| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32538 | μπαρδόν | βλ. παρντόν | |
| 32539 | μπαρέτα | μπα-ρέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. λουράκι στο πάνω μέρος παπουτσιού που αγκαλιάζει το κουντεπιέ ή τον αστράγαλο, κουμπώνοντας στο πλάι: ~ με λάστιχο. ~ και αγκράφα. Γόβες με ~. || (συνεκδ.) Καστόρινες/λουστρίνι ~ες (: γυναικεία υποδήματα με ~). ~ες-μπαλαρίνες. 2. (γενικότ.) κάθε είδους λωρίδα με ποικίλες χρήσεις: μαγιό με ~. Παράσημο-~ δύο μεταλλίων. Κορδόνια που καταλήγουν σε ~ες. 3. κοκαλάκι για τα μαλλιά με μεταλλική βάση, το οποίο κλείνει με κούμπωμα. Βλ. κλάμερ, τσιμπιδάκι. 4. σκούφος καθολικών κληρικών με τρεις ή τέσσερις γωνίες. Βλ. -έτα. [< γαλλ. barrette ] | |
| 32540 | μπαριέρα | μπα-ριέ-ρα ουσ. (θηλ.): μεταλλική ή συνήθ. πλαστική κατασκευή που διαχωρίζει τμήμα οδοστρώματος ή χρησιμοποιείται σε εργαστήριο δοκιμών ασφάλειας αυτοκινήτων: ~ αγωνιστικής πίστας (: οριοθετεί τον χώρο θεατών και οχημάτων). ~ες δρόμων (= μπάρες). Πρόσκρουση σε ~. Βλ. στηθαίο.|| ~ προσομοίωσης σύγκρουσης (κρας τεστ). Βλ. -ιέρα. [< γαλλ. barrière] | |
| 32541 | μπαρίστας | μπα-ρί-στας ουσ. (αρσ.) {θηλ. μπαρίστα} (προφ.): πρόσωπο που εργάζεται πρωινή βάρδια σε καφέ μπαρ και με ιδιαίτερη γνώση, δεξιοτεχνία και τεχνική παρασκευάζει και σερβίρει ζεστά και κρύα ροφήματα, κυρ. καφέ. Βλ. μπάρμαν. [< ιταλ. barista, 1926, αγγλ. ~, 1982] | |
| 32542 | μπαρκάρισμα | μπαρ-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μπαρκάρω. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. μπάρκο (1) ΑΝΤ. ξεμπαρκάρισμα | |
| 32544 | μπάρκο | μπάρ-κο ουσ. (ουδ.) ΝΑΥΤ. 1. μπαρκάρισμα: πρώτο/τελευταίο ~. Ετοιμάζεται/φεύγει για ~. Βλ. ναυτολόγηση. 2. (παλαιότ.) είδος ιστιοφόρου πλοίου. Βλ. καΐκι, τρεχαντήρι. 3. εμπόρευμα πλοίου. [< ισπ. barco] | |
| 32545 | μπάρμαν, μπαργούμαν | μπάρ-μαν ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. | πληθ. μπάρμεν, μπαργούμεν}: πρόσωπο που εργάζεται σε μπαρ, ετοιμάζοντας και σερβίροντας ποτά. [< αγγλ. barman, barwoman] | |
| 32546 | μπαρμπα- | (λαϊκό-οικ.): προτακτικό κύριου αντρικού ονόματος για προσφώνηση ή αναφορά σε θείο ή γενικότ. ηλικιωμένο άνδρα: ο ~-Γιάννης/-Νικόλας. Βλ. κυρ. | |
| 32547 | μπάρμπας | μπάρ-μπας ουσ. (αρσ.) {μπαρμπάδες} (λαϊκό) 1. θείος. 2. (γενικότ.) ως προσφώνηση ή αναφορά σε ηλικιωμένο άνδρα: (μειωτ.) Τι λες, ρε ~α! ● ΦΡ.: δώσε κι εμένα/και σε μένα μπάρμπα & δώσ' μου και μένα μπάρμπα (προφ.): ως έκκληση για λήψη παροχών, προσφορών., έχει μπάρμπα στην Κορώνη: έχει μέσο(ν): Πρέπει να έχεις ~ ~ για να βρεις καμιά δουλειά! Πβ. βύσμα, δόντι., το Θεό μπάρμπα να 'χεις: (+ αρνητ. πρόταση) για να δηλωθεί ότι κάτι δεν αλλάζει με τίποτα: ~ ~, δεν περνάς. ~ ~, η δουλειά θα γίνει, δεν αναβάλλεται., ρώτα τον μπάρμπα μου τον ψεύτη βλ. ψεύτης, ψεύτρα [< μεσν. μπάρμπας < βεν.-λατ. barba ‘γένια’] | |
| 32548 | μπάρμπεκιου | μπάρ-μπε-κιου ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ψησταριά που μεταφέρεται ή είναι κτιστή σε εξωτερικό χώρο: ηλεκτρικό ~. Εστία ~. Σετ ~ 4 τεμαχίων. Βλ. γκριλ. 2. (συνεκδ.) συγκεκριμένος τρόπος ψησίματος στη φωτιά, κατά τον οποίο τα κρεατικά κυρ. σκεπάζονται και καπνίζονται για αρκετή ώρα, μέχρι να ψηθούν. 3. συνάθροιση ατόμων σε κοινωνική εκδήλωση που περιλαμβάνει ψήσιμο φαγητού στη φωτιά και κατανάλωσή του: Κάνει ~. Πρόσκληση για ~. ● ΣΥΜΠΛ.: σάλτσα/σος μπάρμπεκιου: ΜΑΓΕΙΡ. καυτερή γλυκόξινη σάλτσα που συνοδεύει κυρ. ψητά. [< αγγλ. barbecue sauce] [< 1, 2: αμερικ. barbecue, γαλλ. ~, 1913] | |
| 32549 | μπαρμπέρης | μπαρ-μπέ-ρης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): κουρέας. ● ΦΡ.: είναι πολλοί μπαρμπέρηδες για του σπανού τα γένια (παροιμ.): για τα εύκολα προθυμοποιούνται πολλοί. [< μεσν. μπαρμπ(ι)έρης] | |
| 32550 | μπαρμπέρικο | μπαρ-μπέ-ρι-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κουρείο. Βλ. -ικο1. | |
| 32551 | μπαρμπούνι | μπαρ-μπού-νι ουσ. (ουδ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι (γένος Mullidae) με χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα και μακριά μουστάκια που αλιεύεται για τη νόστιμη σάρκα του. Πβ. τρίγλη. Βλ. κουτσομούρα. ● μπαρμπούνια (τα): μπαρμπουνοφάσουλα. Πβ. χάντρες. ● Υποκ.: μπαρμπουνάκι (το) [< βεν. barbon < λατ. barba ‘γένια’] | |
| 32552 | μπαρμπουνοφάσουλα | μπαρ-μπου-νο-φά-σου-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.} (λαϊκό) : ποικιλία φασολιών με κόκκινες κηλίδες. Βλ. τσαουλί. ΣΥΝ. μπαρμπούνια, χάντρες | |
| 32553 | μπαρμπούτι | μπαρ-μπού-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) : τυχερό παιχνίδι με ζάρια. Πβ. κυβεία. ΣΥΝ. ζάρια [< τουρκ. barbut] | |
| 32554 | μπαρμπουτιέρα | μπαρ-μπου-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κλειστός χώρος όπου παίζεται κρυφά το μπαρμπούτι. Βλ. -ιέρα. | |
| 32555 | μπαρμπούτσαλα | μπαρ-μπού-τσα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.} (λαϊκό): ανοησίες. Πβ. μπούρδες, σαχλαμάρα. [< βεν. barbuzzal] | |
| 32556 | μπαρμπρίζ | βλ. παρμπρίζ | |
| 32557 | μπαρντόν | βλ. παρντόν | |
| 32558 | μπαρόβιος | , α, ο μπα-ρό-βι-ος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τα μπαρ. ● Ουσ.: μπαρόβιος, μπαρόβια (ο/η): πρόσωπο που συχνάζει σε μπαρ. Βλ. καφενόβιος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ