| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32515 | μπανιστηρτζής | μπα-νι-στηρ-τζής ουσ. (αρσ.) & μπανιστιρτζής (λαϊκό): ηδονοβλεψίας. | |
| 32516 | μπάνκα | μπάν-κα ουσ. (θηλ.) & μπάγκα (λαϊκό) 1. (σε παιχνίδι της τράπουλας) πρόσωπο που μοιράζει τα χαρτιά και πληρώνει όσους κερδίζουν ή παίρνει τα χρήματα αυτών που χάνουν: Κάνω την ~. Βλ. κρουπιέρης, μάνα, ντίλερ. 2. (σε τυχερό παιχνίδι) το σύνολο των χρημάτων που έχουν συγκεντρωθεί και παίζονται σε κάθε παρτίδα: Έχω την ~. Πβ. κάσα. 3. (παλαιότ.) τράπεζα. ● ΦΡ.: τινάζω την μπάνκα στον αέρα {συνήθ. στον αόρ.} 1. παίρνω όλα τα κέρδη, είμαι ο μοναδικός κερδισμένος σε τυχερό παιχνίδι. 2. (μτφ.) κερδίζω με διαφορά: Στο χθεσινό ματς η ομάδα τίναξε ~ ~. [< μεσν. μπάνκα 'πάγκος, τραπέζι' 1,2: ιταλ. banco 3: ιταλ. banca] | |
| 32517 | μπάντα | μπά-ντα ουσ. (θηλ.) 1. & πάντα (λαϊκό): πλευρά, πλάι: Γέρνει από την αριστερή/δεξιά/μια ~. Γύρισε από την άλλη ~. Τον περικύκλωσαν από όλες τις ~ες. 2. ΜΟΥΣ. συγκρότημα, γκρουπ και ειδικότ. ορχήστρα με πνευστά και κρουστά όργανα: ερασιτεχνική/ηλεκτρονική/ιστορική/κλασική/μεγάλη/μπλουζ/ροκ/τζαζ/χορευτική ~. Τα μέλη της ~ας. Παίζω σε μια ~. Η ~ θα δώσει επτά συναυλίες.|| Μαθητική/στρατιωτική/συμφωνική/τοπική/φιλαρμονική ~. ~ του δρόμου. Διεύθυνση ~ας. Λιτάνευση της εικόνας με συνοδεία ~ας. Τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα έψαλε η ~ του δήμου. Η ~ παιάνιζε τον εθνικό ύμνο. 3. ζώνη του φάσματος συχνοτήτων: δορυφορική/ραδιοερασιτεχνική/ραδιοφωνική/τηλεοπτική/υψηλή/χαμηλή ~. ~ λειτουργίας. Ηχητική ~ ταινίας. Λήψη στην ~ των FM/UHF. Παράνοµη εκποµπή εκτός ~ας. Λειτουργεί στην ~ των ... γιγαχέρτζ (GHz). Τα FM είναι στην ~ των 88 έως 108 μεγαχέρτζ (MHz). Κεραία αυτοκινήτου HF για όλες τις ~ες. 4. (λαϊκό) επιτοίχιο εργόχειρο. ● ΦΡ.: μπαίνω με τις μπάντες (αργκό): εισβάλλω ορμητικά: Γκαζώνει και ~ει ~ στις στροφές. Μπήκαν ~ στον αγώνα., βάζω στην άκρη/στην μπάντα βλ. άκρη, κάνω στην άκρη/στη(ν) μπάντα βλ. άκρη [< 1: μεσν. μπάντα 2: ιταλ. banda 3: αγγλ. band, 1922] | |
| 32518 | μπαντάνα | μπα-ντά-να ουσ. (θηλ.) 1. φουλάρι συνήθ. τετράγωνου σχήματος με χαρακτηριστικά σχέδια: πολύχρωμη ~ φορεμένη στο κεφάλι/στον λαιμό/στο χέρι. Μαντίλι τύπου ~.|| ~ για τα μαλλιά. 2. είδος καπέλου που εφαρμόζει σαν σκουφάκι στο κεφάλι και δένει στο πίσω μέρος του: ~ για προστασία από τον ήλιο/το κρύο. [< αγγλ. bandanna, γαλλ. bandana] | |
| 32519 | μπαντανόβουρτσα | βλ. μπατανόβουρτσα | |
| 32520 | μπαντάρω | μπα-ντά-ρω ρ. (μτβ.) {κυρ. στη μτχ. μπανταρ-ισμένος} (λαϊκό): δένω με επίδεσμο γύρω-γύρω: ~ το χέρι με γάζες. ~ισμένο: κεφάλι/πόδι. [< ιταλ. bandare] | |
| 32521 | μπάντζο | μπά-ντζο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. έγχορδο παραδοσιακό όργανο που μοιάζει με κιθάρα, αλλά έχει στρογγυλό ηχείο, μακρύ βραχίονα και το αντηχείο του είναι από τεντωμένο δέρμα πάνω σε μεταλλική στεφάνη: Το ~ συνοδεύει ρυθμούς της τζαζ και της μπλουζ. [< αμερικ. banjo] | |
| 32522 | μπαντιέρα | βλ. παντιέρα | |
| 32523 | μπάντμιντον | μπά-ντμι-ντον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. άθλημα που παίζεται με ειδική ρακέτα και φτερωτό μπαλάκι. Βλ. τένις. ΣΥΝ. αντιπτέριση [< αγγλ. badminton, 1863, από τον ομώνυμο πύργο στην κομητεία Gloucestershire, γαλλ. ~ 1882, ιταλ. ~, 1953] | |
| 32524 | μπαντονεόν | μπα-ντο-νε-όν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. μουσικό όργανο, δημοφιλές στη Λατινική Αμερική, που μοιάζει με ακορντεόν και χρησιμοποιείται σε ορχήστρες τάνγκο. [< γερμ. Bandoneon, γαλλ. bandonéon, 1905, γερμ. ανθρ. H. Band] | |
| 32525 | μπαντούρα | βλ. μαντούρα | |
| 32526 | μπαξεβάνης | μπα-ξε-βά-νης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): κηπουρός. Πβ. περιβολάρης. [< τουρκ. bahçιvan, bağçevan] | |
| 32527 | μπαξές | μπα-ξές ουσ. (αρσ.) & μπαχτσές (λαϊκό): κήπος, περιβόλι. Βλ. -ές. ● ΦΡ.: απ' όλα έχει ο μπαξές/όλα τα 'χει ο μπαξές (ειρων.): υπάρχει μεγάλη ποικιλία., έχει καρδιά μπαξέ & μποστάνι: είναι χαρούμενος, καλοσυνάτος, καλόκαρδος άνθρωπος. [< μεσν. μπαχτσές < τουρκ. bahçe] | |
| 32528 | μπαξίσι | μπα-ξί-σι ουσ. (ουδ.) & μπαχτσίσι (λαϊκό) : χρηματικό ποσό ή δώρο που δίνει κάποιος, για να του γίνει εξυπηρέτηση: γερό/καλό ~. Δίνω/παίρνω ~. Βλ. γρηγορόσημο, μίζα, πουρμπουάρ, ρεγάλο, ρουσφέτι, φιλοδώρημα. [< τουρκ. bahşiş] | |
| 32529 | μπαούλο | [μπαοῦλο] μπα-ού-λο ουσ. (ουδ.) 1. (παλαιότ.) κιβώτιο με ανοιγόμενο καπάκι στο πάνω μέρος για φύλαξη συνήθ. ρούχων, λευκών ειδών: μεταλλικό/ξύλινο ~. ~ με προικιά. Πβ. κασέλα, σεντούκι. 2. καθετί παρόμοιου σχήματος με αποθηκευτική κυρ. χρήση: καναπές/κρεβάτι με ~. Καταψύκτης/κουτί/τραπέζι ~. 3. (μτφ.) για υπερβολικά παχύ άνθρωπο: Έχει γίνει ~ από το φαΐ. ● Υποκ.: μπαουλάκι (το) ● ΦΡ.: κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι [< ιταλ. baule] | |
| 32530 | μπαουλοντίβανο | μπα-ου-λο-ντί-βα-νο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ντιβανοκασέλα. | |
| 32531 | Μπάουχαους | Μπά-ου-χα-ους ουσ. (ουδ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνική και αρχιτεκτονική σχολή που αναπτύχθηκε στη Γερμανία και υποστήριζε τη χρήση της τεχνολογίας για καλλιτεχνικούς σκοπούς. Βλ. κυβ-, νεοπλαστικ-ισμός. [< γερμ. Bauhaus, 1919] | |
| 32532 | μπαρ1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. μαγαζί που σερβίρει οινοπνευματώδη κυρ. ποτά και ελαφρύ φαγητό, συνήθ. σε πελάτες όρθιους μπροστά σε πάγκο ή καθισμένους σε ψηλά σκαμνιά ή τραπέζια· συνεκδ. το αντίστοιχο τμήμα ευρύτερου χώρου: εσωτερικό/κεντρικό/νεανικό/υπαίθριο ~. Γκέι/καφέ/μπιστρό/πιάνο/ρεστοράν/σνακ/τζαζ ~. Εστιατόριο/κλαμπ και ~. ~ δίπλα στην πισίνα. Τα ~ της πόλης. Εξοπλισμός/σκαμπό ~. Γυρίζει/διασκεδάζει/ξενυχτάει/πίνει στα ~. Πβ. ποτάδικο. Βλ. κέντρο διασκέδασης.|| Θα καθίσουμε/περιμένουμε στο ~, μέχρι να αδειάσει κάποιο τραπέζι. Πβ. μπάρα.|| Το ~ του θεάτρου/κινηματογράφου/ξενοδοχείου/πλοίου/τρένου. Τι ώρα ανοίγει το ~; Πβ. μπουφές. 2. ειδικό έπιπλο για αποθήκευση κυρ. ποτών: Φέρε το ουίσκι από το ~. Τα δωμάτια διαθέτουν μίνι/ψυγείο ~. ● Υποκ.: μπαράκι (το) [< αγγλ. bar] | |
| 32533 | μπαρ2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης, κυρ. της ατμοσφαιρικής πίεσης, ίση με 1.000.000 δύνες ή 100.000 πασκάλ ανά τετραγωνικό εκατοστό. Βλ. τορ. [< αγγλ. bar, 1910, γαλλ. ~, 1914] | |
| 32534 | μπάρα | μπά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. μακρόστενη ράβδος, συνήθ. από μέταλλο, πλαστικό ή ξύλο, και κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοιο σχήμα: σιδερένια ~. ~ αλουμινίου. ~ εκκίνησης (σε αγώνες μοτοκρός). ~ες ασφαλείας (βλ. δρύφακτο)/ελέγχου/οροφής (αυτοκινήτου)/στήριξης/συγκράτησης. Πλευρικές ~ες προστασίας. Αυτόματες/τηλεχειριζόμενες ~ες παρεμπόδισης στάθμευσης. (παλαιότ.) ~ πόρτας (πβ. α~, σύρτης).|| (ΑΘΛ.) Λυγιζόμενη ~. ~ γυμναστικής. Άρσεις ~ας. Ασκήσεις/εκτάσεις/κάμψεις με ~. Διατάσεις πάνω στην ~. ~ χορού (: οριζόντια δοκός σε τοίχο για διατήρηση της ισορροπίας). Ασύμμετρες/παράλληλες ~ες (πβ. ζυγός).|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ δημητριακών/σοκολάτας. 2. ΤΥΠΟΓΡ. γραμμή κάθετη ή πλάγια που τίθεται ως διαχωριστικό: διπλή/μονή ~. Πβ. κάθετος. 3. στενόμακρη ξύλινη κατασκευή σε χώρο διασκέδασης, πάνω στην οποία ακουμπούν συνήθ. οι πελάτες το ποτό τους. Βλ. μπαρ, πάγκος. ● ΣΥΜΠΛ.: μπάρα εργαλείων : ΠΛΗΡΟΦ. σειρά εικονιδίων στην οθόνη του υπολογιστή που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες εντολές και λειτουργίες. [< αγγλ. toolbar, 1989] , μπάρα κύλισης: ΠΛΗΡΟΦ. ένδειξη μετακίνησης παραθύρου σε οθόνη υπολογιστή: κάθετη/οριζόντια ~ ~. [< αγγλ. scroll bar] , μπάρα πανικού: οριζόντια βέργα στο εσωτερικό πόρτας που οδηγεί σε έξοδο κινδύνου και ανοίγει κατόπιν πίεσης: ~ ~ και σύστημα αυτόματης επαναφοράς της θύρας. [< αγγλ. panic bar] ● ΦΡ.: πίσω από τις μπάρες 1. στη φυλακή. 2. ενν. του μπαρ: Ξεκίνησε δουλεύοντας ~ ~ (: ως μπάρμαν). [< 1: αγγλ. behind bars, 1914] [< μεσν. μπάρα, γαλλ. barre] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ