| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32377 | μπαγιονέτ | μπα-γιο-νέτ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.) μπαγιονέτα 1. για ηλεκτρική λάμπα που εφαρμόζει σε ειδικές εσοχές και κατ' επέκτ. καθετί με ανάλογο κούμπωμα: λαμπτήρας ~.|| Φακός (τύπου) ~. Βλ. βιδωτός. 2. (παρωχ.) ξιφολόγχη. [< γαλλ. baïonette] | |
| 32378 | μπάγκα | βλ. μπάνκα | |
| 32379 | μπαγκάζια | μπα-γκά-ζια ουσ. (ουδ.) (τα) & μπαγάζια (προφ.) : βαλίτσες, αποσκευές και γενικότ. τα υπάρχοντα: Ετοιμάζω τα ~ μου. Φορτωμένοι με τα ~ για το ταξίδι.|| Μάζεψε τα ~ σου και δρόμο! [< βεν. bagagia] | |
| 32380 | μπαγκαζιέρα | μπα-γκα-ζιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & μπαγαζιέρα 1. ειδικός χώρος, κυρ. σε μεταφορικό μέσο, για τοποθέτηση αποσκευών: ~ λεωφορείου/μοτοσικλέτας/οροφής αυτοκινήτου (βλ. σχάρα). Βάση ~ας. Βλ. -ιέρα, πορτμπαγκάζ. 2. τροχήλατο ρυμουλκούμενο που συνδέεται με κοτσαδόρο σε όχημα για μεταφορά αντικειμένων: γαλβανιζέ ~. Μουσαμάς για ~. Πβ. τρέιλερ. | |
| 32381 | μπαγκαλόου | βλ. μπανγκαλόου | |
| 32382 | μπαγκατέλα | βλ. μπακατέλα | |
| 32383 | μπάγκελ | μπά-γκελ ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. στρογγυλό ψωμάκι με τρύπα στο κέντρο που βράζεται για λίγο προτού ψηθεί στον φούρνο. [< αγγλ. bagel, 1908, γαλλ. ~, 1983 < εβραϊκό beygl] | |
| 32384 | μπαγκέτα | μπα-γκέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. κοντή και ελαφριά ράβδος με την οποία διευθύνει ο μαέστρος την ορχήστρα. Βλ. μπατόν. 2. (κατ' επέκτ.) βέργα παρόμοιου σχήματος με ποικίλες χρήσεις: (ΜΟΥΣ.) Το ξυλόφωνο/το σαντούρι παίζεται με ~ες.|| (ΑΘΛ.) Πλαστική ~ κορδέλας στη ρυθμική γυμναστική. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μακρόστενο ψωμί γαλλικού τύπου με τραγανή κόρα και αφράτη ψίχα: άσπρη/μαύρη/χωριάτικη ~. Σάντουιτς ~. ~ ολικής αλέσεως. 4. (μτφ.) καθοδήγηση, διεύθυνση: Πήρε την ~ της ομάδας στα χέρια του. Ταινία υπό τη σκηνοθετική ~ του ... Πβ. τιμόνι. Βλ. -έτα. [< γαλλ. baguette] | |
| 32385 | μπάγκος | βλ. πάγκος | |
| 32386 | μπαγκράουντ | βλ. μπακγκράουντ | |
| 32387 | μπαγλαμάς | μπα-γλα-μάς ουσ. (αρσ.) 1. ΜΟΥΣ. τρίχορδο λαϊκό μουσικό όργανο που μοιάζει με μικρό μπουζούκι. Βλ. τζουράς. 2. (αργκό) για ανόητο, τιποτένιο άνθρωπο. Πβ. μπουζούκι. ● Υποκ.: μπαγλαμαδάκι (το): στη σημ. 1. [< 1: τουρκ. bağlama 2: τουρκ. balama] | |
| 32388 | μπαγλάρωμα | μπα-γλά-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. σύλληψη ατόμου από τις Αρχές: ~ και φυλάκιση. Πβ. τσουβάλιασμα. 2. ξυλοδαρμός, ξυλοκόπημα. | |
| 32389 | μπαγλαρώνω | μπα-γλα-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {μπαγλάρω-σα, μπαγλαρώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος} (λαϊκό) 1. (για αστυνομική Αρχή) συλλαμβάνω, πιάνω: Τον ~σαν για επικίνδυνη οδήγηση. Πβ. τσουβαλιάζω. 2. (μτφ.) δέρνω, ξυλοκοπώ. Πβ. ξυλοφορτώνω. [< τουρκ. bağlar] | |
| 32390 | μπάζα | μπά-ζα ουσ. (θηλ.) 1. (αργκό) μεγάλο και παράνομο συνήθ. κέρδος: Έκανε καλή/μεγάλη/χοντρή ~. Ληστεία με γερή ~. ΣΥΝ. αρπαχτή (1) 2. (σε ορισμένα χαρτοπαίγνια) τα χαρτιά που κερδίζει κάποιος από τον αντίπαλο σε γύρο παιχνιδιού: ~ στο μπριτζ/στην πρέφα. Πβ. λεβέ, χαρτωσιά. 3. οριζόντια και συνήθ. στενή λωρίδα από ξύλο, αλουμίνιο ή πλαστικό, που καλύπτει το κάτω μέρος του ντουλαπιού στο σημείο όπου ενώνεται με το δάπεδο. Βλ. φάσα. ● ΦΡ.: δεν πιάνει μπάζα/χαρτωσιά μπροστά σε κάποιον/κάτι: είναι πολύ κατώτερο(ς) σε σύγκριση με κάποιον/κάτι άλλο. [< βεν. baza] | |
| 32391 | μπάζα | μπά-ζα ουσ. (ουδ.) (τα) {μπάζων & μπαζών} (περιληπτ.): ΟΙΚΟΔ. υλικά που συγκεντρώνονται από κατεδάφιση κτιρίων ή άλλων τεχνικών έργων, τα υπόλοιπα οικοδομικών εργασιών: ανακύκλωση/αποκομιδή ~ων και σκουπιδιών από εκσκαφές και κατασκευές. Κάδοι/συλλεκτήρες/χωνιά ~ών/για ~. Aπαγορεύεται η ρίψη ~ων. || (στον εν. μπάζο, αργκό-μειωτ.): για άσχημο ή ανόητο άτομο. ● ΦΡ.: (είναι) για τα μπάζα (προφ.): για κάποιον/κάτι τελείως άχρηστο ή άσχημο. [< παλ. ιταλ. basa < λατ. basis ‘το πιο χαμηλό μερος αρχιτεκτονικής κατασκευής’ < αρχ. βάσις] | |
| 56573 | Μπαζα | χαρ-τω-σιά ουσ. (θηλ.): (σε ορισμένα χαρτοπαίγνια) μπάζα. ● ΦΡ.: δεν πιάνει μπάζα/χαρτωσιά μπροστά σε κάποιον/κάτι βλ. μπάζα | |
| 32392 | μπαζάρ | μπα-ζάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: έκθεση προϊόντων με σκοπό την πώλησή τους, συνήθ. για φιλανθρωπικούς σκοπούς: πασχαλινό/χριστουγεννιάτικο ~. Πβ. εορταγορά, παζάρι. [< γαλλ. bazar, αγγλ. bazaar] | |
| 32393 | μπάζο | μπά-ζο ουσ. (ουδ.) (αργκό-υβριστ.): για άσχημο ή ανόητο άνθρωπο. Πβ. μπουρούχα. | |
| 32394 | μπαζούκα(ς) | μπα-ζού-κα(ς) ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΣΤΡΑΤ. ελαφρύ φορητό αντιαρματικό όπλο που εκτοξεύει αυτοπροωθούμενα βλήματα: αυτοσχέδιο ~. Ρουκέτες από ~. Βλ. πυροσωλήνας. [< αμερικ. bazooka, 1942] | |
| 32395 | μπάζω | μπά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έμπα-σα, μπά-σει, μπα-σμένος, μπάζ-οντας} (προφ.) 1. βάζω κάποιον ή κάτι μέσα σε έναν χώρο, εντάσσω: Τον ~σε κρυφά στο διαμέρισμα/πλοίο. Κατάφερε να ~σει την κόρη του σε μια δουλειά. 2. (μτφ.) εισάγω, μυώ, κατατοπίζω: Ο μάστορας με ~σε στα μυστικά της τέχνης. Το βιβλίο ~ει στο κλίμα/στο νόημα και τον πιο ανυποψίαστο. ● μπάζει 1. επιτρέπει την είσοδο από άνοιγμα, τρύπα· κατ' επέκτ. για καθετί ευάλωτο, σαθρό, που έχει αδύναμα σημεία: Το καΐκι/η οροφή ~ νερά. Η αίθουσα ~ αέρα/κρύο από παντού. Φύγε απ' το παράθυρο που ~.|| (μτφ.) Η επιχειρηματολογία του είναι άψογη, δεν ~ από πουθενά. Το σενάριο ~ από παντού, πολλές λεπτομέρειες δεν κολλάνε. 2. (για ύφασμα) συρρικνώνεται: Έβαλα τα μάλλινα στο πλυντήριο και ~σαν (= μάζεψαν, μπήκαν). ● ΦΡ.: βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι βλ. παιχνίδι ● βλ. μπασμένος [< μεσν. μπάζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ