| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32357 | μοχθηρός | , ή, ό μο-χθη-ρός επίθ.: που εκδηλώνει ή εκφράζει μοχθηρία: ~ό: βλέμμα/γέλιο/μυαλό/σχέδιο. Βλ. -ηρός. ΣΥΝ. κακεντρεχής, κακός (1), χαιρέκακος ● επίρρ.: μοχθηρά [< αρχ. μοχθηρός] | |
| 32358 | μοχθηρότητα | μο-χθη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μοχθηρία. Βλ. -ότητα. [< μτγν. μοχθηρότης] | |
| 32359 | μόχθος | μό-χθος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) μόχτος: μεγάλη κούραση, επίπονη προσπάθεια και κατ' επέκτ. οτιδήποτε αποκτά κάποιος με σκληρή εργασία: καθημερινός/προσωπικός ~. Η επιτυχία απαιτεί ~ο και θυσίες/ιδρώτα. Καρπός/προϊόν πνευματικού και σωματικού ~ου. Άνθρωποι του ~ου και της βιοπάλης. (εμφατ.) Το έργο πραγματοποιήθηκε με πολύ κόπο και ~ο. Πβ. κάματος.|| Οι ~οι μιας ολόκληρης ζωής/τόσων χρόνων. [< αρχ. μόχθος] | |
| 32360 | μοχθώ | [μοχθῶ] μο-χθώ ρ. (αμτβ.) {μοχθ-είς ... | μόχθ-ησα, μοχθ-ώντας}: προσπαθώ σκληρά, για να πετύχω κάτι, κουράζομαι υπερβολικά: ~εί αρκετά για να φέρει εις πέρας τη δουλειά. ~ούν και αγωνίζονται καθημερινά για τον επιούσιο. Μεγαλόπνοο έργο για το οποίο ~ησε επί χρόνια. Πβ. πασχίζω. ΣΥΝ. ιδροκοπώ (2), κοπιάζω, παλεύω (3) [< αρχ. μοχθῶ] | |
| 32361 | μοχίτο | μο-χί-το ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κοκτέιλ από ρούμι, ζάχαρη, χυμό λάιμ, φύλλα μέντας και θρυμματισμένο πάγο. [< ισπ. mojito, αγγλ. ~, 1934] | |
| 32362 | μόχλευση | μό-χλευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. χρήση δανειακού συνήθ. κεφαλαίου για τη χρηματοδότηση μιας επένδυσης: αρνητική/ενσωματωμένη/λειτουργική ~ (: ο λόγος της ποσοστιαίας μεταβολής των λειτουργικών κερδών μιας επιχείρησης προς την ποσοστιαία μεταβολή του όγκου των πωλήσεων). Χρηματοοικονομική ~ (: ο λόγος των ξένων κεφαλαίων προς τα κεφάλαια της εταιρείας). ~ στις μετοχές. Δείκτης/συντελεστής ~ης. 2. (σπάν.) μετατόπιση, ανακίνηση. [< 2: αρχ. μόχλευσις ‘μετακίνηση με μοχλό’, αμερικ. leverage, 1931] | |
| 32363 | μοχλοβραχίονας | μο-χλο-βρα-χί-ο-νας ουσ. (αρσ.): ΜΗΧΑΝ. το μέρος του μοχλού μεταξύ του υπομοχλίου και της δύναμης που ασκείται σε αυτόν: ~ ανόρθωσης/αντίστασης/επαναφοράς. [< γαλλ. bras de levier] | |
| 32364 | μοχλός | μο-χλός ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. άκαμπτη ράβδος με δυνατότητα περιστροφής γύρω από ένα σταθερό σημείο ή άξονα, που χρησιμοποιείται για τον πολλαπλασιασμό της ασκούμενης δύναμης σε σώμα και την ανύψωση ή μετακίνηση αντικειμένων: μεταλλικός/ξύλινος ~. ~ επιτάχυνσης (& μτφ.)/μετατόπισης. Βραχίονας ~ού. Τρία είδη ~ών. Βλ. λοστός, υπομόχλιο. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (ειδικότ.) προεξέχουσα λαβή, εξάρτημα παρόμοιο με μοχλό, που ρυθμίζει ή θέτει σε λειτουργία μηχανισμό: χειροκίνητος ~. ~ απελευθέρωσης τροχών/ασφαλείας (σε πόρτα/όπλο)/ελέγχου βαλβίδας/χειρόφρενου. 3. (μτφ.) παράγοντας που υποκινεί ή συντελεί σε κάτι: στρατηγικός ~. ~ ανάπτυξης/ανόδου/εξουσίας/προόδου/προώθησης/στήριξης της οικονομίας/υλοποίησης των προγραμμάτων. ● ΣΥΜΠΛ.: µοχλός χειρισµού: χειριστήριο. Πβ. τζόιστικ., κινητήριος μοχλός (μτφ.): κινητήρια δύναμη. [< γαλλ. levier d'attaque] , μοχλός πίεσης: οποιοσδήποτε παράγοντας χρησιμοποιείται ως μέσο για την άσκηση πίεσης: οι απεργιακές κινητοποιήσεις ως ~ ~ για την ικανοποίηση των αιτημάτων., λεβιέ(ς)/μοχλός ταχυτήτων βλ. ταχύτητα [< αρχ. μοχλός, γαλλ. levier, αγγλ. lever] | |
| 32365 | μπα | επιφών. δηλώνει 1. θαυμασμό, έκπληξη, απορία ή αγανάκτηση: ~, αλήθεια; ~; Πώς και με θυμήθηκες; (επιτατ.) ~ ~; Πού τα έμαθες εσύ αυτά;|| ~, τον αθεόφοβο, τι πήγε κι έκανε! 2. έμφαση πριν από κατάρα, βρισιά: ~ κακό χρόνο να 'χεις/που να λυσσάξεις/που να φας τη γλώσσα σου! ~ πανάθεμά σε! 3. άρνηση: Α, ~, δεν υπάρχει πρόβλημα. -Κέρδισες; -~, πού τέτοια τύχη! 4. ειρωνεία: ~; Δεν ήξερα να σε ρωτήσω κιόλας. ~, τι μας λες; Βλ. μωρέ. ● ΦΡ.: (μπα) που να σκάσεις (και να πλαντάξεις) βλ. σκάω, (μπα) σε καλό μου/σου/του βλ. καλό [< γαλλ. bah] | |
| 32366 | μπαγάζια | βλ. μπαγκάζια | |
| 32367 | μπαγαζιέρα | βλ. μπαγκαζιέρα | |
| 32368 | μπαγαπόντης | μπα-γα-πό-ντης ουσ. (αρσ.) {μπαγαπόντηδες κ. μπαγαπόντες} & (σπάν.) μπαγαμπόντης & παγαπόντης (λαϊκό-μειωτ.): απατεώνας, κατεργάρης. ΣΥΝ. μασκαράς (2) [< ιταλ. vagabondo] | |
| 32369 | μπαγαποντιά | μπα-γα-πο-ντιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) μπαγαμποντιά & παγαποντιά (λαϊκό): απατεωνιά. Πβ. απάτη, κομπίνα. | |
| 32370 | μπαγάσας | μπα-γά-σας ουσ. (αρσ.) {-ες κ. -ηδες} (λαϊκό, συνήθ. για δήλωση θαυμασμού): άνθρωπος πονηρός και συνήθ. αναξιόπιστος, που πετυχαίνει τον σκοπό του: Πού το βρήκε ο ~! Ρε, ~α, τα κατάφερες πάλι! Πβ. κατεργάρης, κερατάς, κερατούκλης, μπαγάσικο. ● Υποκ.: μπαγασάκος (ο) [< μεσν. μπαγάσας] | |
| 32371 | μπαγάσικο | μπα-γά-σι-κο ουσ. (ουδ.) (οικ.): μπαγάσας: Αχ, βρε ~, με συγκίνησες. | |
| 32372 | μπαγδατί | μπα-γδα-τί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό): μεσότοιχος ή ταβάνι από ξύλινο σκελετό με οριζόντιους πήχεις ή καλάμια, σοβατισμένα συνήθ. με ασβεστοκονίαμα. Πβ. τσατμάς. [< τουρκ. bağdadi] | |
| 32373 | μπαγιαντέρα | μπα-για-ντέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) γυναίκα φορτωμένη με πολλά στολίδια. Πβ. λατέρνα. 2. σχέδιο πολύχρωμου υφάσματος. 3. Ινδή ιέρεια-χορεύτρια. [< γαλλ. bayadère] | |
| 32374 | μπαγιατεύει | μπα-για-τεύ-ει ρ. (αμτβ.) {μπαγιάτ-εψε} (προφ.) 1. (για τρόφιμα) γίνεται μπαγιάτικο, αλλοιώνεται, χαλά: Ο καφές/το ψάρι/το ψωμί ~εψε. Πβ. πολυκαιρίζει. Βλ. μουχλιάζει, σαπίζει. 2. (μτφ.) χάνει τη ζωντάνια, τη φρεσκάδα του, παλιώνει: Τα καλά βιβλία δεν ~ουν. | |
| 32375 | μπαγιάτικος | , η, ο μπα-γιά-τι-κος επίθ. (προφ.) 1. (για τρόφιμα) αλλοιωμένος, χαλασμένος: ~ος: καφές. ~η: τούρτα. ~ο: αβγό/γλυκό/κρέας/φαγητό/ψάρι/ψωμί. Πβ. πολυκαιρισμένος. ΑΝΤ. φρέσκος (1) 2. (μτφ.) παλιός, ξεπερασμένος: ~η: είδηση/ιστορία. ~ο: αστείο/θέμα. ~α: νέα. ● ΦΡ.: σαν μπαγιάτικο μύδι βλ. μύδι [< μεσν. μπαγιάτης < τουρκ. bayat] | |
| 32376 | μπαγιατίλα | μπα-για-τί-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): δυσάρεστη μυρωδιά και γεύση μπαγιάτικης τροφής· κατ' επέκτ. για καθετί που έχει παλιώσει: Μυρίζει ~. Βλ. -ίλα, μούχλα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ