Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33120-33140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32456μπαλάφαμπα-λά-φα ουσ. (θηλ.) (αργκό): χαζομάρα. ● Μεγεθ.: μπαλαφάρα (η)
32457μπαλέναβλ. μπανέλα
32458μπαλέτομπα-λέ-το ουσ. (ουδ.): χορογραφική σύνθεση που αναπτύσσει ένα θέμα πάνω στη σκηνή με συνοδεία μουσικής· συνεκδ. ομάδα χορευτών που εκτελούν το ομώνυμο χορόδραμα: κωμικό/μοντέρνο/ρομαντικό ~. ~ όπερας. Ακαδημία/σχολή ~ου.|| Τα ~α Μπολσόι. ● ΣΥΜΠΛ.: κλασικό μπαλέτο & κλασικός χορός: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. μορφή χορού που χαρακτηρίζεται από χάρη και ακρίβεια στις κινήσεις, περίτεχνα και τυποποιημένα βήματα και στάσεις. Βλ. αραμπέσκ, μοντέρνος χορός, πιρουέτα, πουέντ. [< ιταλ. baletto]
32459μπαλιάμπα-λιά ουσ. (θηλ.): το χτύπημα της μπάλας και η πορεία που αυτή διαγράφει καθώς κινείται: (στο ποδόσφαιρο) δυνατή/κάθετη/κοντινή/κοφτή/προωθημένη/ψηλοκρεμαστή (= λόμπα) ~. ~ εκτός/εντός αγωνιστικού χώρου. Απόκρουση ~ιάς. Το παιχνίδι κερδήθηκε στην τελευταία ~. Βλ. πάσα, σουτ.|| Του ήρθε μια ~ στο κεφάλι. ● ΣΥΜΠΛ.: βαθιά μπαλιά: (στο ποδόσφαιρο) μακρινή και ψηλή μπαλιά από το κέντρο του γηπέδου ή από τον χώρο της άμυνας προς την αντίπαλη περιοχή.
32460μπαλκονάτος, η, ο [μπαλκονᾶτος] μπαλ-κο-νά-τος επίθ. 1. (προφ., για κτίριο) που διαθέτει μπαλκόνι. Βλ. -άτος. 2. (προφ.) (για πολιτικό) που έχει επικοινωνιακή άνεση. 3. {μόνο στο θηλ.} (αργκό) που έχει πολύ μεγάλο στήθος.
32461μπαλκόνιμπαλ-κό-νι ουσ. (ουδ.) {μπαλκον-ιού} 1. εξωτερική προέκταση του ορόφου ενός κτιρίου, συνήθ. περιφραγμένη με κάγκελα: ευρύχωρο/ιδιωτικό/ξύλινο/περιμετρικό/πέτρινο/στενό/φαρδύ/ψηλό ~. Κιγκλίδωμα ~ιού. ~ στην πρόσοψη. ~ γεμάτο γλάστρες/με τέντα. ~ που βλέπει δυτικά. Τα δωμάτια διαθέτουν ~. Οι μπαλκονόπορτες βγάζουν/οδηγούν σε ~ με θέα στη θάλασσα. Κάθομαι/πίνω καφέ στο ~. Βγάζω ~ (= φτιάχνω ~) στο σχέδιο του σπιτιού. Έπεσε/πήδηξε από το ~ του δευτέρου ορόφου. Οι κλέφτες πέρασαν/σκαρφάλωσαν από ~ σε ~. Πβ. βεράντα. Βλ. εξώστης, χαγιάτι. 2. (μτφ.-λαϊκό) σημείο με απεριόριστη και ωραία θέα συνήθ. σε πλαγιά βουνού: καταπράσινο ~ στο Αιγαίο. ● Ουσ.: μπαλκόνια (τα) (μτφ.-αργκό): για μεγάλα γυναικεία στήθη. ● Υποκ.: μπαλκονάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: (προεκλογικό) μπαλκόνι: (κυρ. παλαιότ.) απ' όπου εκφωνούνται πολιτικοί λόγοι κατά την προεκλογική περίοδο. [< ιταλ. balcone]
32462μπαλκονόπορταμπαλ-κο-νό-πορ-τα ουσ. (θηλ.): πόρτα που βγάζει σε μπαλκόνι.
32463μπαλντάςβλ. μπαλτάς
32464μπαλοθιάμπα-λο-θιά ουσ. (θηλ.) & μπαλωθιά (διαλεκτ.) 1. πυροβολισμός στον αέρα ως έθιμο κυρ. της Κρήτης για απόδοση τιμών σε γιορτές, γλέντια και γενικότ. ευχάριστα γεγονότα: Πέφτουν/ρίχνουν ~ιές. 2. (μτφ.) δυνατό χτύπημα, έντονη εκδήλωση, ξέσπασμα: Η ~ του ποδοσφαιριστή οδήγησε στη νίκη. Πολιτικές ~ιές. [< μεσν. μπαλοτιά]
32465μπαλονάκιμπα-λο-νά-κι ουσ. (ουδ.) 1. μικρό μπαλόνι. 2. ΙΑΤΡ. εξάρτημα προσαρμοσμένο στο άκρο καθετήρα, με εφαρμογή στην αγγειοπλαστική, και ιδ. η αντίστοιχη μέθοδος απόφραξης των αρτηριών. Πβ. μπαλόνι. Βλ. στεντ. 3. (προφ.) χώρος σε σχήμα μπαλονιού που περιέχει τα λόγια των πρωταγωνιστών σε καρέ εικονογραφήσεων ή κόμικ: ~ια σκίτσου. Πβ. συννεφάκι. [2: αγγλ. balloon catheter, 1952]
32466μπαλόνιμπα-λό-νι ουσ. (ουδ.) {μπαλον-ιού} 1. αντικείμενο από ελαστικό υλικό που φουσκώνει με αέρα ή αέριο ελαφρύτερο από τον ατμοσφαιρικό αέρα, για να μπορεί να ανυψώνεται, και το οποίο χρησιμοποιείται συνήθ. ως παιχνίδι ή διακοσμητικό: πολύχρωμο ~. ~ ηλίου/λάτεξ. Έσκασε/έσπασε/ξεφούσκωσε το ~. Στολισμοί με ~ια για γάμους, βαφτίσια, γενέθλια. Συνθέσεις ~ιών. Πβ. φούσκα.|| Χοντρός σαν ~. 2. (συνεκδ.) αερόστατο. 3. (κατ' επέκτ.) καθετί με παρόμοιο σχήμα: μετεωρολογικό ~. Ασύμμετρα ~ια (= πανιά ιστιοπλοϊκού). 4. ΙΑΤΡ. εξάρτημα που μοιάζει με μπαλόνι, το οποίο εισάγεται σε σωματική κοιλότητα και φουσκώνει συνήθ. με αέρα για θεραπευτικούς σκοπούς: (ενδο)γαστρικό ~ (από σιλικόνη). Καθετήρας-~. Αγγειοπλαστική/βαλβιδοπλαστική με ~ (πβ. μπαλονάκι). 5. ΝΑΥΤ. {συνήθ. στον πληθ.} (κοινό) παράβλημα: ~ια φουσκωτού σκάφους. [< ιταλ. ballone, γαλλ. ballon, αγγλ. balloon, balloon angioplasty, 1979]
32467μπάλοςμπά-λος ουσ. (αρσ.) & μπάλλος: νησιώτικος ζευγαρωτός χορός που χορεύεται αντικριστά. [< ιταλ. ballo]
32468μπαλούνμπα-λούν επίθ. {άκλ.}: για ρούχο που η γραμμή του μοιάζει με μπαλόνι ή αβγό: μανίκια/φόρεμα/φούστα ~. Πβ. φουσκωτός.
32469μπαλσάμικομπαλ-σά-μι-κο ουσ. (ουδ.) & βαλσάμικο: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία ξιδιού με χαρακτηριστική πικάντικη γεύση και σκούρο καστανό χρώμα: βινεγκρέτ από ~. Σαλάτα ρόκας με ~. [< ιταλ. balsamico]
32470μπάλσαμοβλ. βάλσαμο
32471μπαλτάςμπαλ-τάς ουσ. (αρσ.) & μπαλντάς (λαϊκό): είδος μικρού τσεκουριού με μεγάλη λεπίδα: ~ χασάπη. Βλ. πέλεκυς. ● Υποκ.: μπαλταδάκι (το) [< τουρκ. balta]
32472μπάλωμαμπά-λω-μα ουσ. (ουδ.) {μπαλώμ-ατος | -ατα} 1. επιδιόρθωση φθοράς, τρύπας ή σκισίματος σε ύφασμα ή άλλο υλικό με ράψιμο, γέμισμα ή επικόλληση κομματιού από το ίδιο συνήθ. υλικό· συνεκδ. το κομμάτι που τοποθετείται στο φθαρμένο σημείο: ~ κάλτσας/ρούχων/σαμπρέλας/τσέπης. ~ των διχτυών μετά το ψάρεμα. ~ στους αγκώνες του σακακιού/στα γόνατα του παντελονιού. Βλ. καρίκωμα.|| ~ λακκούβας με άσφαλτο. Οδόστρωμα γεμάτο ~ατα.|| Συρραφή με τοποθέτηση ~ατος (: σε χειρουργική επέμβαση). || ~ νικοτίνης (: που τοποθετείται στο δέρμα για σταδιακή απεξάρτηση από το τσιγάρο). ΣΥΝ. πατς. 2. (κατ' επέκτ.) τμήμα επιφάνειας που διαφέρει στο χρώμα ή την υφή από το σύνολο: ~ατα υγρασίας στον τοίχο. Ο σκύλος έχει ένα άσπρο ~ (= κηλίδα) στην κοιλιά. 3. (μτφ.) πρόχειρη ή προσωρινή διευθέτηση: λύση-~. Επιφανειακό ~ του προβλήματος. ~ατα της τελευταίας στιγμής. Ημίμετρα και ~ατα. 4. ΠΛΗΡΟΦ. αποσπασματικός κώδικας προγράμματος λογισμικού που διορθώνει σφάλματα τα οποία διαπιστώθηκαν σε άλλο πρόγραμμα: έκδοση ~ατος. ● Υποκ.: μπαλωματάκι (το) [< 1,2: μεσν. μπάλωμα 3: γαλλ. rafistolage 4: αγγλ. patch, 1954]
39132μπαλωματής

ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: κομμάτι από ύφασμα που ράβεται ως τελείωμα σε ρούχο: μανσέτες/τσέπη με ~. Ζώνη με ~. Βλ. μπάλωμα. [< γαλλ. patte]

32473μπαλώνωμπα-λώ-νω ρ. (μτβ.) {μπάλω-σα, μπαλώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, μπαλών-οντας} 1. τοποθετώ μπάλωμα: ~ τους αγκώνες του σακακιού/τις τρύπιες κάλτσες/το παντελόνι στον καβάλο/τα παπούτσια. ~μένη: τσέπη. ~μένο: πανί. 2. (κατ' επέκτ.) επιδιορθώνω, επισκευάζω κάτι τοπικά: Ο δρόμος ~θηκε. 3. (μτφ.-προφ.) διευθετώ ή επανορθώνω πρόχειρα κάτι που έγινε λάθος: Κατάφερε να ~σει την τελευταία στιγμή την γκάφα/την κατάσταση/το σφάλμα. Η ζημιά έγινε και τώρα δεν ~εται με τίποτα. Πβ. κουκουλώνω, συγκαλύπτω. ● Παθ.: μπαλώνεται (προφ.): για προβληματική, δύσκολη κατάσταση που διορθώνεται, αντιμετωπίζεται. ● ΦΡ.: τα μπαλώνω & μπαλώνω τα πράγματα (προφ.): βρίσκω πρόχειρες δικαιολογίες για ανάρμοστο λόγο ή πράξη: Δεν ήξερε πώς να τα ~σει. Πήγε να τα ~σει., κλείνω/βουλώνω/μπαλώνω (τις) τρύπες βλ. τρύπα, παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είναι (/είν' και) μπαλωμένο βλ. παπούτσι [< μεσν. μπαλώνω]
32474μπαμεπιφών. {άκλ.} (προφ.): ηχομιμητική λέξη για να δηλωθεί δυνατός και απότομος κρότος: Το λάστιχο/το μπαλόνι έσκασε και έκανε ~. Και ~, το όπλο εκπυρσοκρότησε/η πόρτα έκλεισε. Ακούστηκε ένα εκκωφαντικό ~ και όλοι αναπηδήσαμε. ● ΦΡ.: κάνω μπαμ (μτφ.) 1. προκαλώ εντύπωση, καταπλήσσω: Απόψε λάμπεις ολόκληρη, ~εις ~ με την εμφάνισή σου! Πβ. κάνω θραύση/πάταγο. ΣΥΝ. κάνω στράκες 2. {στο γ' πρόσ.} είναι ολοφάνερο: ~ει ~ από μακριά ότι ..., μπαμ και κάτω: με τη μία, αμέσως: Ήπιε τη ρακή ~ ~ (= μια και κάτω, μονορούφι). Δεν τον προετοίμασε, του τα 'πε ~ ~ (: απότομα)., μπαμ μπουμ: για πυροβολισμούς, κυρ. σε ένοπλη σύγκρουση: Άρχισαν τα ~ ~, τρέξτε να κρυφτείτε!, το μεγάλο μπαμ (μτφ.): (για δυσάρεστη ή σημαντική εξέλιξη) μεγάλη έκρηξη: Ετοιμάζεται για ~ ~. Η πορεία του ήταν σταθερά ανοδική, δεν έκανε ποτέ όμως ~ ~., στο τσακ μπαμ βλ. τσακ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.