| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32396 | μπάζωμα | μπά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): επιχωμάτωση: παράνομο ~. ~ ακτής/ρέματος. ~ και οικοπεδοποίηση εκτάσεων. Βλ. κατάχωση. | |
| 32397 | μπαζώνω | μπα-ζώ-νω ρ. (μτβ.) {μπάζω-σα, μπαζώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, μπαζών-οντας} (προφ.): επιχωματώνω: ~ όρμους/παραλίες/ποτάμια/ρέματα. ~θηκε η ακτή. ~μένος: δρόμος. | |
| 32398 | μπάι | μπά-ι επιφών. {άκλ.} (νεαν. αργκό): (συχνά με επανάληψη) αντίο, γεια. Πβ. τσάο. [< αγγλ. bye, γαλλ. bye-bye, 1934] | |
| 32399 | μπάι | μπά-ι επίθ./ουσ. {άκλ.} (αργκό): μπαϊσέξουαλ. ΣΥΝ. αμφί [< αγγλ. bi, 1966] | |
| 32400 | μπαίγνιο | μπαί-γνι-ο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. πρόσωπο που αποτελεί αντικείμενο κοροϊδίας: Έχει γίνει ~ της γειτονιάς/της παρέας. Πβ. περίγελος. 2. για άβουλο πρόσωπο που κατευθύνεται από τους άλλους: ~ (στα χέρια) ασυνείδητων κερδοσκόπων. Πβ. άθυρμα, έρμαιο, παίγνιο. [< μεσν. μπαίγνιον] | |
| 32401 | μπαϊλντίζω | μπα-ϊλ-ντί-ζω ρ. (αμτβ.) {μπαΐλντι-σα, -σει, -σμένος} (λαϊκό): κουράζομαι, εξαντλούμαι, αγανακτώ: ~σε να δουλεύει όλη μέρα. Έχω ~σει πια με αυτή την ιστορία! ~σμένος από την κίνηση και τη ζέστη. Πβ. απαυδώ, αποκάνω, μπουχτίζω. [< τουρκ. bayıldım] | |
| 32402 | μπαινοβγαίνω | μπαι-νο-βγαί-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (προφ.) 1. μπαίνω και βγαίνω από ένα μέρος συνεχώς: ~ στο δωμάτιο. Πολύς κόσμος ~ει κάθε μέρα στα μαγαζιά. Δέκα χρόνια μπαινόβγαινε σε κέντρα απεξάρτησης/στα νοσοκομεία. 2. (μτφ.) συχνάζω κάπου, συνήθ. ως επισκέπτης: ~ στο διαδίκτυο. [< μεσν. μπαινοβγαίνω] | |
| 32403 | μπαίνω | μπαί-νω ρ. (αμτβ.) {μπήκα, μπω, μπεις, μπει, μπούμε, μπείτε, μπουν(ε), μπες/έμπα, μπείτε, μπασμένος, μπαίν-οντας} 1. πηγαίνω, περνώ από έξω μέσα και γενικότ. εισέρχομαι σε έναν χώρο, μια περιοχή: ~ στη θάλασσα/στο μαγαζί/(ΑΘΛ.) στη μικρή περιοχή (γηπέδου)/στο μπάνιο/στο νοσοκομείο (= κάνω εισαγωγή)/στο σπίτι/στο στάδιο/στη φυλακή (= φυλακίζομαι)/στο χειρουργείο. Ο ληστής μπήκε από το παράθυρο. ~ει το πλοίο στο λιμάνι/το τρένο στον σταθμό. ~ κρυφά/στη ζούλα. Ο καθένας ~ει και βγαίνει (= μπαινοβγαίνει) όποτε θέλει. Μπες/Μπείτε μέσα! Μπήκε χωρίς άδεια/χωρίς να χτυπήσει την πόρτα. ~ στο αμάξι/στο λεωφορείο (πβ. επιβιβάζομαι). Δεν ~ σε αεροπλάνο, φοβάμαι. Σε ποιες τάξεις ~εις (: διδάσκεις); Μπήκε αγκάθι στο δάχτυλο/άμμος στα μάτια/νερό στο σκάφος. Το υγρό ~ει από τον σωλήνα (= εισδύει, εισρέει). Από τη χαραμάδα έμπαινε κρύος αέρας/φως. Μπήκαν λαθραία στη χώρα. Πβ. εισχωρώ. Βλ. εξέρχομαι.|| (μτφ.) Μπήκε γκολ/καλάθι/τρίποντο.|| Από το τρακάρισμα η πόρτα μπήκε μέσα (= βούλιαξε).|| Ο εχθρός μπήκε στην πόλη. Πβ. εισβάλλω.|| Πώς ~ στην ιστοσελίδα/στο πρόγραμμα/στο σύστημα (= αποκτώ πρόσβαση);|| ~ει πατημένος στις στροφές (: με γκάζι). ΑΝΤ. βγαίνω (1) 2. (μτφ.) εισέρχομαι σε μία περίοδο, κατάσταση, ξεκινώ μια δραστηριότητα ή αναπτύσσω έναν τρόπο σκέψης: ~ στα πενήντα (πβ. κλείνω, πατώ). Τα κορίτσια ~ουν νωρίτερα στην εφηβεία. Η χώρα ~ει σε μια νέα φάση. Μπήκαμε στον εικοστό πρώτο αιώνα. Μπήκε για τα καλά στο λούκι της καθημερινότητας.|| ~ σε μια σχέση (πβ. ξεκινώ). ~ στη συζήτηση (= συμμετέχω). ~ στον αγώνα/σε μια διαδικασία/στη μάχη/στην παραγωγή/στο στάδιο υλοποίησης. Η ομάδα μπήκε σε ρυθμούς ντέρμπι.|| ~ στην καρδιά/ουσία του προβλήματος (: το κατανοώ). Μπήκαμε στη λογική του συμβιβασμού. Ας μην μπούμε σε λεπτομέρειες (πβ. αναφέρομαι, υπεισέρχομαι). 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} τοποθετούμαι σε μία θέση, τίθεμαι: Το καπάκι ~ει συρταρωτά. Να μπουν τα πράγματα στη θέση τους/στην κούτα/στο ράφι. Δεν ~ει (= ταιριάζει) εδώ η πολυθρόνα. Η μπλούζα ~ει (= φοριέται) μέσα από το παντελόνι. Τώρα ~ουν τα πλακάκια (στο πάτωμα). Τα ονόματά μας μπήκαν (= γράφτηκαν) δίπλα-δίπλα. Μεταξύ των δύο λέξεων ~ει (= σημειώνεται) μια παύλα. Σε ποια πτώση ~ει το υποκείμενο; Πότε ~ει άνω τελεία/περισπωμένη; Πώς ~ει ο κωδικός (= εισάγεται);|| (μτφ.) ~ει ένα αίτημα/η διαχωριστική γραμμή/ένα ερώτημα/ένα θέμα προς εξέταση. ~ουν οι βάσεις/τα θεμέλια. Πότε θα μπει διαγώνισμα (: θα πραγματοποιηθεί); Τι κριτήρια ~ουν για την επιλογή των υποψηφίων; Σε ποια κατηγορία ~ει (= ανήκει); Δεν ~ει τίποτα στην άκρη. Η υπόθεση ~ει στην ατζέντα (προς συζήτηση)/στο μικροσκόπιο (= εξετάζεται εξονυχιστικά). Ο πήχης έχει μπει πολύ ψηλά. Η ζωή δεν ~ει σε καλούπια. Το γενικό συμφέρον ~ει πριν από το ατομικό. 4. (ειδικότ.) παίρνω μία θέση (κοινωνική, επαγγελματική), εντάσσομαι κάπου: ~ στη Βουλή/σε μια δουλειά (: προσλαμβάνομαι)/στην κληρωτίδα/στο κόμμα (: γίνομαι μέλος)/σε έναν νέο κόσμο/στο κύκλωμα/σε λίστα αναμονής/σε μοναστήρι (ως μοναχός)/στην ομάδα/στην οργάνωση/στην παρέα/στο ψηφοδέλτιο. ~ εγγυητής/επικεφαλής/μάρτυρας (= ορίζομαι)/συνέταιρος. (ειρων.) Τώρα που μπήκες στην καλή κοινωνία, δεν μας καταδέχεσαι! Μπήκε στο επάγγελμα/στην (: ασχολήθηκε με την) πολιτική πολύ νωρίς. Η επιχείρηση ετοιμάζεται να μπει στο διαδίκτυο/στη διεθνή αγορά/στο χρηματιστήριο/δυναμικά σε έναν χώρο. Η κόρη μου μπήκε στο Δημόσιο (πβ. διορίζομαι)/στο Πολυτεχνείο (πβ. εισάγομαι). Η χώρα μπήκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση/ΟΝΕ. Η ομάδα μπήκε (= προκρίθηκε) στους τέσσερις καλύτερους της Ευρώπης. Περιοχές που δεν μπήκαν στο σχέδιο πόλεως. 5. (+ σε) αρχίζω να κάνω κάτι ή οδηγούμαι στην κατάσταση που δηλώνει το ουσιαστικό: (ως απολεξικοποιημένο ρήμα) ~ει σε εφαρμογή (= εφαρμόζεται)/κίνηση (= κινείται)/λειτουργία (= λειτουργεί)/χρήση (= χρησιμοποιείται).|| ~ στο λούκι/στην τελική ευθεία/σε τροχιά. ● μπαίνει 1. (για περίοδο, εποχή) αρχίζει, ξεκινά, εμφανίζεται: Μπήκε η άνοιξη/η εβδομάδα/ο μήνας/το νέο έτος. Ο χειμώνας μπήκε βαρύς. 2. εφαρμόζει, χωρά: Το ψυγείο δεν ~ στην κουζίνα, είναι πολύ φαρδύ/ψηλό. Το πόδι μου δεν ~ στο παπούτσι. Το φόρεμα δεν μου ~, είναι μικρό/στενό. 3. (κυρ. για ρούχο) μαζεύει, στενεύει, συρρικνώνεται: Έπλυνα τα μάλλινα με ζεστό νερό και μπήκαν. Πβ. μπάζει.|| Τα μάγουλά της μπήκαν μέσα (: από την αδυναμία). ● ΦΡ.: έμπαινε! (προφ.-συχνά ειρων.): ως προτροπή, ενθάρρυνση για δραστηριοποίηση. Πβ. προχώρα!, μου (τη) μπαίνει (νεαν. αργκό): με προκαλεί με λόγια ενοχλητικά, επικριτικά: Γιατί μου ~εις; Μην του ~εις, θα τσαντιστεί άγρια! Πολύ μου τη ~ και δεν θα τα πάμε καλά! Πβ. τσιγκλάω., μπαίνει στο αρχείο (μτφ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για υπόθεση, ζήτημα) δεν διευθετείται, εγκαταλείπεται: Η αναφορά/η έρευνα/η καταγγελία/ο φάκελος ~ ~. Η μήνυση μπήκε ~ δικαστικά/με απόφαση του εισαγγελέα/λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων., μπαίνει στο ψυγείο (μτφ.): (συχνά στον δημοσιογραφικό λόγο) αναβάλλεται, συνήθ. επ' αόριστον, η διευθέτηση μιας υπόθεσης, παγώνει: Μετά από τις γενικευμένες αντιδράσεις, η μεταρρύθμιση μπήκε ~., μπαίνω σε σκέψεις: μου γεννιούνται σκέψεις, προβληματίζομαι: Διάβασα το μήνυμά σου και μπήκα ~. , μπαίνω/έρχομαι στη ζωή κάποιου: για να δηλωθεί ότι κάποιος ή κάτι εμφανίζεται και παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή ενός προσώπου: Ήρθε ~ μου και μου έμαθε πολλά. Μπήκε ~ μας απρόσμενα. Η τεχνολογία μπήκε για τα καλά στη ζωή μας., μπες-βγες: η διαδικασία του να μπαίνει και να βγαίνει κάποιος από κάπου: ~ ~ από το αυτοκίνητο. Κουράστηκα με τα ~ ~ στα νοσοκομεία. Πβ. μέσα έξω., μπήκα! (αργκό): κατάλαβα: Εγώ θα μιλάω κι εσύ θα ακούς, ~ες τώρα; Πβ. ελήφθη (όβερ)!, το 'πιασες;, (βάζω/μπαίνω) στο στόχαστρο βλ. στόχαστρο, (μπαίνω) με το δεξί βλ. δεξιός, (μπήκε) από μικρός/νωρίς στα βάσανα βλ. βάσανο, από το ένα αυτί μπαίνει (και) από το άλλο βγαίνει βλ. αυτί, αφού μπήκαμε στον χορό, θα χορέψουμε/όποιος μπαίνει στον χορό, χορεύει! βλ. χορός, βάζει/μπαίνει λουκέτο βλ. λουκέτο, βάζει/μπαίνει πωλητήριο βλ. πωλητήριο, βάζω (ή αφήνω/εξωθώ/θέτω) κάποιον/μπαίνω στο περιθώριο βλ. περιθώριο, βάζω (κάποιον)/μπαίνω στα αίματα βλ. αίμα, βάζω (κάποιον)/μπαίνω/είμαι (μέσα) στο κόλπο βλ. κόλπο, βάζω κάποιον/μπαίνω/μπλέκω σε μπελά/μπελάδες βλ. μπελάς, βάζω μπροστά/μπρος βλ. μπροστά, βάζω/δίνω/θέτω (ένα) τέλος/τέρμα & μπαίνει (ένα)/λαμβάνει/παίρνει τέλος βλ. τέλος, βάζω/μπάζω (κάποιον) στο παιχνίδι βλ. παιχνίδι, βάζω/μπαίνει κάτι σε τάξη βλ. τάξη, βάζω/μπήκε το νερό στ' αυλάκι βλ. αυλάκι, βρίσκεται/είναι/μπαίνει στο συρτάρι βλ. συρτάρι, δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, είμαι/μπαίνω στο μυαλό κάποιου βλ. μυαλό, είμαι/μπήκα μέσα βλ. μέσα, είναι μέσα ή μπήκε/πήγε μέσα βλ. μέσα, έρχομαι/μπαίνω στη θέση του βλ. θέση, έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο βλ. μαχαίρι, έχω (κάποιον)/έχει μπει (κάποιος) (μες) στην καρδιά μου βλ. καρδιά, κάνω τον κόπο/μπαίνω σε/στον κόπο βλ. κόπος, μάζεψε/μπήκε στο πλύσιμο βλ. πλύσιμο, μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει βλ. μήνας, μου μπαίνει/καρφώνεται (κάτι) στο μυαλό/κεφάλι βλ. μυαλό, μου μπαίνουν ψύλλοι στ' αυτιά/μου έβαλε ψύλλους στ' αυτιά βλ. ψύλλος, μου μπήκε μια ιδέα/μου μπαίνουν ιδέες βλ. ιδέα, μπαίνει στη/σε σειρά βλ. σειρά, μπαίνει/μένει στο ράφι βλ. ράφι, μπαίνω ανάμεσα σε κάποιους βλ. ανάμεσα, μπαίνω απ' το παράθυρο βλ. παράθυρο, μπαίνω με τις μπάντες βλ. μπάντα, μπαίνω μπροστά βλ. μπροστά, μπαίνω στα/σε έξοδα βλ. έξοδα, μπαίνω στη γραμμή βλ. γραμμή, μπαίνω στη μέση βλ. μέση, μπαίνω στο κλίμα βλ. κλίμα, μπαίνω στο νόημα/πιάνω το νόημα/βάζω κάποιον στο νόημα βλ. νόημα, μπαίνω στο πετσί βλ. πετσί, μπαίνω στο πνεύμα βλ. πνεύμα, μπαίνω στον πειρασμό βλ. πειρασμός, μπαίνω στον χορό βλ. χορός, μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια βλ. χωράφι, μπαίνω/χώνομαι στη μύτη/στο ρουθούνι (κάποιου) βλ. μύτη, μπάτε/μπέστε σκύλοι (αλέστε κι αλεστικά μη δώσ(ε)τε) βλ. σκύλος, μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου βλ. πόδι, μπήκε αλλαγή βλ. αλλαγή, μπήκε ο διάολος μέσα του βλ. διάβολος, περνά/μένει/μπαίνει στην ιστορία βλ. ιστορία, τον διώχνεις απ' την πόρτα (και) μπαίνει απ' το παράθυρο βλ. διώχνω, του μπαίνω στο μάτι βλ. μάτι, χρόνος μπαίνει, χρόνος βγαίνει βλ. χρόνος [< μεσν. εμπαίνω, γαλλ. entrer, αγγλ. enter] | |
| 32404 | μπαϊπάς | μπα-ϊ-πάς ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση, συνήθ. στην καρδιά, με σκοπό την παράκαμψη του προσβεβλημένου σημείου ή οργάνου και την αποκατάσταση της ροής του αίματος λόγω στένωσης ή απόφραξης των αρτηριών: διπλό/τετραπλό ~. Βλ. αγγειοπλαστική, στεντ.|| Γαστρικό ~ για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. [< αγγλ. by-pass, 1957] | |
| 32405 | μπαϊράκι | μπα-ϊ-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σημαία. Κυρ. στη ● ΦΡ.: σηκώνω μπαϊράκι/παντιέρα βλ. σηκώνω [< τουρκ. bayrak] | |
| 32406 | μπαϊράμι | μπα-ϊ-ρά-μι ουσ. (ουδ.): ΘΡΗΣΚ. η λήξη του ραμαζανιού και καθεμία από τις δύο μεγάλες γιορτές των μουσουλμάνων μετά το ραμαζάνι. [< τουρκ. bayram] | |
| 32407 | μπαϊσέξουαλ | μπα-ϊ-σέ-ξου-αλ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} (προφ.): αμφιφυλόφιλος. Πβ. μπάι. Βλ. γκέι, λεσβία, τρανσέξουαλ. [< αγγλ. bisexual, 1922] | |
| 32408 | μπάιτ | μπά-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο οκτώ δυαδικών ψηφίων (μπιτ) που αντιπροσωπεύουν συνήθ. έναν αλφαριθμητικό χαρακτήρα και λαμβάνονται ως ενιαία μονάδα από έναν υπολογιστή. Πβ. ψηφιολέξη. Βλ. γιγα~, μεγα~, κιλο~, τερα~. [< αμερικ. byte, 1956] | |
| 32409 | μπακ | ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο ποδόσφαιρο) αμυντικός παίκτης και η αντίστοιχη θέση όπου αγωνίζεται: ακραίο/αριστερό/δεξί/κεντρικό/πλάγιο ~. Πβ. οπισθοφύλακας. Βλ. λίμπερο, στόπερ, χαφ. [< αγγλ. back] | |
| 32422 | μπακ-απ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπακ απ & μπακάπ 1. ΠΛΗΡΟΦ. αντίγραφο ασφαλείας: Κάνω/κρατάω/παίρνω ~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εφεδρικό σύστημα που τίθεται σε λειτουργία όταν δεν μπορεί να λειτουργήσει το κύριο σύστημα. 3. ΑΘΛ. αναπληρωματικός παίκτης που μπορεί να αντικαταστήσει έναν βασικό παίκτη στην ίδια θέση. [< αγγλ. back up, 1952] | |
| 32437 | μπακ-χαφ | ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & χαφ-μπακ: ΑΘΛ. ποδοσφαιριστής που παίζει ως μεσοαμυντικός και η αντίστοιχη θέση όπου αγωνίζεται: αριστερός/βασικός/δεξιός/διεθνής ~. Στόπερ και ~. Βλ. μπακ. [< αγγλ. halfback] | |
| 32410 | μπάκα | μπά-κα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κοιλιά, συνήθ. μεγάλη και πρησμένη: Έχει κάνει ~ από το πολύ φαΐ. Πβ. προκοίλι. [< αλβ. baka] | |
| 32411 | μπάκακας | μπά-κα-κας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): βάτραχος. ● Υποκ.: μπακακάκι (το) [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 32412 | μπακάλης | μπα-κά-λης ουσ. (αρσ.), μπακάλισσα (η) 1. (λαϊκό-συνήθ. παλαιότ.) παντοπώλης: ο ~ της γειτονιάς.|| (συνεκδ.) Πήγαινε στον ~η (: στο μπακάλικο) να ψωνίσεις. 2. (μτφ.-μειωτ.) για κάποιον που ενεργεί με προχειρότητα ή/και επιπολαιότητα. [< τουρκ. bakkal] | |
| 32413 | μπακαλιαράκι | μπα-κα-λια-ράκι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. 1. μικρός μπακαλιάρος. 2. ψάρι του Αιγαίου (επιστ. ονομασ. Merlangius merlangus). 3. διάφορα άλλα είδη συγγενικά με τον μπακαλιάρο (Trisopterus luscus, Τ. esmarkii, T. minutus). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ