Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [32980-33000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32316μουστάκιαςμου-στά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): μουστακαλής. Βλ. -άκιας.
32317μουστακοφόροςβλ. μυστακοφόρος
32318μουσταλευριάμου-στα-λευ-ρι-ά ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό από μούστο και αλεύρι: ~ με καρύδια, κανέλα και σουσάμι. ΣΥΝ. μουστόπιτα
32319μουστάρδαμου-στάρ-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αρτυματική ύλη με πικάντικη γεύση που παρασκευάζεται από σπόρους λευκού σιναπιού: δυνατή ~. Κρέμα/σάλτσα/σκόνη/σος ~ας. Βλ. κέτσαπ, μαγιονέζα. 2. σκόνη από σπόρους μαύρου σιναπιού με τονωτικές, θεραπευτικές ιδιότητες που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική και την ιατρική. ● ΣΥΜΠΛ.: αέριο της μουστάρδας: ΧΗΜ. υπερίτης. [< αγγλ. mustard gas, 1917] [< ιταλ. mostarda]
32320μουσταρδής, -ιά, -ί μου-σταρ-δής επίθ. & μουσταρδί {άκλ.}: που έχει το σκούρο κίτρινο χρώμα της μουστάρδας. ● Ουσ.: μουσταρδί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα.
32321μουστερήςμου-στε-ρής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.): πελάτης, αγοραστής. [< μεσν. μουστερής < τουρκ. müşteri]
32322μουστόγριαμου-στό-γρι-α ουσ. (θηλ.) (υβριστ.): ηλικιωμένη και συνήθ. άσχημη γυναίκα με πολλές ρυτίδες. Πβ. μπαμπό-, τσουρό-γρια.
32323μουστοκούλουρομου-στο-κού-λου-ρο ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. κουλούρι από μούστο, αλεύρι και ζάχαρη.
32324μουστόπιταμου-στό-πι-τα ουσ. (θηλ.): ΖΑΧΑΡ. μουσταλευριά. Βλ. -πιτα. [< μεσν. μουστόπιτα]
32325μούστος[μοῦστος] μού-στος ουσ. (αρσ.) ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. 1. το προϊόν που εξάγεται από τη συμπίεση σταφυλιών και χρησιμοποιείται για την παραγωγή οίνου μετά από αλκοολική ζύμωση, καθώς και παραδοσιακών προϊόντων (πετιμέζι, μουσταλευριά, μουστοκούλουρα): βρασμένος ~. Βλ. απολάσπωση, διαύγαση. ΣΥΝ. γλεύκος 2. (κατ' επέκτ.) χυμός που προέρχεται από σύνθλιψη ορισμένων καρπών για την παρασκευή ποτών: ~ μπίρας (= ζυθογλεύκος). [< μτγν. μοῦστος]
32326μουσώναςμου-σώ-νας ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΕΩΡ. ισχυρός περιοδικός άνεμος που πνέει κυρ. στον Ινδικό ωκεανό και τη Ν. Ασία, τον χειμώνα από ΝΑ και το καλοκαίρι από ΝΔ: χειμερινοί ~ες. Οι θερινοί ~ες συνοδεύονται από καταρρακτώδεις βροχές. [< γαλλ. mousson]
32327μούταμού-τα ουσ. (θηλ.): γκριμάτσα κυρ. ηθοποιού: θεατρικές/κωμικές ~ες. Βλ. γκαγκ.
32328μούτζαβλ. μούντζα
32329μουτζαλιάμου-τζα-λιά ουσ. (θηλ.) & μουντζαλιά (λαϊκό): λεκές ή σημάδι από μελάνι. Πβ. μελανιά, μουτζούρα. [< μεσν. μουτζαλιά]
32330μουτζαχεντίνμου-τζα-χε-ντίν ουσ. (αρσ.) (οι) {άκλ. | στον εν. μουτζαχίντ} 1. ισλαμιστές αντάρτες, μέλη εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων. Βλ. ταλιμπάν, τζιχαντιστής. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) επαναστάτες: οι ~ της διανόησης. [< γαλλ. moudjahid, mudjahidîn, 1903]
32331μουτζούραμου-τζού-ρα ουσ. (θηλ.) & μουντζούρα (προφ.): κηλίδα σκούρου χρώματος, συνήθ. από μελάνι ή μπογιά: γραπτό γεμάτο ~ες. Πβ. μελανιά, μουτζαλιά. [< μεσν. μουντζούρα]
32332μουτζούρηςμου-τζού-ρης ουσ. (αρσ.) & μουντζούρης (προφ.) 1. (παλαιότ.) τρένο με ατμομηχανή που κινείται με κάρβουνα. 2. παιδικό παιχνίδι με χαρτιά στο οποίο ένας παίκτης στο τέλος θα μείνει με τον μουτζούρη, τραπουλόχαρτο που δεν έχει ταίρι, στο χέρι. 3. (λαϊκό) μηχανοδηγός ή εργάτης σε μηχανουργείο. 4. άτομο που έχει λερωθεί με μουτζούρες, κυρ. στο πρόσωπο και τα χέρια.
32333μουτζούρωμαμου-τζού-ρω-μα ουσ. (ουδ.) & μουντζούρωμα (προφ.): λέρωμα με μουτζούρες: ~ τετραδίων/τοίχων/χαρτιού.
32334μουτζουρώνωμου-τζου-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {μουτζούρω-σα, μουτζουρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, μουτζουρών-οντας} & μουντζουρώνω (προφ.): κάνω σκουρόχρωμο λεκέ, γεμίζω μουτζούρες: ~σε το χαρτί με τον μαρκαδόρο. ~θηκαν οι σημειώσεις. ~μένος από καπνιά/στάχτη. ~μένη: φόρμα. [< μεσν. μουντζουρώνω]
32335μούτζωμαβλ. μούντζωμα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.