίκι [< 1: αρχ. ἁλμυρός]
2336αλμυρότητα[ἁλμυρότητα] αλ-μυ-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αλατότητα: η ~ της θάλασσας. Βαθμός/επίπεδα ~ας. 2. η ιδιότητα του αλμυρού, αλμύρα. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. αλμυράδα [< αρχ. ἁλμυρότης]
2339αλόγα[ἀλόγα] α-λό-γα ουσ. (θηλ.) (μειωτ.-υβριστ.): μεγαλόσωμη και συνήθ. άχαρη και άκομψη γυναίκα. Πβ. φοράδα.
2340αλογάκι[ἀλογάκι] α-λο-γά-κι ουσ. (ουδ.) 1. νεαρό ή μικρόσωμο άλογο. Πβ. ιππάριο, πόνι, πουλάρι. 2. παιδικό παιχνίδι με μορφή αλόγου: ξύλινο/πλαστικό ~. 3. πιόνι του σκακιού, άλογο, ίππος. ● αλογάκια (τα): μηχανικό παιχνίδι στο λούνα παρκ με αλογάκια ή άλλα ομοιώματα ζώων, τα οποία στηρίζονται σε κατακόρυφο άξονα και περιστρέφονται πάνω σε εξέδρα· καρουσέλ. ● ΣΥΜΠΛ.: αλογάκι της θάλασσας: ΙΧΘΥΟΛ. ιππόκαμπος., αλογάκι της Παναγίας (κοινό): ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο, συνήθ. πράσινο έντομο (επιστ. ονομασ. Mantis religiosa) μήκους περίπου πέντε εκατοστών, με μικρό τριγωνικό κεφάλι, μακρόστενο θώρακα και μακριά μπροστινά πόδια με τα οποία συλλαμβάνει την τροφή του. ΣΥΝ. μάντις ● βλ. άλογο [< μεσν. αλογάκιν]
2341αλογάριαστος, η, ο [ἀλογάριαστος] α-λο-γά-ρια-στος επίθ. (προφ.) 1. αμέτρητος, ανυπολόγιστος: ~α: ποσά/χρέη. Πβ. υπερβολικός. 2. (σπάν.) απερίσκεπτος, αστόχαστος, ασυλλόγιστος: ~η: τόλμη. ~α: έξοδα. ● επίρρ.: αλογάριαστα: απερίσκεπτα. Πβ. αψήφιστα. [< μεσν. αλογάριαστος]
2342αλογατάκι[ἀλογατάκι] α-λο-γα-τά-κι ουσ. (ουδ.) (οικ.): αλογάκι.
2343αλογία[ἀλογία] α-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. (σπάν.-λόγ.) έλλειψη λογικής: πολιτική ~. ~ και ακρισία. 2. ΨΥΧΟΛ. φτωχός λόγος, με ελλιπές λεξιλόγιο και περιεχόμενο: ασυναρτησίες, χαλάρωση συνειρμού και ~. Βλ. -λογία. [< αρχ. ἀλογία]
2344αλογίσιος, ια, ιο [ἀλογίσιος] α-λο-γί-σιος επίθ.: που ανήκει στο, προέρχεται από ή χαρακτηρίζει το άλογο: ~ια: ουρά/χαίτη. ~ιο: τρίχωμα.|| ~ιο: κρέας.|| ~ια: δόντια (= μεγάλα). Πβ. ίππειος. Βλ. -ίσιος.
2345αλόγιστος, η, ο [ἀλόγιστος] α-λό-γι-στος επίθ. (λόγ.): που δεν ακολουθεί τους κανόνες της λογικής, που ξεπερνά το μέτρο: ~ος: δανεισμός (= υπερδανεισμός). ~η: ανάπτυξη/εκμετάλλευση (= υπερεκμετάλλευση)/καταστροφή/σπατάλη/χρήση (ΑΝΤ. λελογισμένη). ~ο: κέρδος. ~α: έξοδα. ~ και υπέρμετρος εγωισμός. ~η κατανάλωση αλκοόλ/νερού/φυσικών πόρων (= υπερκατανάλωση). Πβ. άκριτος, απερίσκεπτος, αστόχαστος, ασυλλόγιστος, (παρ)άλογος, υπερβολικός. ΑΝΤ. λογικός (1), ορθολογικός ● επίρρ.: αλόγιστα [< αρχ. ἀλόγιστος]
2346άλογο[ἄλογο] ά-λο-γο ουσ. (ουδ.) {αλόγ-ου | -ων} 1. ΖΩΟΛ. μεγαλόσωμο χορτοφάγο θηλαστικό ζώο (επιστ. ονομασ. Equus caballus), που χρησιμοποιείται ως υποζύγιο, για άθληση ή αναψυχή· ειδικότ. το ενήλικο αρσενικό: άγριο/αραβικό/άσπρο/ατίθασο/αφηνιασμένο/γέρικο/ήμερο/θηλυκό (= φοράδα)/καθαρόαιμο/μαύρο/πολεμικό/ψωραλέο (= ψωρ~) ~. ~ ιππασίας/ιπποδρομιών (βλ. γκανιάν, φαβορί)/ράτσας. Οπλές/ουρά/πέταλα/σέλα/χαίτη ~ου. Σκυριανό ~ (ή αλογάκι της Σκύρου, μικρό σε μέγεθος· βλ. πόνι). Καβάλα στ' ~. Kάρο που το σέρνουν ~α. Άρμα με δύο/τέσσερα (πβ. τέθριππο) ~α. Ανεβαίνω στο/σελώνω το ~. Κρατούσε το ~ από το χαλινάρι. Τα ~α αφήνιασαν/καλπάζουν/τρέχουν/χλιμιντρίζουν. Γητευτής ~ων. Πβ. άτι, ίππος, ντορής, φαρί. Βλ. γαϊδούρι, μουλ-, πουλ-άρι, κουτσ~, κουφ~, παλι~.|| (κατ' επέκτ.) Ποντάρει τα λεφτά του στ' ~α (= στον ιππόδρομο). 2. (συνεκδ.) πιόνι στο σκάκι που απεικονίζει κεφάλι αλόγου: Ένα ~ κάνει κίνηση σχήματος "Γ". ΣΥΝ. ίππος (3) ● άλογα (τα) (προφ.): μονάδα μέτρησης της ισχύος μηχανής: Πόσα ~ βγάζει/είναι/έχει/μπορεί να φτάσει το αμάξι σου/ο κινητήρας; ΣΥΝ. ιπποδύναμη, ίπποι ● ΣΥΜΠΛ.: άλογο κούρσας βλ. κούρσα ● ΦΡ.: και πράσιν(α) άλογα (μτφ.-ειρων.): για υπερβολές, πράγματα που δεν ισχύουν, δεν στέκουν, σαχλαμάρες: Για ποια κούραση ~ ~ μιλάμε, τρεις βδομάδες δεν έκανε τίποτα. Πβ. παραμύθια της Χαλιμάς, τρίχες κατσαρές., ποντάρει σε κουτσό άλογο (μτφ.): στοιχηματίζει ή γενικότ. βασίζεται σε κάτι, από το οποίο δεν μπορεί να επωφεληθεί., σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν (μτφ.): για τον παραγκωνισμό ανθρώπων που παύουν να είναι παραγωγικοί στον τομέα τους, συνήθ. λόγω ηλικίας., βάζει το κάρο/την άμαξα μπροστά από το άλογο βλ. κάρο, ● βλ. αλογάκι [< μτγν. ἄλογον, γαλλ. cheval]
2347αλογο- & αλογό-: α' συνθετικό ουσιαστικών με αναφορά στο άλογο: αλογο-κλέφτης/~μούρης/~ουρά/~πάζαρο. Αλογό-μυγα/~τριχα.
2348αλογόκριτος, η, ο [ἀλογόκριτος] α-λο-γό-κρι-τος επίθ. (προφ.): που δεν έχει λογοκριθεί. ΑΝΤ. λογοκριμένος. ● επίρρ.: αλογόκριτα
2349αλογομούρης, αλογομούρα[ἀλογομούρης] α-λο-γο-μού-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αλογομούρηδες} (προφ.-μειωτ.) 1. (για άνδρα) μανιώδης παίκτης του ιπποδρόμου. 2. (κυρ. για γυναίκα) άνθρωπος με στενόμακρο πρόσωπο σαν του αλόγου, άσχημος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.