| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2360 | αλοιφή | [ἀλοιφή] α-λοι-φή ουσ. (θηλ.) 1. φαρμακευτικό παρασκεύασμα ή μείγμα, παχύρρευστης συνήθ. μορφής, για επάλειψη του δέρματος ή μιας επιφάνειας: αντιβιοτική/αντιισταμινική/θερμαντική/κορτιζονούχα/οφθαλμική ~. ~ για εγκαύματα/ρευματισμούς/τσιμπήματα/φαγούρα. Απλώνω/βάζω ~. ~ για τοπική εφαρμογή. Πβ. κρέμα, τζελ.|| (για αντικείμενα:) Γυαλιστική/καθαριστική ~. ~ για το γυάλισμα μαρμάρων/το στίλβωμα των ασημικών. 2. (κατ. επέκτ.) ό,τι μοιάζει με αλοιφή, συνήθ. για φαγητό: Χτυπάμε τα υλικά στο μπλέντερ μέχρι να γίνουν ~ (πβ. πουρές). ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι αλοιφή (αργκό) 1. μεθώ πολύ: Ήπιε δυο σφηνάκια κι έγινε ~. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι κομμάτια (2), γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι, γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι 2. συγκινούμαι υπερβολικά: Του έσκασε ένα χαμόγελο κι έγινε ~. Πβ. γίνομαι κομμάτια., κάνω κάποιον αλοιφή (για κάλους) (αργκό) 1. συγκινώ, αποστομώνω, κατατροπώνω: Φιλαράκι, με έκανες ~ με τα καλά σου λόγια!|| Πήγε να βγει κιόλας από πάνω, αλλά τον έκανε ~.|| Η γηπεδούχος έκανε ~ τους άπειρους αντιπάλους της. ΣΥΝ. κάνω λιώμα/χώμα (1) 2. συνθλίβω κάποιον/κάτι και κατ' επέκτ. λιώνω στο ξύλο: Παραλίγο να την κάνει ~ το αυτοκίνητο. [< αρχ. ἀλοιφή 'επάλειψη', γαλλ. onguent , αγγλ. ointment] | |
| 2362 | αλουμίνα | [ἀλουμίνα] α-λου-μί-να ουσ. (θηλ.) (κοινό): ΧΗΜ. οξείδιο του αλουμινίου (Al2O3) και κατ' επέκτ. η επεξεργασμένη μορφή του: εργοστάσιο/σκόνη ~ας. Παραγωγή ~ας από βωξίτη με χημικό καθαρισμό. Πβ. κορούνδιο. [< γαλλ. alumine, αγγλ. alumina] | |
| 2363 | αλουμινάς | [ἀλουμινάς] α-λου-μι-νάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης που φτιάχνει, εγκαθιστά ή/και συντηρεί κατασκευές από αλουμίνιο (κουφώματα, παράθυρα, πόρτες). Βλ. -άς. | |
| 2364 | αλουμινένιος | , ια, ιο [ἀλουμινένιος] α-λου-μι-νέ-νιος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από αλουμίνιο: ~ιος: κινητήρας/σωλήνας. ~ια: κουφώματα. Βλ. -ένιος. | |
| 2365 | αλουμίνιο | [ἀλουμίνιο] α-λου-μί-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο, ελαφρό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Al, Ζ 13), με υψηλή αντοχή στη διάβρωση και σε μηχανικές καταπονήσεις, ειδικότ. ως κράμα με άλλα μέταλλα: κράμα ~ίου. Οξείδιο του ~ίου (= αλουμίνα).|| Ανακύκλωση/επένδυση/ζάντες/φύλλο ~ίου. Βλ. βωξίτης, ντουρ~. ΣΥΝ. αργίλιο ● αλουμίνια (τα): (συνεκδ.-προφ.) οτιδήποτε κατασκευάζεται από το μέταλλο αυτό: συρόμενα ~. Βάλαμε τα ~ (: πόρτες, παράθυρα). [< νεολατ. aluminium, αγγλ.-γαλλ. ~] | |
| 2366 | αλουμινοκατασκευές | [ἀλουμινοκατασκευές] α-λου-μι-νο-κα-τα-σκευ-ές ουσ. (θηλ.) (οι): κατασκευές από αλουμίνιο: ~-σιδηροκατασκευές. | |
| 2367 | αλουμινόφυλλο | [ἀλουμινόφυλλο] α-λου-μι-νό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): πολύ λεπτό φύλλο αλουμινίου: ~ ανθοπωλείου. Είδη συσκευασίας από ~. Πβ. αλουμινόχαρτο. [< αγγλ. aluminium foil] | |
| 2368 | αλουμινόχαρτο | [ἀλουμινόχαρτο] α-λου-μι-νό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): πολύ λεπτό φύλλο αλουμινίου για περιτύλιξη και φύλαξη τροφών και συνεκδ. η εμπορική του συσκευασία: ~ οικιακής χρήσης. Πατάτα (ενν. ψημένη) στο ~ . Καλύπτουμε/σκεπάζουμε το φαγητό με ~. Πβ. αλουμινόφυλλο, ασημόχαρτο. Βλ. -χαρτο. [< γαλλ. papier d'aluminium] | |
| 2369 | άλουστος | , η, ο [ἂλουστος] ά-λου-στος επίθ.: που δεν έχει λουστεί: ~ και αξύριστος. Βλ. άπλυτος. [< μεσν. άλουστος] | |
| 2370 | αλόφυτα | [ἁλόφυτα] α-λό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων κ. -ύτων}: ΟΙΚΟΛ. ονομασία φυτών ανθεκτικών στην παρουσία άλατος στο έδαφος: ~ της παραλιακής ζώνης. Είδη/κοινότητες ~ων.|| (ως επίθ.) ~α: είδη. Βλ. αλμυρίκι. [< γαλλ.-αγγλ. halophytes] | |
| 2371 | αλπακά & αλπάκα | [ἀλπακά] αλ-πα-κά ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} 1. ΖΩΟΛ. μηρυκαστικό θηλαστικό της Ν. Αμερικής που ανήκει στην ίδια οικογένεια με το λάμα και έχει μακρύ, λαμπερό και μαλακό μαλλί. 2. & αλπακάς (ο): (συνεκδ.) το μαλλί του ομώνυμου ζώου και κατ' επέκτ. το ύφασμα που είναι φτιαγμένο από αυτό: Γούνα/ζακέτα από ~. [< γαλλ. alpaga, ισπ. alpaca] | |
| 2372 | αλπακάς | [ἀλπακάς] αλ-πα-κάς ουσ. (αρσ.): εμπορική ονομασία του κράματος από νικέλιο, χαλκό και ψευδάργυρο· απομίμηση του αργύρου: κοσμήματα/σερβίτσια από ~ά. [< γερμ. Alpaka, ιταλ. alpacca] | |
| 2373 | αλπικός | , ή, ό [ἀλπικός] αλ-πι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ψηλά βουνά: ~ή: βλάστηση/ζώνη. ~ό: δάσος. ~ές: περιοχές (: με υψόμετρο πάνω από 2.001 μ.). ~ά: οικοσυστήματα/φυτά. Χιονισμένο ~ό τοπίο. Πβ. ορεινός. Βλ. υπο~. || (ΓΕΩΛ. που δημιουργήθηκε ή αφορά τον καινοζωικό αιώνα:) ~ός: γεωτεκτονικός κύκλος. ~ή: ορογένεση/πτύχωση. ~οί: παγετώνες. ~ά: ιζήματα. 2. που ανήκει στις Άλπεις ή σχετίζεται με αυτές: ~ή: οροσειρά. ~ό: χωριό. ● ΣΥΜΠΛ.: αλπικός τρίτωνας: ΖΩΟΛ. ονομασία αμφίβιων (επιστ. ονομάσ. Triturus alpestris) τα οποία ζουν στην υψηλή ορεινή ζώνη., αλπικό σκι βλ. σκι [< γαλλ. alpin] | |
| 2374 | αλπινισμός | [ἀλπινισμός] αλ-πι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. ορειβασία. Βλ. αναρρίχηση, -ισμός. [< γαλλ. alpinisme] | |
| 2375 | αλπινιστής | [ἀλπινιστής] αλ-πι-νι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. αλπινίστρια}: πρόσωπο που ασχολείται με τον αλπινισμό. Πβ. αναρριχητής, ορειβάτης. [< γαλλ. alpiniste] | |
| 2376 | άλσος | [ἄλσος] άλ-σος ουσ. (ουδ.) {άλσ-ους | -η, -ών}: μικρό, συνήθ. τεχνητό, δάσος μέσα ή κοντά σε αστική περιοχή: δημοτικό/περιαστικό ~. Ανάπλαση του ~ους. Πβ. πάρκο. ● Υποκ.: αλσάκι (το): Πβ. δασάκι. ΣΥΝ. αλσύλλιο ● ΣΥΜΠΛ.: ιερό άλσος: ΑΡΧ. αφιερωμένο σε θεό ή θεότητα, όπου βρίσκεται συνήθ. ιερό οικοδόμημα: το ~ ~ της Δήμητρας/των Μουσών. Πβ. τέμενος. [< αρχ. ἄλσος] | |
| 2377 | αλστρομέρια | [ἀλστρομέρια] αλ-στρο-με-ρι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό της λατινικής Αμερικής (οικογ. Liliaceae, γένος Alstroemeria) με εντυπωσιακά άνθη ποικίλων χρωμάτων, γνωστό και ως κρίνο των Ίνκας, του Περού. [< αγγλ. alstroemeria, 1833, σουηδ. ανθρ. Claus von Alstroemer] | |
| 2378 | αλσύλλιο | [ἀλσύλλιο] αλ-σύλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μικρό άλσος. Βλ. -ύλλιο. ΣΥΝ. αλσάκι | |
| 2379 | αλτ1 | [ἅλτ] επιφών.: διεθνές στρατιωτικό ή γυμναστικό παράγγελμα για ακινητοποίηση, σταμάτημα: Λόχος, ~! ~! Προσοχή! Πβ. ακίνητος! στάσου! στοπ! ΑΝΤ. μαρς || (μτφ.) ~ (= στοπ, τέρμα) στη φοροδιαφυγή. ● ΦΡ.: Αλτ! Τις ει; (ως παράγγελμα): ΣΤΡΑΤ. Ακίνητος! Ποιος είσαι; ~ ~; φώναξε ο σκοπός της πύλης. [< γαλλ. halte] | |
| 2380 | αλτ2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. (σε πληκτρολόγιο ηλεκτρονικού υπολογιστή) πλήκτρο που μπορεί να πατηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλο (στη δεύτερη περίπτωση για να εκτελέσει μια εναλλακτική λειτουργία): αριστερό/δεξί ~. Κρατάς πατημένο το ~. Βλ. κοντόλ, σημ. 3. [< αμερικ. alt(ernate key), Alt key, 1968] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ