Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33220-33240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32555μπαρμπούτσαλαμπαρ-μπού-τσα-λα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.} (λαϊκό): ανοησίες. Πβ. μπούρδες, σαχλαμάρα. [< βεν. barbuzzal]
32556μπαρμπρίζβλ. παρμπρίζ
32557μπαρντόνβλ. παρντόν
32558μπαρόβιος, α, ο μπα-ρό-βι-ος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με τα μπαρ. ● Ουσ.: μπαρόβιος, μπαρόβια (ο/η): πρόσωπο που συχνάζει σε μπαρ. Βλ. καφενόβιος.
32559μπαρόκμπα-ρόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καλλιτεχνικός ρυθμός που αναπτύχθηκε ιδ. τον 17ο αι. στην Ευρώπη και χαρακτηρίζεται από περίτεχνες μορφές, καμπύλες γραμμές, αφθονία διακοσμητικών στοιχείων και έντονο δραματικό και συναισθηματικό στοιχείο. Βλ. ροκοκό, βλαχο~, τουρκο~. 2. (ως επίθ.) που σχετίζεται με το μπαρόκ: διακόσμηση/έπιπλα/ρυθμός/στιλ ~. [< γαλλ. baroque]
32560μπαρόμετρομπα-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο ελέγχου που τοποθετείται στο ταμπλό αυτοκινήτων και επιτρέπει στον οδηγό να γνωρίζει την πίεση που δέχεται ο κινητήρας από τη λειτουργία του υπερτροφοδότη: ηλεκτρονικό/μηχανικό ~. Βλ. -μετρο.
32561μπαρότσαρκαμπα-ρό-τσαρ-κα ουσ. (θηλ.) (νεαν. αργκό) : βραδινή έξοδος σε διάφορα μπαρ: Βγαίνω/πάω για ~.
32562μπαρουταποθήκημπα-ρου-τα-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.): πυριτιδαποθήκη.
32563μπαρούτιμπα-ρού-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.) & μπαρούτη (η) (λόγ.) 1. εκρηκτική ύλη, πυρίτιδα. 2. (μτφ.) για καυτερό φαγητό ή για πολύ δυνατό ποτό. ● ΦΡ.: κάτι βρομά(ει)/μυρίζει μπαρούτι (μτφ.): προμηνύει δυσάρεστες εξελίξεις: Η υπόθεση ~ ~., κάνω (κάποιον)/γίνομαι βαπόρι/μπαρούτι βλ. βαπόρι [< πβ. μεσν. παρούτιν ‘ζάχαρη σε σκόνη’, *μπαρούτιν < τουρκ. barut < μτγν. πυρῖτις ‘πυριτόλιθος’]
32564μπαρουτοκαπνισμένος, η, ο μπα-ρου-το-κα-πνι-σμέ-νος επίθ. (λαϊκό): παλαίμαχος.
32565μπαρούφαμπα-ρού-φα ουσ. (θηλ.) (προφ.) : ανοησία, χαζομάρα: Λέει/πετάει ό,τι ~ τού έρθει. Πβ. αρλούμπα, κοτσάνα, μπούρδα, σαχλαμάρα. [< ιταλ. baruffa]
32566μπαρουφολογίαμπα-ρου-φο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): λόγος γεμάτος ανοησίες και χωρίς περιεχόμενο. Βλ. -λογία. ΣΥΝ. αρλουμπολογία, μπουρδολογία
32567μπας και(προφ.): μήπως (και): Φωνάζουν, όλο και πιο δυνατά, ~ τους ακούσουν. (Βρε) ~ όλα είναι σκηνοθετημένα; [< μεσν. μπας και]Ι
32582μπας-κλαςεπίθ. {άκλ.} & μπασκλάς: για πρόσωπο κατώτερης κοινωνικής τάξης ή πράγμα χαμηλής αξίας ή ποιότητας. Πβ. δευτεράντζα, παρακατιανός. [< γαλλ. basse classe]
32568μπασαβιόλαμπα-σα-βιό-λα ουσ. (θηλ.) & πασαβιόλα: ΜΟΥΣ. μουσικό όργανο με τέσσερις συνήθ. χορδές που παράγει βαθύ ήχο και παίζεται με δοξάρι. Πβ. κοντραμπάσο. Βλ. βιολοντσέλο. [< ιταλ. basso di viola]
32569μπασέμπα-σέ: ΖΩΟΛ. είδος κυνηγόσκυλου με κοντά πόδια και μακριά αυτιά. Βλ. μπιγκλ, τέκελ. [< γαλλ. basset]
32570μπασιάμπα-σιά ουσ. (θηλ.) & εμπασιά (λαϊκό): είσοδος: στην ~ του σπιτιού/του χωριού. ΣΥΝ. έμπα2 (1) [< μεσν. εμπασιά, μπασία]
32571μπάσιμομπά-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του μπαίνω, είσοδος: εύκολο ~ και βγάλσιμο. Βλ. βάλσιμο.|| (μτφ.) Επιχειρηματικό ~ στην αγορά. 2. ΑΘΛ. η προσπάθεια του παίκτη σε ομαδικό παιχνίδι γηπέδου να μπει στην περιοχή του αντιπάλου, για να σκοράρει: θεαματικό ~ στο μπάσκετ/στο ποδόσφαιρο. Έκανε/επιχείρησε ~ από αριστερά/δεξιά. Γκολ/καλάθι με ~. ~ σουτ (= λέι απ). 3. στένεμα: ~ ρούχων στο πλύσιμο. 4. ΜΟΥΣ. εισαγωγή τραγουδιού: δυνατό ~.
32572μπασίστας, μπασίστριαμπα-σί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. μουσικός που παίζει μπάσο. [< γαλλ. bassiste, ιταλ. bassista, 1913
32573μπάσκαμπά-σκα ουσ. (θηλ.): μέρος γυναικείου ρούχου που εκτείνεται από τη μέση ως την περιφέρεια: παντελόνι/φόρεμα με ~. ~ και βολάν. [< γαλλ. basque]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.