| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32435 | μπακράουντ | βλ. μπακγκράουντ | |
| 32436 | μπακστέιτζ | μπακ-στέ-ιτζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): παρασκήνια. [< αγγλ. backstage] | |
| 32438 | μπάλα | μπά-λα ουσ. (θηλ.) 1. σφαίρα συμπαγής ή συνηθέστ. από ελαστικό υλικό, με αέρα στο εσωτερικό της, που χρησιμοποιείται σε διάφορα παιχνίδια: δερμάτινη/πλαστική ~. ~ βόλεϊ/γυμναστικής/μπάσκετ/μπιλιάρδου/μπόουλινγκ/ποδοσφαίρου/ράγκμπι. Αποδέκτης/διεκδίκηση/έλεγχος/εναλλαγή/καλή κυκλοφορία/κάτοχος/κίνηση/μεταφορά/περιστροφή/πορεία/ταχύτητα/τροχιά της ~ας. Τρόμπα ~ας. Δραστηριότητες με ~ες. Αποκρούω/κερδίζω/κλοτσώ/κοντράρω/μπλοκάρω/πετώ/πιάνω/ρίχνω/σκάω (: τη ρίχνω έτσι ώστε να αναπηδήσει)/σουτάρω/φουσκώνω/χάνω τη(ν) ~. Γυρίζω τη(ν) ~ στον τερματοφύλακα (= κάνω πάσα προς τα πίσω). Διώχνω τη(ν) ~ σε κόρνερ. Έκλεψε τη(ν) ~ από τους αμυντικούς. Έστειλε τη(ν) ~ στα δίχτυα (: σκόραρε). Χάθηκε η ~ (: όταν γίνεται συνδυασμός των παικτών μιας ομάδας με ακρίβεια, ταχύτητα και πολλές εναλλαγές της μπάλας χωρίς την παρεμβολή αντιπάλου). Η ~ άλλαξε πορεία/βγήκε εκτός αγωνιστικού χώρου/κατέληξε άουτ/πήρε ύψος/χτύπησε στο δοκάρι. Η ~ γυρίζει (= κυκλοφορεί)/έσκασε (: τρύπησε και ξεφούσκωσε). (ΑΘΛ.) Πρόγραμμα ρυθμικής γυμναστικής με ~ (βλ. ανσάμπλ, κορδέλα, κορύνα, στεφάνι, σχοινάκι). ΣΥΝ. τόπι (1) 2. (συνεκδ.) ποδόσφαιρο: άσος/αστέρια/θεός/μάγος της ~ας. Οι λάτρεις/φίλοι της ~ας. Βλέπω/παίζω ~. Έχει ~ απόψε. Ευχαριστηθήκαμε/χορτάσαμε ~ στο πρωτάθλημα. Βλ. στρογγυλή θεά. 3. (μτφ.) κάθε αντικείμενο σφαιρικού ή παρόμοιου σχήματος: διακοσμητικές ~ες. ~ βαμβάκι. ~ από χιόνι (πβ. χιονόμπαλα). Μία ~ ζύμης/παγωτό. Οι ~ες του χριστουγεννιάτικου δέντρου. ~ες μπαμπού/σανού.|| (παλαιότ.) ~ με αλυσίδα για κατάδικους. 4. (παλαιότ.) οβίδα κανονιού: σιδερένια ~. Βλ. βλήμα. ● Υποκ.: μπαλίτσα (η): στις σημ. 1,3. ● ΣΥΜΠΛ.: σπυριάρα μπάλα βλ. σπυριάρης ● ΦΡ.: δεν βρήκε τη(ν) μπάλα (προφ., για ποδοσφαιριστή): δεν μπόρεσε να πιάσει σουτ ή κεφαλιά· (ειδικότ., για τερματοφύλακα) δεν κατάφερε να την αποκρούσει., θέλει μια μπάλα μόνος του (προφ.): (κυρ. για ποδοσφαιριστή κ. σπανιότ. για μπασκετμπολίστα) είναι υπερβολικά ατομιστής., με παίρνει η μπάλα & η μπόρα (προφ.-μτφ.): ενοχοποιούμαι, επηρεάζομαι από ανεξέλεγκτη κατάσταση χωρίς να φέρω ευθύνη: Θύμωσε με τον γιο του και μας πήρε όλους ~. Τον πήρε κι αυτόν ~ μαζί με όλη την ομάδα., με την μπάλα στα πόδια: (στο ποδόσφαιρο) στο χαμηλό παιχνίδι: γρήγορος/(πολύ) καλός ~ ~. Τρέχει ~ ~ (: διατηρώντας τον έλεγχό της, με άψογο κοντρόλ)., όποιον πάρει η μπάλα & η μπόρα: για πράξη που γίνεται χωρίς να υπολογίζονται οι συνέπειες: Πετάει κατηγορίες στον αέρα κι ~ ~. Πβ. κι όποιον πάρει ο χάρος., παίζω μπάλα 1. παίζω ποδόσφαιρο. 2. (αργκό) χειρίζομαι μια κατάσταση επιτυχώς: Έλα, παίξε ~! Είναι η μοναδική ευκαιρία να διακριθείς. ~ει ~ μόνος του (: χωρίς ανταγωνισμό)., παίρνω κάτι μπάλα (προφ.): κυκλοφορώ παντού ή (για κάτι αρνητικό) επηρεάζω, παρασύρω μαζί μου τα πάντα: Η είδηση πήρε ~ τα παγκόσμια μέσα ενημέρωσης.|| Τα προβλήματα μας πήραν ~ και δεν προλάβαμε ν' αντιδράσουμε., πούλησε τη(ν) μπάλα (στην αθλητική αργκό): (για παίκτη που) έκανε λάθος πάσα ή έχασε εύκολα την μπάλα από αντίπαλο., χάνω τη(ν) μπάλα/το τόπι: χάνω τον έλεγχο, δεν ξέρω τι μου γίνεται: Με όλα αυτά που του συμβαίνουν καθημερινά, έχει χάσει ~. Πβ. παθαίνω ταράκουλο/τραμπάκουλο., γεμίζω τη μπάλα βλ. γεμίζω ● βλ. μπαλάκι [< μεσν. μπάλα, αγγλ. ball, γαλλ. balle – παλαιότ. ορθογρ. μπάλλα] | |
| 32439 | μπαλαδόρος | μπα-λα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): ιδιαίτερα ικανός και ταλαντούχος παίκτης ποδοσφαίρου. Βλ. -αδόρος. | |
| 32440 | μπαλάκι | μπα-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μπάλα μικρού μεγέθους: ~ του γκολφ/πινγκ πονγκ/τένις. 2. κάθε μικρό σφαιρικό αντικείμενο: Έκανε το χαρτί ~. Πλάθει τον κιμά σε ~ια. Τα ~ια πέφτουν από την κληρωτίδα. ● μπαλάκια (τα) (αργκό): οι όρχεις. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον/γίνομαι μπαλάκι (μτφ.-προφ.): ταλαιπωρώ ή ταλαιπωρούμαι με άσκοπες κινήσεις: Mε έκαναν ~, στέλνοντάς με από τον έναν στον άλλον. Δεν μπορεί το θέμα να γίνεται ~ ανάμεσα στα υπουργεία., πετώ/ρίχνω σε κάποιον το μπαλάκι (μτφ.-προφ.): μεταθέτω τις ευθύνες σε άλλον. ● βλ. μπάλα | |
| 32441 | μπαλακλάβα | μπα-λα-κλά-βα ουσ. (θηλ.): εφαρμοστό κάλυμμα της κεφαλής και του προσώπου μέχρι το λαιμό, με ανοίγματα για τα μάτια, τη μύτη και το στόμα, κυρ. από λεπτό και ζεστό άφλεκτο ύφασμα, που φοριέται συνήθ. μέσα από κράνος για προστασία από το κρύο ή από φωτιά: ~ και γάντια. Πβ. κουκούλα. Βλ. σκούφος. [< αγγλ. Balaclava (helmet), 1941, από την ομώνυμη πόλη της Κριμαίας] | |
| 32442 | μπαλαλάικα | μπα-λα-λά-ι-κα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. ρωσικό μουσικό όργανο, συνήθ. τρίχορδο, που αποτελείται από τριγωνικό ηχείο και μακρύ λαιμό. [< ρωσ. balalajka, γαλλ. balalaïka, αγγλ. balalaika] | |
| 32443 | μπαλαμούτι | μπα-λα-μού-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ανταλλαγή ερωτικών φιλιών και χαδιών. Πβ. χαμούρεμα, χούφτωμα, φάσωμα. 2. απάτη, δόλος: Ήταν ~ η όλη ιστορία. Μου πουλούσε ~ (= μούσι). [< σλαβ. balamut] | |
| 32444 | μπαλαμουτιάζω | μπα-λα-μου-τιά-ζω ρ. (μτβ.) {μπαλαμούτιασε} (λαϊκό) 1. χουφτώνω, βάζω χέρι. Πβ. πασπατεύω. 2. εξαπατώ, παραπλανώ. | |
| 32445 | μπαλάντα | μπα-λά-ντα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. σύνθεση με δραματικό ή ρομαντικό συνήθ. περιεχόμενο: ερωτική/μελωδική/ροκ ~. ~ για πιάνο. 2. ΛΟΓΟΤ. λυρικό ποίημα που αποτελείται από τρεις στροφές με το ίδιο ρυθμικό σχήμα και μια καταληκτική με διαφορετικό. 3. ΛΟΓΟΤ. σύντομο αφηγηματικό λαϊκό ποίημα: παραδοσιακή ~. [< προβηγκιανό balada, γαλλ. ballade] | |
| 32446 | μπαλαντέζα | μπα-λα-ντέ-ζα ουσ. (θηλ.): μακρύ καλώδιο που συνδέεται με πρίζα για μεταφορά ρεύματος σε απόσταση· ειδικότ. φορητή ηλεκτρική λυχνία: ~ σούκο. ~ σε καρούλι. ~ με 4 πρίζες. Βλ. πολύμπριζο. [< γαλλ. baladeuse] | |
| 32447 | μπαλαντέρ | μπα-λα-ντέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. (σε χαρτοπαίγνιο) τραπουλόχαρτο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη θέση οποιουδήποτε άλλου χαρτιού. Πβ. τζόκερ. 2. (μτφ.) για πρόσωπο συνήθ. που αλλάζει στάση, θέση ή ρόλο ανάλογα με τις συνθήκες και τις περιστάσεις: παίκτης ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Χαρακτήρας ~. [< γαλλ. baladeur] | |
| 32448 | μπαλάντζα | βλ. παλάντζα | |
| 32449 | μπαλαντζάρισμα | βλ. παλαντζάρισμα | |
| 32450 | μπαλαντζάρω | βλ. παλαντζάρω | |
| 32451 | μπαλαούρο | [μπαλαοῦρο] μπα-λα-ού-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-κυρ. παλαιότ.) 1. ΝΑΥΤ. αποθηκευτικός χώρος πλοίου: Τους έκλεισαν/έριξαν/έστειλαν στο ~. 2. (μτφ.) φυλακή, κρατητήριο. Πβ. μπουντρούμι. [< ιταλ. ballauro] | |
| 32452 | μπαλαρίνα | μπα-λα-ρί-να ουσ. (θηλ.) 1. χορεύτρια κλασικού μπαλέτου: πρίμα ~ (: πρώτη). Πιρουέτα/πουέντ/φούστα ~ας.|| (κατ’ επέκτ.) ~ από πορσελάνη (: ομοίωμα ~ας ως διακοσμητικό). 2. μηχανικό παιχνίδι του λούνα παρκ που αποτελείται από τον κορμό μιας τεράστιας περιστρεφόμενης μπαλαρίνας και θέσεις καθήμενων στη βάση του φουστανιού της. 3. {συνήθ. στον πληθ.} ίσιο μαλακό γυναικείο παπούτσι με στρογγυλές συνήθ. μύτες: ~ με φιόγκο. Δερμάτινες/καστόρινες ~ες. Βλ. μοκασίνι. ΣΥΝ. ροκάκι (2) [< ιταλ. ballerina] | |
| 32453 | μπαλάς | μπα-λάς ουσ. (αρσ.): ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι (οικογ. Sparidae) που μοιάζει με λυθρίνι και έχει πολύ μεγάλα χαρακτηριστικά μάτια. | |
| 32454 | μπαλάσκα | βλ. παλάσκα | |
| 32455 | μπάλαστ | μπά-λαστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} : ΗΛΕΚΤΡ. μετασχηματιστής σταθεροποίησης του ρεύματος σε ένα κύκλωμα (π.χ. σε λάμπα φθορισµού): ηλεκτρονικό ~. Συσκευή τροφοδότησης με ~. ΣΥΝ. στραγγαλιστικό πηνίο. [< αγγλ. ballast, 1924] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ