| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2350 | αλογόμυγα | [ἀλογόμυγα] α-λο-γό-μυ-γα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. μεγάλη μύγα (οικογ. Tabanidae) που απομυζά το αίμα των ζώων (συνήθ. αλόγων και βοδιών) ή του ανθρώπου. Πβ. οίστρος, τάβανος. Βλ. χρυσόμυγα. ● ΦΡ.: τον τσίμπησε (μύγα) τσε τσε/μύγα/αλογόμυγα βλ. τσετσέ | |
| 2351 | αλογονίδια | [ἁλογονίδια] α-λο-γο-νί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αλογονίδιο}: ΧΗΜ. ονομασία κάθε δυαδικής ένωσης αλογόνου με άλλο πιο ηλεκτροθετικό στοιχείο ή ρίζα: μεταλλικά ~. [< γαλλ. halogénures, 1908, αγγλ. halides] | |
| 2352 | αλογόνο | [ἁλογόνο] α-λο-γό-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΧΗΜ. καθένα από τα πέντε ηλεκτροαρνητικά στοιχεία του περιοδικού πίνακα (φθόριο, χλώριο, βρόμιο, ιώδιο, άστατο), που κατά την ένωσή του με μέταλλα σχηματίζει άλατα. Βλ. υδραλογόνα.|| (ως επίθ.) ~α αέρια. ● ΣΥΜΠΛ.: λάμπα/λαμπτήρας αλογόνου: τύπος λάμπας πυρακτώσεως που περιέχει αλογόνο, παράγει λευκό φως και έχει υψηλότερη ενεργειακή απόδοση από τις κοινές. [< αγγλ. halogen lamp] [< γαλλ. halogène, αγγλ. halogen] | |
| 2353 | αλογονούχος | , α/ος, ο [ἁλογονοῦχος] α-λο-γο-νού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει αλογόνο: ~οι: διαλύτες. ~ες: ενώσεις/οργανικές ουσίες. ~α: άλατα/ιζήματα. Βλ. -ούχος2. | |
| 2354 | αλογοουρά | [ἀλογοουρά] α-λο-γο-ου-ρά ουσ. (θηλ.) & (προφ.) αλογουρά 1. (μτφ.) είδος χτενίσματος που θυμίζει ουρά αλόγου: μαλλιά μαζεμένα σε/πιασμένα ~. 2. ουρά αλόγου: πινέλα από τρίχες ~άς. [< 1: γαλλ. queue de cheval, 1832] | |
| 2355 | άλογος | , η, ο [ἄλογος] ά-λο-γος επίθ. 1. (επιστ.) που δεν διαθέτει ορθό λόγο, χωρίς λογικό: ~α: όντα. ΑΝΤ. έλλογος, λογικός (3) 2. (λόγ.) που δεν έχει λογική, παράλογος: ~ος: φόβος. ~η: βία/πράξη. Η ~η (= αλόγιστη) χρήση της τεχνολογίας. Βλ. -λογος. ΑΝΤ. λογικός (1), ορθολογικός ● Ουσ.: άλογο(ν) (το): ΦΙΛΟΣ. που αντίκειται στους κανόνες της λογικής ή τους υπερβαίνει. ● επίρρ.: άλογα [< αρχ. ἄλογος] | |
| 2356 | αλογότριχα | [ἀλογότριχα] α-λο-γό-τρι-χα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τρίχα από ουρά ή χαίτη αλόγου: βούρτσες/πετονιές/πινέλο από ~. ● αλογότριχες (οι) (μειωτ.): μακριά και σκληρά μαλλιά. | |
| 2357 | αλόη | [ἀλόη] α-λό-η ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος αειθαλών παχύφυλλων φυτών (γένος Aloe) με ακιδωτά φύλλα που αναπτύσσονται σε ροζέτες, τα οποία ευδοκιμούν σε θερμά και ξηρά κλίματα: ~ Βέρα (επιστ. ονομασ. Aloe Vera ή Vulgaris ή Barbadensis).|| Εκχύλισμα (: ως καθαρτικό)/τζελ/(πικρός) χυμός ~ης. [< μτγν. ἀλόη, γαλλ. aloès, αγγλ. aloe, γερμ. Αloe, γαλλ. aloe vera, 1911] | |
| 2358 | αλοθάνιο | [ἁλοθάνιο] α-λο-θά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. εισπνεόμενο αναισθητικό που προκαλεί γενική αναισθησία. Βλ. -άνιο. [< αγγλ. halothane, 1957] | |
| 2359 | αλοιφαδόρος | [ἀλοιφαδόρος] α-λοι-φα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) & αλειφαδόρος: ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό μηχάνημα με τροχό για το γυάλισμα συνήθ. ξύλινων ή πλαστικών επιφανειών: ηλεκτρικός ~. Βλ. τριβείο. | |
| 2360 | αλοιφή | [ἀλοιφή] α-λοι-φή ουσ. (θηλ.) 1. φαρμακευτικό παρασκεύασμα ή μείγμα, παχύρρευστης συνήθ. μορφής, για επάλειψη του δέρματος ή μιας επιφάνειας: αντιβιοτική/αντιισταμινική/θερμαντική/κορτιζονούχα/οφθαλμική ~. ~ για εγκαύματα/ρευματισμούς/τσιμπήματα/φαγούρα. Απλώνω/βάζω ~. ~ για τοπική εφαρμογή. Πβ. κρέμα, τζελ.|| (για αντικείμενα:) Γυαλιστική/καθαριστική ~. ~ για το γυάλισμα μαρμάρων/το στίλβωμα των ασημικών. 2. (κατ. επέκτ.) ό,τι μοιάζει με αλοιφή, συνήθ. για φαγητό: Χτυπάμε τα υλικά στο μπλέντερ μέχρι να γίνουν ~ (πβ. πουρές). ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι αλοιφή (αργκό) 1. μεθώ πολύ: Ήπιε δυο σφηνάκια κι έγινε ~. ΣΥΝ. γίνομαι/είμαι κομμάτια (2), γίνομαι/είμαι στουπί/σκνίπα/φέσι/κουρούμπελο/λιώμα/ντέφι/ντίρλα/λιάρδα/κουνουπίδι, γίνομαι/είμαι τύφλα/τάπα στο μεθύσι 2. συγκινούμαι υπερβολικά: Του έσκασε ένα χαμόγελο κι έγινε ~. Πβ. γίνομαι κομμάτια., κάνω κάποιον αλοιφή (για κάλους) (αργκό) 1. συγκινώ, αποστομώνω, κατατροπώνω: Φιλαράκι, με έκανες ~ με τα καλά σου λόγια!|| Πήγε να βγει κιόλας από πάνω, αλλά τον έκανε ~.|| Η γηπεδούχος έκανε ~ τους άπειρους αντιπάλους της. ΣΥΝ. κάνω λιώμα/χώμα (1) 2. συνθλίβω κάποιον/κάτι και κατ' επέκτ. λιώνω στο ξύλο: Παραλίγο να την κάνει ~ το αυτοκίνητο. [< αρχ. ἀλοιφή 'επάλειψη', γαλλ. onguent , αγγλ. ointment] | |
| 2362 | αλουμίνα | [ἀλουμίνα] α-λου-μί-να ουσ. (θηλ.) (κοινό): ΧΗΜ. οξείδιο του αλουμινίου (Al2O3) και κατ' επέκτ. η επεξεργασμένη μορφή του: εργοστάσιο/σκόνη ~ας. Παραγωγή ~ας από βωξίτη με χημικό καθαρισμό. Πβ. κορούνδιο. [< γαλλ. alumine, αγγλ. alumina] | |
| 2363 | αλουμινάς | [ἀλουμινάς] α-λου-μι-νάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): τεχνίτης που φτιάχνει, εγκαθιστά ή/και συντηρεί κατασκευές από αλουμίνιο (κουφώματα, παράθυρα, πόρτες). Βλ. -άς. | |
| 2364 | αλουμινένιος | , ια, ιο [ἀλουμινένιος] α-λου-μι-νέ-νιος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από αλουμίνιο: ~ιος: κινητήρας/σωλήνας. ~ια: κουφώματα. Βλ. -ένιος. | |
| 2365 | αλουμίνιο | [ἀλουμίνιο] α-λου-μί-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο, ελαφρό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Al, Ζ 13), με υψηλή αντοχή στη διάβρωση και σε μηχανικές καταπονήσεις, ειδικότ. ως κράμα με άλλα μέταλλα: κράμα ~ίου. Οξείδιο του ~ίου (= αλουμίνα).|| Ανακύκλωση/επένδυση/ζάντες/φύλλο ~ίου. Βλ. βωξίτης, ντουρ~. ΣΥΝ. αργίλιο ● αλουμίνια (τα): (συνεκδ.-προφ.) οτιδήποτε κατασκευάζεται από το μέταλλο αυτό: συρόμενα ~. Βάλαμε τα ~ (: πόρτες, παράθυρα). [< νεολατ. aluminium, αγγλ.-γαλλ. ~] | |
| 2366 | αλουμινοκατασκευές | [ἀλουμινοκατασκευές] α-λου-μι-νο-κα-τα-σκευ-ές ουσ. (θηλ.) (οι): κατασκευές από αλουμίνιο: ~-σιδηροκατασκευές. | |
| 2367 | αλουμινόφυλλο | [ἀλουμινόφυλλο] α-λου-μι-νό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): πολύ λεπτό φύλλο αλουμινίου: ~ ανθοπωλείου. Είδη συσκευασίας από ~. Πβ. αλουμινόχαρτο. [< αγγλ. aluminium foil] | |
| 2368 | αλουμινόχαρτο | [ἀλουμινόχαρτο] α-λου-μι-νό-χαρ-το ουσ. (ουδ.): πολύ λεπτό φύλλο αλουμινίου για περιτύλιξη και φύλαξη τροφών και συνεκδ. η εμπορική του συσκευασία: ~ οικιακής χρήσης. Πατάτα (ενν. ψημένη) στο ~ . Καλύπτουμε/σκεπάζουμε το φαγητό με ~. Πβ. αλουμινόφυλλο, ασημόχαρτο. Βλ. -χαρτο. [< γαλλ. papier d'aluminium] | |
| 2369 | άλουστος | , η, ο [ἂλουστος] ά-λου-στος επίθ.: που δεν έχει λουστεί: ~ και αξύριστος. Βλ. άπλυτος. [< μεσν. άλουστος] | |
| 2370 | αλόφυτα | [ἁλόφυτα] α-λό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων κ. -ύτων}: ΟΙΚΟΛ. ονομασία φυτών ανθεκτικών στην παρουσία άλατος στο έδαφος: ~ της παραλιακής ζώνης. Είδη/κοινότητες ~ων.|| (ως επίθ.) ~α: είδη. Βλ. αλμυρίκι. [< γαλλ.-αγγλ. halophytes] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ