| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32336 | μουτζώνω | βλ. μουντζώνω | |
| 32337 | μούτι | μού-τι ουσ. (ουδ.): μόνο στη ● ΦΡ.: τα κάνει μούτι (αργκό): αποτυγχάνει σε κάτι, χαλά μια δουλειά, μια υπόθεση, μια σχέση. ΣΥΝ. τα κάνω θάλασσα/σαλάτα/μαντάρα/μούσκεμα/σκατά/ρόιδο [< αλβ. muti] | |
| 32338 | μούτρο | [μοῦτρο] μού-τρο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} το πρόσωπο του ανθρώπου και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη έκφραση: Ρίξτου νερό στα ~α να συνέλθει! Έπεσε κάτω με τα ~α. Δεν έχω όρεξη να βλέπω τα ~α του κάθε πρωί.|| (μτφ.) Δεν μου αρέσουν τα ~α του (: δεν τον συμπαθώ, δεν τον εμπιστεύομαι). Κοίτα πρώτα τα ~α σου στον καθρέφτη κι έπειτα μίλα (: μην κάνεις κριτική, γιατί δεν είσαι καλύτερος). Ξύπνησε με κάτι ~α μέχρι το πάτωμα (: ήταν κακόκεφος). Τι ~α είναι αυτά; (: ως επίπληξη σε άνθρωπο θυμωμένο ή κατσούφη). Έπρεπε να δεις τα ~α του, όταν του το είπα. ΣΥΝ. μούρη (1), φάτσα (1) 2. {χωρ. πληθ.} (μτφ.-υβριστ.) πονηρός, κατεργάρης, απατεώνας: Είναι μεγάλο ~. Πβ. κάθαρμα, καθίκι, τομάρι, τσογλάνι. ● Υποκ.: μουτράκι (το): στη σημ. 1. ● Μεγεθ.: μουτράκλα (η) ● ΦΡ.: αρπάζω/πιάνω κάποιον απ' τα μούτρα (προφ.): του επιτίθεμαι φραστικά και απρόσμενα: Μια κουβέντα είπα και αμέσως με άρπαξε ~., δεν είναι/δεν κάνει για τα μούτρα σου: είναι ανώτερος/ανώτερη, καλύτερος/καλύτερη από εσένα, δεν σου αξίζει., θα σου/του σπάσω τα μούτρα (απειλητ.): θα σε/τον χτυπήσω άσχημα στο πρόσωπο: Αν τον αγγίξεις, θα σου ~! ΣΥΝ. χαλάω τη μόστρα/τα μούτρα (2), κλείνω το τηλέφωνο στα μούτρα κάποιου: διακόπτω απότομα την επικοινωνία, κλείνοντας το τηλέφωνο: Θύμωσε και μου έκλεισε ~., κρατάω/κάνω μούτρα σε κάποιον: δείχνω παρεξηγημένος, θυμωμένος, δυσαρεστημένος μαζί του: Μη μου κρατάς ~, δεν φταίω εγώ! Μου έκανε ~, επειδή δεν την κάλεσα στο πάρτι., λέω κάτι στα μούτρα (κάποιου): ευθέως, χωρίς περιστροφές ή απότομα: Του το είπε ~ (= κατάμουτρα)., με τι/ποια μούτρα/(δεν) έχω μούτρα ... (+ να/θα): για να δηλωθεί ντροπή, αμηχανία ή ενοχή για κάτι: ~ ~ θα την αντικρίσω/θα βγω στην κοινωνία; Μετά απ' όσα έκανες, έχεις τα μούτρα να μιλάς κι από πάνω; ΣΥΝ. με τι/ποιο πρόσωπο θα .../(δεν) έχω πρόσωπο να ..., μου πέφτουν τα μούτρα: γίνομαι ρεζίλι, εξευτελίζομαι, ντροπιάζομαι: Δεν ήξερα πώς να δικαιολογηθώ, μου έπεσαν ~! Βλ. ρίχνω τα μούτρα μου., ξινίζω/κρεμάω/κατεβάζω/στραβώνω τα μούτρα μου: εκδηλώνω δυσαρέσκεια, θυμό με την έκφρασή μου, κατσουφιάζω: Ξίνισε ~ του, αλλά το δέχτηκε. Έλα, μην κατεβάζεις τα μούτρα σου, μια κουβέντα είπαμε! Με υποδέχτηκε με κατεβασμένα τα μούτρα. ΣΥΝ. μουτρώνω, στραβομουτσουνιάζω, παίρνω τα μούτρα μου και ... 1. αποχωρώ ντροπιασμένος: Μόλις άκουσα τέτοια προσβολή, πήρα ~ κι έφυγα. 2. τολμώ να: Επιτέλους πήρε ~ του και ήρθε να σου ζητήσει να βγείτε., πετάω κάτι στα μούτρα κάποιου 1. ρίχνω επιθετικά κάτι στο πρόσωπό του και κατ' επέκτ. απορρίπτω, περιφρονώ μια προσφορά: Της πέταξε ~ το φαγητό.|| Τους πέταξε ~ το βραβείο. 2. (μτφ.) για απότομο ή αγενή τρόπο έκφρασης: Μου πέταξε ~ ένα γεια κι έφυγε., πέφτω/ρίχνομαι με τα μούτρα σε κάτι: ασχολούμαι με κάτι αποκλειστικά και με ένταση, αφοσιώνομαι: ~ ~ στο διάβασμα/στη δουλειά/στη σχέση. Πβ. με τα μπούνια.|| Έπεσε ~ στο φαΐ (: άρχισε να τρώει γρήγορα)., ρίχνω τα μούτρα μου: δείχνω την αδυναμία μου, ταπεινώνομαι: Έριξε ~ του και ζήτησε βοήθεια/μου μίλησε/τηλεφώνησε. Βλ. μου πέφτουν τα μούτρα., σκατά στα μούτρα σου! (υβριστ.): για να εκφραστεί οργή, αγανάκτηση., τα/τον κάνω σαν τα μούτρα μου (μειωτ.): καταστρέφω, χαλώ κάτι ή κάποιον: Έτσι που τα έκανες ~ σου, δεν διορθώνονται!|| Δεν θα σας αφήσω να κάνετε τον γιο μου σαν τα ~ σας!, τον κοροϊδεύει μες στα μούτρα του/μπροστά στα μάτια του/κατάμουτρα (προφ.): για περιπτώσεις ολοφάνερης εξαπάτησης: Μας κορόιδευε ~ μας και δεν το πήραμε είδηση!, τρώω/σπάω τα μούτρα μου (προφ.) 1. τραυματίζομαι άσχημα, κυρ. στο πρόσωπο, μετά από πτώση. Βλ. έφαγε σαβούρα/σούπα/χύμα. 2. (μτφ.) αποτυγχάνω παταγωδώς: Τρώει συνεχώς τα ~ του, αλλά δεν το βάζει κάτω. Ήθελε να το παίξει έξυπνη κι έφαγε ~ της. Χτύπησε πολλές πόρτες κι έσπασε ~ του., όποιος κοροϊδεύει τους άλλους, κοροϊδεύει τα μούτρα του βλ. κοροϊδεύω, του έκανε τα μούτρα/τη μούρη κρέας βλ. κρέας, τρίβω κάτι στα μούτρα/στη μούρη κάποιου βλ. τρίβω, χαλάω τη μόστρα/τα μούτρα βλ. μόστρα [< μεσν. μούτρο(ν)] | |
| 32340 | μουτρώνω | μου-τρώ-νω ρ. (αμτβ.) {μούτρω-σα, -σει, -μένος} (προφ.): γίνομαι σκυθρωπός, κατσουφιάζω λόγω δυσαρέσκειας ή θυμού. ΣΥΝ. κρατάω/κάνω μούτρα σε κάποιον, στραβομουτσουνιάζω | |
| 32341 | μούτσος | [μοῦτσος] μού-τσος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): μαθητευόμενος ναύτης. ΣΥΝ. ναυτόπαις (1) [< ιταλ. mozzo] | |
| 32342 | μουτσούνα | μου-τσού-να ουσ. (θηλ.) 1. (μειωτ.) πρόσωπο. Πβ. μούρη. 2. (λαϊκό-παρωχ.) μάσκα, προσωπίδα: αποκριάτικη ~ καρναβαλιού. ● Μεγεθ.: μουτσουνάρα (η) Βλ. αρχοντο~, αφεντο~. [< μεσν. μουτσούνα] | |
| 32343 | μούφα | μού-φα ουσ. (θηλ.) 1. {χωρ. πληθ.} (νεαν. αργκό) απάτη, μεγάλο ψέμα ή αποτυχία: ~ η θεατρική παράσταση/ο νέος του δίσκος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα σύνδεσης σωληνώσεων: µεταλλική/συστολική/σφαιρική ~. ~ με εσωτερικό ελαστικό δακτύλιο. [< 1: αγγλ. muff 2: γερμ. Muffe] | |
| 32344 | μουφλόν | μου-φλόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΖΩΟΛ. είδος μικρόσωμου άγριου πρόβατου (επιστ. ονομασ. Ovis orientalis και Ovis musimon), το αρσενικό του οποίου έχει μεγάλα κυρτά κέρατα. Βλ. αγρινό, αίγαγρος. 2. (συνεκδ.) ύφασμα από το μαλλί του ομώνυμου ζώου: κουβέρτα/(γυναικείο) παλτό/φόδρα ~. [< γαλλ. mouflon] | |
| 32345 | μουφτεία | μου-φτεί-α ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. έδρα ή περιοχή δικαιοδοσίας του μουφτή. | |
| 32346 | μουφτής | μου-φτής ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. θεολόγος και ερμηνευτής του μουσουλμανικού δικαίου, με θρησκευτικές, δικαστικές και αστικές αρμοδιότητες: Οι ~ήδες (: θρησκευτικοί αρχηγοί) των μουσουλμανικών κοινοτήτων της Ελλάδας. Βλ. ιμάμης, μουεζίνης, χότζας. [< μεσν. μουφτής, τουρκ. müfti] | |
| 32347 | μουχαλεμπί | μου-χα-λε-μπί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κρέμα πιάτου με ρυζάλευρο, ζάχαρη και γάλα. [< τουρκ. muhallebi] | |
| 32348 | μουχαμπέτι | μου-χα-μπέ-τι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (διαλεκτ.): κουβέντα. [< τουρκ. muhabbet] | |
| 32349 | μούχλα | μού-χλα ουσ. (θηλ.) 1. είδος μικροσκοπικού μύκητα που αναπτύσσεται σε οργανικές ουσίες, κυρ. μπαγιάτικα τρόφιμα, ή υγρό περιβάλλον: άσπρη/μπλε/πράσινη ~. Η μαρμελάδα/το ψωμί έπιασε ~. Τυρί με ~ (βλ. ροκφόρ). ~ στα φύλλα φυτών.|| Το σπίτι μύριζε ~ και κλεισούρα. Σημάδια ~ας στους τοίχους από την υγρασία. Φίλτρο ψυκτικού μέσου κατά της ~ας. Πβ. ευρωτίαση. 2. (μτφ.) κατάσταση που έχει βαλτώσει, στασιμότητα. [< μεσν. μούχλα] | |
| 32350 | μούχλας | μού-χλας ουσ. (αρσ.) & μούχλα (η) (αργκό): για νωθρό άνθρωπο. | |
| 32351 | μουχλιάζω | μου-χλιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μούχλια-σε, -σει, -σμένος}: (μτφ.) μένω στάσιμος, αδρανώ: Βγες λίγο έξω, έχεις ~σει μες στο σπίτι. Πβ. αποτελματώνομαι, αραχνιάζω, βαλτώνω, σκουριάζω. ΑΝΤ. ξεμουχλιάζω (1) ● μουχλιάζει: πιάνει μούχλα: ~ η μαρμελάδα/το τυρί/το ψωμί (: αλλοιώνεται, πανιάζει, χαλά). ~σαν τα ρούχα/οι τοίχοι από την υγρασία. ~σμένη: επιφάνεια. ~σμένο: φαγητό. [< μεσν. μο(υ)χλιάζω] | |
| 32352 | μούχλιασμα | μού-χλια-σμα ουσ. (ουδ.) 1. το να καλύπτεται κάτι με μούχλα: ~ τροφών. ~ στην επιφάνεια του τυριού. Πβ. ευρωτίαση. Βλ. σάπισμα. 2. (σπάν.-μτφ.) αδράνεια, νωθρότητα, στασιμότητα. | |
| 32353 | μουχρίτσα | μου-χρί-τσα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μονοετές ζιζάνιο (επιστ. ονομασ. Echinochloa crus-galli) της οικογένειας των αγρωστωδών που αναπτύσσεται κυρ. σε υγρά μέρη. Βλ. αγριάδα, βέλιουρας. | |
| 32354 | μούχρωμα | μού-χρω-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): σκοτείνιασμα· σούρουπο. | |
| 32355 | μοχέρ | μο-χέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πολύ μαλακό και χνουδωτό μαλλί που χρησιμοποιείται στην κατασκευή πλεκτών ενδυμάτων: ζακέτα/μπλούζα/πουλόβερ από ~. Πβ. αγκορά.|| (ως επίθ.) Καπέλο/φόρεμα ~. [< αγγλ.-γαλλ. mohair] | |
| 32356 | μοχθηρία | μο-χθη-ρί-α ουσ. (θηλ.): ζήλια, κακία που αισθάνεται κάποιος για την ευτυχία του άλλου ή χαρά για τη δυστυχία του. Πβ. εμπάθεια, φθόνος, χολή. ΣΥΝ. κακεντρέχεια, μοχθηρότητα, χαιρεκακία [< αρχ. μοχθηρία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ