| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32414 | μπακαλιάρος | μπα-κα-λιά-ρος ουσ. (αρσ.) & (επίσ.) βακαλάος & (προφ.) μπακαλάος: ΙΧΘΥΟΛ. ονομασία ψαριών (οικογ. Gadidae) που ζουν κυρ. σε κρύες θάλασσες και έχουν λευκή και εύγευστη σάρκα: κίτρινος/μαύρος/παστός/υγράλατος ~. ~ Ατλαντικού/Μεσογείου. Πβ. γάδος.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Τηγανητός/φρέσκος/ψητός ~. ~ πλακί/σκορδαλιά/φούρνου. Κροκέτες ~ου. Ξαλμυρίζω τον ~ο. Βλ. μουρούνα, προσφυγάκι. ● Υποκ.: μπακαλιαράκι (το) [< ιταλ. *baccagliaro, baccalaro] | |
| 32415 | μπακαλική | μπα-κα-λι-κή ουσ. (θηλ.) 1. (λαϊκό-συνήθ. παλαιότ.) σύνολο προϊόντων που πωλούνται σε μπακάλικο· το επάγγελμα του μπακάλη: είδη ~ής. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) το να ενεργεί κάποιος με πρόχειρο ή πρακτικό τρόπο. | |
| 32416 | μπακάλικο | μπα-κά-λι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): παντοπωλείο. ● Υποκ.: μπακαλικάκι (το) | |
| 32417 | μπακάλικος | , η, ο μπα-κά-λι-κος επίθ. 1. που έχει σχέση με τον μπακάλη. 2. (μτφ.) μπακαλίστικος. | |
| 32418 | μπακαλίστικος | , η, ο μπα-κα-λί-στι-κος επίθ. (μτφ.-μειωτ.): πρόχειρος, επιφανειακός, απλοϊκός: ~ος: τρόπος/υπολογισμός. ~η: λογική/λύση/μέθοδος/νοοτροπία. ~ες: τακτικές. Βλ. -ίστικος. ΣΥΝ. μπακάλικος (2) ● επίρρ.: μπακαλίστικα | |
| 32419 | μπακαλόγατος | μπα-κα-λό-γα-τος ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.) 1. (παλαιότ.) βοηθός σε μπακάλικο. 2. (μτφ.) για πρόσωπο αφελές, ανόητο ή ασήμαντο. | |
| 32420 | μπακαλοτέφτερο | μπα-κα-λο-τέ-φτε-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): το τετράδιο λογαριασμών του μπακάλη και κατ' επέκτ. για κάθε πρόχειρο σημειωματάριο ή τετράδιο. | |
| 32421 | μπακαλόχαρτο | μπα-κα-λό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-μειωτ.): πρόχειρο χαρτί ή έγγραφο ασήμαντης αξίας: Σημείωσε τα ψώνια σ' ένα ~. Βλ. -χαρτο. | |
| 32423 | μπακαράς | μπα-κα-ράς ουσ. (αρσ.) & μπακαρά (η/το): είδος χαρτοπαιγνίου στο καζίνο, με παίκτες που στοιχηματίζουν είτε σε δική τους νίκη, είτε σε νίκη της μπάνκας ή σε ισοπαλία: μίνι ~. Πβ. σεμέν ντε φερ. [< γαλλ. baccara] | |
| 32424 | μπακατέλα | μπα-κα-τέ-λα ουσ. (θηλ.) & μπαγκατέλα & μπαχατέλα (προφ.) 1. για καθετί ασήμαντο, ευτελές και χωρίς αξία: αμάξι/κινητό-~. 2. (αργκό-υβριστ.) για άσχημη γυναίκα. 3. ΜΟΥΣ. μικρής διάρκειας σύνθεση για πιάνο με ελαφρύ περιεχόμενο. ● μπακατέλες (οι) (σπάν.): ανόητα λόγια, ασυναρτησίες. ΣΥΝ. κουραφέξαλα [< ιταλ. bagattella] | |
| 32425 | μπακγκράουντ | μπακ-γκρά-ουντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπαγκράουντ & μπακράουντ (προφ.) 1. φόντο συνήθ. εικόνας ή σκηνής: Διακρίνεται στο ~ μια γυναικεία φιγούρα. Βλ. προσκήνιο.|| Ηχητικό/μουσικό ~ (: ήχος ή μουσική που ακούγεται στο βάθος). 2. (μτφ.) υπόβαθρο: θεωρητικό/ιδεολογικό/πολιτισμικό ~. Το ιστορικό ~ της οικογένειας/της ταινίας/της υπόθεσης. [< αγγλ. background, γαλλ. ~, 1953] | |
| 32426 | μπάκετ | μπά-κετ ουσ. (ουδ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: μπάκετ κάθισμα: χαμηλό ατομικό κάθισμα με στρογγυλεμένη πλάτη σε όχημα ή αεροσκάφος: ανακλινόμενο/δερμάτινο ~. ~ (συν)οδηγού. [< αγγλ. bucket seat, 1908] | |
| 32427 | μπακιρένιος | , ια, ιο μπα-κι-ρέ-νιος επίθ. (λαϊκό-παλαιότ.): χάλκινος: ~ιο: δοχείο/καζάνι/μπρίκι/σκεύος/ταψί. Βλ. -ένιος, μπρούντζινος. | |
| 32428 | μπακίρι | μπα-κί-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-παλαιότ.): χαλκός. ● μπακίρια (τα): χάλκινα σκεύη μαγειρικής. Πβ. χαλκώματα. Βλ. ασημικά. [< τουρκ. bakιr] | |
| 32429 | μπακιρτζής | μπα-κιρ-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-παλαιότ.): πρόσωπο που είχε ως επάγγελμα την κατασκευή μπακιριών. Πβ. χαλκωματάς. [< τουρκ. bakırcı] | |
| 32430 | μπακλαβαδωτός | , ή, ό μπα-κλα-βα-δω-τός επίθ. & μπακλαβωτός: που θυμίζει το σχήμα ρόμβου των κομματιών του μπακλαβά: ~ή: λαμαρίνα. ~ά: κομμάτια (= ρομβοειδή). ● Ουσ.: μπακλαβαδωτό (το) (στην αθλητική αργκό): τα δίχτυα του τέρματος και γενικότ. το τέρμα. ● επίρρ.: μπακλαβαδωτά | |
| 32431 | μπακλαβάς | μπα-κλα-βάς ουσ. (αρσ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό ταψιού που παρασκευάζεται από φύλλα ζύμης, βούτυρο, καρύδια ή και αμύγδαλα και περιχύνεται με σιρόπι: γιαννιώτικος ~. Ταψί ~ά. ● Υποκ.: μπακλαβαδάκι (το) [< μεσν. μπακλαβάς < τουρκ. baklava] | |
| 32432 | μπακότερμα | μπα-κό-τερ-μα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στην αθλητική αργκό) παίκτης που παίζει στη θέση τερματοφύλακα, αλλά και αμυντικού στο ποδόσφαιρο και κυρ. ο αντίστοιχος τρόπος παιξίματος. | |
| 32433 | μπακούρι | μπα-κού-ρι ουσ. (ουδ.) {σπάν. θηλ. μπακούρω} & μπακούρης (ο) (λαϊκό): για άνθρωπο ανύπαντρο ή που δεν έχει κάνει πρόσφατα ερωτική σχέση: Είναι/έμεινε ~. ΑΝΤ. ζευγαρωμένος [< τουρκ. bakir] | |
| 32434 | μπακουροπαρέα | μπα-κου-ρο-πα-ρέ-α ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό): παρέα από άτομα του ίδιου φύλου, συνήθ. άντρες, που δεν έχουν ερωτική σχέση: Βγήκαμε ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ