Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33180-33200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32497μπανάλμπα-νάλ επίθ. {άκλ.} (προφ.): που δεν είναι σύμφωνος με τις τάσεις της μόδας, που δεν ανταποκρίνεται στη σύγχρονη εποχή ή δεν τον διακρίνει καλαισθησία: ~ θέμα/όνομα. Είναι πολύ ~ (= κοινότοπος, συνηθισμένος ή ξεπερασμένος). Βλ. κλισέ. [< γαλλ. banal]
32498μπαναλιτέμπα-να-λι-τέ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (προφ.): η ιδιότητα του μπανάλ. [< γαλλ. banalité]
32499μπανάναμπα-νά-να ουσ. (θηλ.) 1. ο καρπός της μπανανιάς, τροπικό φρούτο με μακρόστενο σχήμα, κίτρινη φλούδα και μαλακή, γλυκιά σάρκα: Ξεφλουδίζω τη(ν) ~. Ένα τσαμπί ~ες.|| (ΖΑΧΑΡ.) Κέικ/κρέμα/τάρτα με ~. 2. (ως επίθ.) που παρασκευάζεται από μπανάνα ή έχει τη γεύση της: μιλκ σέικ/μους/παγωτό ~. 3. φουσκωτή κατασκευή για θαλάσσια δραστηριότητα και παιχνίδι που έχει το σχήμα και το χρώμα μπανάνας και έλκεται από μικρό ταχύπλοο. Βλ. σαμπρέλα. 4. τσαντάκι μέσης. 5. ΗΛΕΚΤΡ. είδος βύσματος ή ασύρματο μικρόφωνο: φις ~. 6. χτένισμα στο οποίο τα μαλλιά μαζεύονται πίσω σε κάθετο κότσο σαν ρολό. Βλ. σινιόν. ● Υποκ.: μπανανίτσα & μπανανούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δημοκρατία της μπανανίας/μπανάνας: χώρα που φαινομενικά μόνο είναι δημοκρατική ή ανεξάρτητη. [< αγγλ. banana republic, 1935] , μπανάνα σπλιτ : ΖΑΧΑΡ. παγωτό που σερβίρεται με μπανάνα κομμένη κάθετα στη μέση και γαρνίρεται συνήθ. με αρωματισμένο σιρόπι, φρούτα, ξηρούς καρπούς και σαντιγί. [< αμερικ. banana split, 1906, γαλλ. ~ ~, περ. 1960] , μπανάνα τσιπς: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αποξηραμένες λεπτές φέτες μπανάνας., φάουλ μπανάνα βλ. φάουλ [< 1,2,3: ιταλ.-αγγλ. banana 4,5,6: γαλλ. banane]
32500μπανανιάμπα-να-νιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. δενδρώδης πόα (επιστ. ονομασ. Musa sapientum) που ευδοκιμεί στις τροπικές και υποτροπικές χώρες και παράγει μπανάνες.
32501μπανανίαμπα-να-νί-α ουσ. (θηλ.) (μειωτ.): χώρα, κυρ. του τρίτου κόσμου, με δικτατορικό καθεστώς ή φαινομενική δημοκρατία, στα εσωτερικά της οποίας επεμβαίνουν δυνάμεις από άλλες χώρες. Βλ. προτεκτοράτο. ● ΣΥΜΠΛ.: δημοκρατία της μπανανίας/μπανάνας βλ. μπανάνα [< αγγλ. banana republic, 1935]
32502μπανανόφλουδαμπα-να-νό-φλου-δα ουσ. (θηλ.): η φλούδα της μπανάνας. ● ΦΡ.: πετάω/ρίχνω μπανανόφλουδα σε κάποιον (προφ.): τον παγιδεύω με πονηριά και εξυπνάδα., πατώ την μπανανόφλουδα/πεπονόφλουδα βλ. πατώ
32503μπανανοφυτείαμπα-να-νο-φυ-τεί-α ουσ. (θηλ.): φυτεία με μπανανιές. Βλ. -φυτεία. [< γαλλ. bananeraie, 1928]
32504μπανγκαλόουμπαν-γκα-λό-ου ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ζ} & μπαγκαλόου: μικρό, μονώροφο σπίτι με χαμηλή στέγη και βεράντες γύρω γύρω που ενοικιάζεται σε παραθεριστές ως ξενοδοχειακό κατάλυμα: σουίτες ~. Συγκρότημα με ~ πάνω στη θαλάσσα. [< αγγλ. bungalow]
32505μπανέλαμπα-νέ-λα ουσ. (θηλ.) & μπαλένα: κεράτινη ελαστική πλάκα που βρίσκεται στα πάνω σαγόνια της φάλαινας· (συνήθ.-κατ' επέκτ.) κάθε παρόμοιο έλασμα κυρ. από πλαστικό ή μέταλλο που χρησιμοποιείται για στήριξη: ~ες γιακά/κορσέ/ομπρέλας. Επιγονατίδα/ζώνη/μαγιό/σουτιέν με ~. Τέντες και ~ες. [< ιταλ. balena < λατ. bal(l)aena, ballena < φάλαινα]
32506μπάνερμπά-νερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. | σπάν. πληθ. μπάνερς} 1. διαφημιστική αφίσα, πανό ή πινακίδα: ~ εξωτερικού/εσωτερικού χώρου. Βλ. λάβαρο, ταμπλό. 2. ΠΛΗΡΟΦ. εικόνα που εμφανίζεται σε ιστοσελίδα και περιέχει συνήθ. διαφημιστικό υλικό. Πβ. ποπ-απ. [< 1: αγγλ. banner, 1913 2: αμερικ. ~, πβ. ιταλ. ~, 1996]
32507μπανιάρισμαμπα-νιά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πλύσιμο σώματος, μπάνιο: ~ παιδιού. ~ και λούσιμο.
32508μπανιάρωμπα-νιά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μπάνιαρ-α κ. μπανιάρ-ισα, μπανιαρ-ίστηκα, -ισμένος} & μπανιαρίζω (προφ.): πλένω ολόκληρο το σώμα: ~ το μωρό. ~ισε το γατί/σκυλί. ~ίστηκε, αρωματίστηκε και βγήκε έξω. Πβ. κάνω μπάνιο. [< ιταλ. bagnare]
32509μπανιέραμπα-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): κατασκευή σαν μεγάλη λεκάνη που τοποθετείται μόνιμα στο λουτρό και μέσα στην οποία πλένεται κάποιος: ακρυλική/ατομική/γωνιακή/μαρμάρινη/πλαστική/πορσελάνινη ~. ~ με τζακούζι/υδρομασάζ. Βλ. είδη υγιεινής, -ιέρα. ● Υποκ.: μπανιερίτσα (η) [< γαλλ. baignoire]
32510μπανιερόμπα-νιε-ρό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μαγιό. Βλ. -ερό.
32512μπάνικος, η, ο μπά-νι-κος επίθ. (λαϊκό): που έχει πολύ καλή εμφάνιση, προκαλεί εντύπωση ή ερωτική επιθυμία. Πβ. τσίλικος.
32513μπάνιομπά-νιο ουσ. (ουδ.) 1. πλύσιμο του σώματος, κυρ. σε μπανιέρα ή ντους· συνεκδ. η ίδια η μπανιέρα: αφρόλουτρο/μπουρνούζι/πετσέτες/σφουγγάρι ~ιου. Κάνω ένα καυτό/κρύο ~. Παίρνω το ~ μου (= μπανιαρίζομαι, πλένομαι).|| Άλατα/θερμόμετρο/κάθισμα ~ιου. Το νερό του ~ιου. Ετοίμασε το ~ (= γέμισε την μπανιέρα με νερό). ~ με τζακούζι. 2. χώρος, δωμάτιο με εγκαταστάσεις για το πλύσιμο και την περιποίηση του σώματος και του προσώπου και καταχρ. η τουαλέτα: ευρύχωρο/μαρμάρινο/μοντέρνο/ξύλινο ~. Είδη ~ιου (πβ. είδη υγιεινής). Αξεσουάρ/απορρυπαντικά/εξοπλισμός/έπιπλα/ζυγαριά/κουρτίνα/νιπτήρας/πλακάκια/σετ/φωτισμός/χαλάκι ~ιου. Έχει προσωπικό ~. Διαμέρισμα με δύο ~ια. Καθάρισα το ~. Είναι/μπήκε στο ~. Βλ. βεσέ.|| Τουρκικό ~/~ ατμού (= χαμάμ). ΣΥΝ. λουτρό (1), λουτροκαμπινές 3. κολύμπι στη θάλασσα ή σε άλλο υδάτινο περιβάλλον και κατ' επέκτ. οριοθετημένος χώρος για κολύμπι: θαλάσσιο ~. ~ σε παραλία/πισίνα/ποτάμι. Σκουφάκι ~ιου. Καλοκαιρινά ~ια. Καλά ~ια! Δεν ξέρει ~. Πόσα ~ια έκανες φέτος; Χρειάζομαι μαγιό και βατραχοπέδιλα για να κάνω ~. Πβ. κολύμβηση.|| Δημοτικά ~ια. 4. εμβάπτιση αντικειμένου σε ειδικό υγρό: ~ θειικού οξέος/κασσιτέρου/λαδιού. ~ με ηλεκτρολύτη. Ειδικά ~ια για πολύτιμα μέταλλα.μπάνια (τα) (προφ.): ιαματικά λουτρά. ● Υποκ.: μπανάκι (το) ● ΦΡ.: τα μπάνια του λαού: οργανωμένες ημερήσιες εκδρομές σε παραλίες που συνήθ. επιλέγονται από τα λαϊκά στρώματα και κατ' επέκτ. η περίοδος μαζικής εξόδου και διακοπών στη θάλασσα: τα καθιερωμένα/κυριακάτικα ~ ~. [< μεσν. μπάνιο < ιταλ. bagno < αρχ. βαλανεῖον]
32514μπανιστήριμπα-νι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) μπάνισμα (λαϊκό): το να κρυφοκοιτάζει κάποιος άτομο που είναι γυμνό ή ημίγυμνο ή σε ερωτικές στιγμές και να διεγείρεται σεξουαλικά: Κάνει ~ (= μάτι). Πβ. ηδονοβλεψία, οφθαλμολαγνεία, οφθαλμόλουτρο. Βλ. -τήρι.
32515μπανιστηρτζήςμπα-νι-στηρ-τζής ουσ. (αρσ.) & μπανιστιρτζής (λαϊκό): ηδονοβλεψίας.
32516μπάνκαμπάν-κα ουσ. (θηλ.) & μπάγκα (λαϊκό) 1. (σε παιχνίδι της τράπουλας) πρόσωπο που μοιράζει τα χαρτιά και πληρώνει όσους κερδίζουν ή παίρνει τα χρήματα αυτών που χάνουν: Κάνω την ~. Βλ. κρουπιέρης, μάνα, ντίλερ. 2. (σε τυχερό παιχνίδι) το σύνολο των χρημάτων που έχουν συγκεντρωθεί και παίζονται σε κάθε παρτίδα: Έχω την ~. Πβ. κάσα. 3. (παλαιότ.) τράπεζα. ● ΦΡ.: τινάζω την μπάνκα στον αέρα {συνήθ. στον αόρ.} 1. παίρνω όλα τα κέρδη, είμαι ο μοναδικός κερδισμένος σε τυχερό παιχνίδι. 2. (μτφ.) κερδίζω με διαφορά: Στο χθεσινό ματς η ομάδα τίναξε ~ ~. [< μεσν. μπάνκα 'πάγκος, τραπέζι' 1,2: ιταλ. banco 3: ιταλ. banca]
32517μπάνταμπά-ντα ουσ. (θηλ.) 1. & πάντα (λαϊκό): πλευρά, πλάι: Γέρνει από την αριστερή/δεξιά/μια ~. Γύρισε από την άλλη ~. Τον περικύκλωσαν από όλες τις ~ες. 2. ΜΟΥΣ. συγκρότημα, γκρουπ και ειδικότ. ορχήστρα με πνευστά και κρουστά όργανα: ερασιτεχνική/ηλεκτρονική/ιστορική/κλασική/μεγάλη/μπλουζ/ροκ/τζαζ/χορευτική ~. Τα μέλη της ~ας. Παίζω σε μια ~. Η ~ θα δώσει επτά συναυλίες.|| Μαθητική/στρατιωτική/συμφωνική/τοπική/φιλαρμονική ~. ~ του δρόμου. Διεύθυνση ~ας. Λιτάνευση της εικόνας με συνοδεία ~ας. Τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα έψαλε η ~ του δήμου. Η ~ παιάνιζε τον εθνικό ύμνο. 3. ζώνη του φάσματος συχνοτήτων: δορυφορική/ραδιοερασιτεχνική/ραδιοφωνική/τηλεοπτική/υψηλή/χαμηλή ~. ~ λειτουργίας. Ηχητική ~ ταινίας. Λήψη στην ~ των FM/UHF. Παράνοµη εκποµπή εκτός ~ας. Λειτουργεί στην ~ των ... γιγαχέρτζ (GHz). Τα FM είναι στην ~ των 88 έως 108 μεγαχέρτζ (MHz). Κεραία αυτοκινήτου HF για όλες τις ~ες. 4. (λαϊκό) επιτοίχιο εργόχειρο. ● ΦΡ.: μπαίνω με τις μπάντες (αργκό): εισβάλλω ορμητικά: Γκαζώνει και ~ει ~ στις στροφές. Μπήκαν ~ στον αγώνα., βάζω στην άκρη/στην μπάντα βλ. άκρη, κάνω στην άκρη/στη(ν) μπάντα βλ. άκρη [< 1: μεσν. μπάντα 2: ιταλ. banda 3: αγγλ. band, 1922]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.