| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32316 | μουστάκιας | μου-στά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): μουστακαλής. Βλ. -άκιας. | |
| 32317 | μουστακοφόρος | βλ. μυστακοφόρος | |
| 32318 | μουσταλευριά | μου-στα-λευ-ρι-ά ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό από μούστο και αλεύρι: ~ με καρύδια, κανέλα και σουσάμι. ΣΥΝ. μουστόπιτα | |
| 32319 | μουστάρδα | μου-στάρ-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αρτυματική ύλη με πικάντικη γεύση που παρασκευάζεται από σπόρους λευκού σιναπιού: δυνατή ~. Κρέμα/σάλτσα/σκόνη/σος ~ας. Βλ. κέτσαπ, μαγιονέζα. 2. σκόνη από σπόρους μαύρου σιναπιού με τονωτικές, θεραπευτικές ιδιότητες που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική και την ιατρική. ● ΣΥΜΠΛ.: αέριο της μουστάρδας: ΧΗΜ. υπερίτης. [< αγγλ. mustard gas, 1917] [< ιταλ. mostarda] | |
| 32320 | μουσταρδής | , -ιά, -ί μου-σταρ-δής επίθ. & μουσταρδί {άκλ.}: που έχει το σκούρο κίτρινο χρώμα της μουστάρδας. ● Ουσ.: μουσταρδί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα. | |
| 32321 | μουστερής | μου-στε-ρής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.): πελάτης, αγοραστής. [< μεσν. μουστερής < τουρκ. müşteri] | |
| 32322 | μουστόγρια | μου-στό-γρι-α ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): ηλικιωμένη και συνήθ. άσχημη γυναίκα με πολλές ρυτίδες. Πβ. μπαμπό-, τσουρό-γρια. | |
| 32323 | μουστοκούλουρο | μου-στο-κού-λου-ρο ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. κουλούρι από μούστο, αλεύρι και ζάχαρη. | |
| 32324 | μουστόπιτα | μου-στό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. μουσταλευριά. Βλ. -πιτα. [< μεσν. μουστόπιτα] | |
| 32325 | μούστος | [μοῦστος] μού-στος ουσ. (αρσ.) ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. 1. το προϊόν που εξάγεται από τη συμπίεση σταφυλιών και χρησιμοποιείται για την παραγωγή οίνου μετά από αλκοολική ζύμωση, καθώς και παραδοσιακών προϊόντων (πετιμέζι, μουσταλευριά, μουστοκούλουρα): βρασμένος ~. Βλ. απολάσπωση, διαύγαση. ΣΥΝ. γλεύκος 2. (κατ' επέκτ.) χυμός που προέρχεται από σύνθλιψη ορισμένων καρπών για την παρασκευή ποτών: ~ μπίρας (= ζυθογλεύκος). [< μτγν. μοῦστος] | |
| 32326 | μουσώνας | μου-σώ-νας ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. ισχυρός περιοδικός άνεμος που πνέει κυρ. στον Ινδικό ωκεανό και τη Ν. Ασία, τον χειμώνα από ΝΑ και το καλοκαίρι από ΝΔ: χειμερινοί ~ες. Οι θερινοί ~ες συνοδεύονται από καταρρακτώδεις βροχές. [< γαλλ. mousson] | |
| 32327 | μούτα | μού-τα ουσ. (θηλ.): γκριμάτσα κυρ. ηθοποιού: θεατρικές/κωμικές ~ες. Βλ. γκαγκ. | |
| 32328 | μούτζα | βλ. μούντζα | |
| 32329 | μουτζαλιά | μου-τζα-λιά ουσ. (θηλ.) & μουντζαλιά (λαϊκό): λεκές ή σημάδι από μελάνι. Πβ. μελανιά, μουτζούρα. [< μεσν. μουτζαλιά] | |
| 32330 | μουτζαχεντίν | μου-τζα-χε-ντίν ουσ. (αρσ.) (οι) {άκλ. | στον εν. μουτζαχίντ} 1. ισλαμιστές αντάρτες, μέλη εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων. Βλ. ταλιμπάν, τζιχαντιστής. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επαναστάτες: οι ~ της διανόησης. [< γαλλ. moudjahid, mudjahidîn, 1903] | |
| 32331 | μουτζούρα | μου-τζού-ρα ουσ. (θηλ.) & μουντζούρα (προφ.): κηλίδα σκούρου χρώματος, συνήθ. από μελάνι ή μπογιά: γραπτό γεμάτο ~ες. Πβ. μελανιά, μουτζαλιά. [< μεσν. μουντζούρα] | |
| 32332 | μουτζούρης | μου-τζού-ρης ουσ. (αρσ.) & μουντζούρης (προφ.) 1. (παλαιότ.) τρένο με ατμομηχανή που κινείται με κάρβουνα. 2. παιδικό παιχνίδι με χαρτιά στο οποίο ένας παίκτης στο τέλος θα μείνει με τον μουτζούρη, τραπουλόχαρτο που δεν έχει ταίρι, στο χέρι. 3. (λαϊκό) μηχανοδηγός ή εργάτης σε μηχανουργείο. 4. άτομο που έχει λερωθεί με μουτζούρες, κυρ. στο πρόσωπο και τα χέρια. | |
| 32333 | μουτζούρωμα | μου-τζού-ρω-μα ουσ. (ουδ.) & μουντζούρωμα (προφ.): λέρωμα με μουτζούρες: ~ τετραδίων/τοίχων/χαρτιού. | |
| 32334 | μουτζουρώνω | μου-τζου-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {μουτζούρω-σα, μουτζουρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, μουτζουρών-οντας} & μουντζουρώνω (προφ.): κάνω σκουρόχρωμο λεκέ, γεμίζω μουτζούρες: ~σε το χαρτί με τον μαρκαδόρο. ~θηκαν οι σημειώσεις. ~μένος από καπνιά/στάχτη. ~μένη: φόρμα. [< μεσν. μουντζουρώνω] | |
| 32335 | μούτζωμα | βλ. μούντζωμα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ