| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32555 | μπαρμπούτσαλα | μπαρ-μπού-τσα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.} (λαϊκό): ανοησίες. Πβ. μπούρδες, σαχλαμάρα. [< βεν. barbuzzal] | |
| 32556 | μπαρμπρίζ | βλ. παρμπρίζ | |
| 32557 | μπαρντόν | βλ. παρντόν | |
| 32558 | μπαρόβιος | , α, ο μπα-ρό-βι-ος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τα μπαρ. ● Ουσ.: μπαρόβιος, μπαρόβια (ο/η): πρόσωπο που συχνάζει σε μπαρ. Βλ. καφενόβιος. | |
| 32559 | μπαρόκ | μπα-ρόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικός ρυθμός που αναπτύχθηκε ιδ. τον 17ο αι. στην Ευρώπη και χαρακτηρίζεται από περίτεχνες μορφές, καμπύλες γραμμές, αφθονία διακοσμητικών στοιχείων και έντονο δραματικό και συναισθηματικό στοιχείο. Βλ. ροκοκό, βλαχο~, τουρκο~. 2. (ως επίθ.) που σχετίζεται με το μπαρόκ: διακόσμηση/έπιπλα/ρυθμός/στιλ ~. [< γαλλ. baroque] | |
| 32560 | μπαρόμετρο | μπα-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ελέγχου που τοποθετείται στο ταμπλό αυτοκινήτων και επιτρέπει στον οδηγό να γνωρίζει την πίεση που δέχεται ο κινητήρας από τη λειτουργία του υπερτροφοδότη: ηλεκτρονικό/μηχανικό ~. Βλ. -μετρο. | |
| 32561 | μπαρότσαρκα | μπα-ρό-τσαρ-κα ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό) : βραδινή έξοδος σε διάφορα μπαρ: Βγαίνω/πάω για ~. | |
| 32562 | μπαρουταποθήκη | μπα-ρου-τα-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.): πυριτιδαποθήκη. | |
| 32563 | μπαρούτι | μπα-ρού-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.) & μπαρούτη (η) (λόγ.) 1. εκρηκτική ύλη, πυρίτιδα. 2. (μτφ.) για καυτερό φαγητό ή για πολύ δυνατό ποτό. ● ΦΡ.: κάτι βρομά(ει)/μυρίζει μπαρούτι (μτφ.): προμηνύει δυσάρεστες εξελίξεις: Η υπόθεση ~ ~., κάνω (κάποιον)/γίνομαι βαπόρι/μπαρούτι βλ. βαπόρι [< πβ. μεσν. παρούτιν ‘ζάχαρη σε σκόνη’, *μπαρούτιν < τουρκ. barut < μτγν. πυρῖτις ‘πυριτόλιθος’] | |
| 32564 | μπαρουτοκαπνισμένος | , η, ο μπα-ρου-το-κα-πνι-σμέ-νος επίθ. (λαϊκό): παλαίμαχος. | |
| 32565 | μπαρούφα | μπα-ρού-φα ουσ. (θηλ.) (προφ.) : ανοησία, χαζομάρα: Λέει/πετάει ό,τι ~ τού έρθει. Πβ. αρλούμπα, κοτσάνα, μπούρδα, σαχλαμάρα. [< ιταλ. baruffa] | |
| 32566 | μπαρουφολογία | μπα-ρου-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): λόγος γεμάτος ανοησίες και χωρίς περιεχόμενο. Βλ. -λογία. ΣΥΝ. αρλουμπολογία, μπουρδολογία | |
| 32567 | μπας και | (προφ.): μήπως (και): Φωνάζουν, όλο και πιο δυνατά, ~ τους ακούσουν. (Βρε) ~ όλα είναι σκηνοθετημένα; [< μεσν. μπας και]Ι | |
| 32582 | μπας-κλας | επίθ. {άκλ.} & μπασκλάς: για πρόσωπο κατώτερης κοινωνικής τάξης ή πράγμα χαμηλής αξίας ή ποιότητας. Πβ. δευτεράντζα, παρακατιανός. [< γαλλ. basse classe] | |
| 32568 | μπασαβιόλα | μπα-σα-βιό-λα ουσ. (θηλ.) & πασαβιόλα: ΜΟΥΣ. μουσικό όργανο με τέσσερις συνήθ. χορδές που παράγει βαθύ ήχο και παίζεται με δοξάρι. Πβ. κοντραμπάσο. Βλ. βιολοντσέλο. [< ιταλ. basso di viola] | |
| 32569 | μπασέ | μπα-σέ: ΖΩΟΛ. είδος κυνηγόσκυλου με κοντά πόδια και μακριά αυτιά. Βλ. μπιγκλ, τέκελ. [< γαλλ. basset] | |
| 32570 | μπασιά | μπα-σιά ουσ. (θηλ.) & εμπασιά (λαϊκό): είσοδος: στην ~ του σπιτιού/του χωριού. ΣΥΝ. έμπα2 (1) [< μεσν. εμπασιά, μπασία] | |
| 32571 | μπάσιμο | μπά-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μπαίνω, είσοδος: εύκολο ~ και βγάλσιμο. Βλ. βάλσιμο.|| (μτφ.) Επιχειρηματικό ~ στην αγορά. 2. ΑΘΛ. η προσπάθεια του παίκτη σε ομαδικό παιχνίδι γηπέδου να μπει στην περιοχή του αντιπάλου, για να σκοράρει: θεαματικό ~ στο μπάσκετ/στο ποδόσφαιρο. Έκανε/επιχείρησε ~ από αριστερά/δεξιά. Γκολ/καλάθι με ~. ~ σουτ (= λέι απ). 3. στένεμα: ~ ρούχων στο πλύσιμο. 4. ΜΟΥΣ. εισαγωγή τραγουδιού: δυνατό ~. | |
| 32572 | μπασίστας, μπασίστρια | μπα-σί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει μπάσο. [< γαλλ. bassiste, ιταλ. bassista, 1913 | |
| 32573 | μπάσκα | μπά-σκα ουσ. (θηλ.): μέρος γυναικείου ρούχου που εκτείνεται από τη μέση ως την περιφέρεια: παντελόνι/φόρεμα με ~. ~ και βολάν. [< γαλλ. basque] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ