Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33160-33180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32477μπαμπακερός, ή, ό βλ. βαμβακερός
32478μπαμπάκιβλ. βαμβάκι
32479μπαμπακιάβλ. βαμβακιά
32480μπαμπακόσποροςβλ. βαμβακόσπορος
32481μπαμπάς1μπα-μπάς ουσ. (αρσ.) {μπαμπάδες} (οικ.): πατέρας. Βλ. χαζο~. ● Υποκ.: μπαμπάκας (ο), μπαμπακούλης (ο), μπαμπούλης (ο) ● ΦΡ.: ζαχαροπλάστης είναι/ήταν ο μπαμπάς σου; βλ. ζαχαροπλάστης [< τουρκ. baba]
32482μπαμπάς2μπα-μπάς ουσ. (αρσ.): ΖΑΧΑΡ. γλυκό από μαλακή ζύμη που παρασκευάζεται από αβγά, ζάχαρη, γάλα και αλεύρι, περιχύνεται με σιρόπι από λικέρ και γαρνίρεται με σαντιγί και κερασάκι στην κορυφή. ΣΥΝ. σαβαρέν ● Υποκ.: μπαμπαδάκι (το) [< γαλλ. baba]
32483μπαμπάς3μπα-μπάς ουσ. (αρσ.) {κυρ. στον πληθ.} (λαϊκό): ξύλινο στήριγμα στέγης ή ιστιοφόρου πλοίου. [< τουρκ. baba]
32484μπαμπάτσικος, η/ια, ο μπα-μπά-τσι-κος επίθ. (προφ.): (για πρόσ.) ευτραφής και σφιχτός: ~ια: γυναίκα. ~ο: μωρό. Πβ. εύσαρκος, στρουμπουλός.|| (μτφ.) ~ια: μερίδα φαγητού (= άφθονη, γεμάτη, γενναία). ΣΥΝ. τσουπωτός [< τουρκ. babaçko ‘παίδαρος’
32485μπαμπέσης, μπαμπέσαμπα-μπέ-σης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό): πρόσωπο πανούργο, ύπουλο ή δόλιο, στο οποίο δεν μπορεί κανείς να έχει εμπιστοσύνη. ΑΝΤ. μπεσαλής, μπεσαλού [< αλβ. pabes(ë)]
32486μπαμπεσιάμπα-μπε-σιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ύπουλη συμπεριφορά ή πράξη. Πβ. πανουργία.
32487μπαμπέσικος, η, ο μπα-μπέ-σι-κος επίθ. (λαϊκό): που χαρακτηρίζεται από μπαμπεσιά. Πβ. δόλιος, ύπουλος, πανούργος. ● επίρρ.: μπαμπέσικα: Τον έφαγαν ~ (: τον σκότωσαν).
32488μπαμπίνιμπα-μπί-νι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. κατηγορία κατάταξης αθλούμενων παιδιών, ηλικίας συνήθ. πέντε έως επτά ετών. Βλ. Ακαδημία. [< ιταλ. bambini]
32489μπαμπόγερος, μπαμπόγριαμπα-μπό-γε-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {συνήθ. στο θηλ.} (υβριστ.): γέρος ή γριά με άσχημο παρουσιαστικό και κακό, ιδιότροπο χαρακτήρα. Πβ. μουστόγρια. [< μεσν. μπαμπόγερος]
32490μπαμπούμπα-μπού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΒΟΤ. τροπικό ή υποτροπικό φυτό (γένος Bambusa, Arundinaria και Dendrocalamus) που έχει κυλινδρικό, ξυλώδες και συχνά κούφιο στέλεχος, μεγάλο ύψος και χρησιμοποιείται κυρ. ως πρώτη ύλη στην κατασκευή επίπλων. 2. (συνεκδ.) οτιδήποτε έχει κατασκευαστεί από το ξύλο του ίδιου φυτού: καναπές/πέργκολα/φλάουτο από ~. || (ως επίθ.) Έπιπλα/πανέρι/προϊόντα ~. ~ καθίσματα/πολυθρόνες. [< γαλλ. bambou]
32491μπαμπουίνοςμπα-μπου-ί-νος ουσ. (αρσ.) & βαβουίνος: ΖΩΟΛ. είδος πιθήκου (γένος Papio) με μεγάλο κεφάλι, προτεταμένη μουσούδα, παρόμοια με αυτή του σκύλου, και πλατιά μάγουλα. Πβ. κυνοκέφαλος. [< μεσν. μπαμπουίνος < ιταλ. babbuino]
32492μπαμπούλαςμπα-μπού-λας ουσ. (αρσ.) 1. φανταστικό ον το οποίο επικαλούνται όσοι θέλουν να εκφοβίσουν μικρά παιδιά: Αν δεν φας, θα έρθει ο ~! 2. οτιδήποτε θεωρείται φόβητρο ή χρησιμοποιείται ως τέτοιο: Δεν χρειάζεται να είσαι ο ~/να κάνεις τον ~α, για να σε σεβαστούν. [< μεσν. μπαμπούλας]
32493μπάμπουραςμπά-μπου-ρας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) & (διαλεκτ.) μπούμπουρας: ΖΩΟΛ. έντομο (γένος Bombus) που ανήκει στα κολεόπτερα, έχει ισχυρό και επώδυνο κεντρί και βγάζει χαρακτηριστικό βόμβο καθώς πετά. Βλ. αγριομέλισσα, σκαθάρι. ΣΥΝ. μπούρμπουλας [< μεσν. μπάμπουλας]
32494μπάμπουσκαμπά-μπου-σκα ουσ. (θηλ.) & μπαμπούσκα: ξύλινη ζωγραφιστή κούκλα ρωσικής προέλευσης σε διάφορα μεγέθη που μπαίνει η μία μέσα στην άλλη. ΣΥΝ. ματριόσκα [< ρωσ. babushka]
32495μπάμπωμπά-μπω ουσ. (θηλ.) 1. & βάβω (λαϊκό) ηλικιωμένη γυναίκα. Βλ. γυναικοκρατία. ΣΥΝ. βαβά 2. ΜΑΓΕΙΡ. (διαλεκτ.) παραδοσιακό φαγητό της Θράκης με χοιρινό έντερο γεμισμένο με ψιλοκομμένο συκώτι. ● ΣΥΜΠΛ.: γιορτή της μπάμπως: ΛΑΟΓΡ. γυναικοκρατία. [< μεσν. μπάμπω]
32496μπανουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπανάρισμα (αργκό): ΔΙΑΔΙΚΤ. απαγόρευση εισόδου ενός χρήστη σε διαδικτυακό χώρο: Έφαγε ~ από το σάιτ. Πέφτει ~. Με/μου έκαναν ~. Μέλος (φόρουμ) που έγινε ~. [< αγγλ. ban]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.