| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32595 | μπαστούνι | [μπαστοῦνι] μπα-στού-νι ουσ. (ουδ.) {μπαστουν-ιού} 1. ράβδος που χρησιμοποιείται συνήθ. από ηλικιωμένους ή αρρώστους ως βοήθημα στη βάδιση: μεταλλικό/ξύλινο/ορθοπεδικό ~. Λαβή ~ιού. Το λευκό πτυσσόμενο ~ των τυφλών. Βλ. πατερίτσα.|| Αντικλεπτικό ~ αυτοκινήτου. ΣΥΝ. βακτηρία, μαγκούρα 2. ΑΘΛ. εξάρτημα αγωνισμάτων με ανάλογο σχήμα: το ~ του γκολφ/πόλο/σκι/σόφτμπολ/χόκεϊ.|| ~ ορειβασίας. Πβ. μπατόν. 3. μία από τις τέσσερις κατηγορίες χαρτιών στην τράπουλα με διακριτικό σύμβολο την αιχμή ακοντίου και ειδικότ. το ίδιο το σύμβολο: άσος/βαλές/επτά/ντάμα/ρήγας ~. Βλ. καρό, κούπα, σπαθί. ΣΥΝ. πίκα (3) 4. ΝΑΥΤ. προεξέχον δοκάρι στην πλώρη ιστιοφόρου πλοίου. Βλ. -ούνι. ΣΥΝ. πρόβολος (2) ● Υποκ.: μπαστουνάκι (το) 1. μικρό μπαστούνι. 2. (κυρ. για τρόφιμα) μικρό και λεπτό κομμάτι που μοιάζει με μπαστούνι: ~ βανίλια(ς)/κανέλας. Πατάτες/πιπεριές κομμένες σε ~ια ή ροδέλες.|| (ΖΑΧΑΡ.) Αλμυρά ~ια. ~ια πορτοκαλιού/σοκολάτας. Βλ. μπατόν-σαλέ. ● Μεγεθ.: μπαστούνα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: σαν να έχει καταπιεί μπαστούνι (συνήθ. ειρων.): για όρθια, ίσια στάση του κορμού: Κάθεται/στέκεται ~ ~ (= άκαμπτος ή αυστηρός)., τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια βλ. βρίσκω, φάντης μπαστούνι βλ. φάντης [< ιταλ. bastone] | |
| 32596 | μπαστουνιά | μπα-στου-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με μπαστούνι: Του έδωσε/έφαγε μια γερή ~ στο κεφάλι. | |
| 32597 | μπαστουνόβλαχος | μπα-στου-νό-βλα-χος ουσ. (αρσ.) (προφ.): για άνδρα άξεστο, αγροίκο ή/και κακόγουστο. | |
| 32598 | μπατακτσής | βλ. μπαταχτσής | |
| 32599 | μπατανία | μπα-τα-νί-α ουσ. (θηλ.) & πατανία (λαϊκό-παλαιότ.): μάλλινη κουβέρτα. Βλ. βελέντζα. [< τουρκ. battaniye] | |
| 32600 | μπατανόβουρτσα | μπα-τα-νό-βουρ-τσα ουσ. (θηλ.) & μπαντανόβουρτσα (λαϊκό): βούρτσα στερεωμένη σε μακρύ κοντάρι για βάψιμο ή άσπρισμα ψηλών σημείων. Πβ. ταβανόβουρτσα. | |
| 32601 | μπαταξής | βλ. μπαταχτσής | |
| 32602 | μπαταρία | μπα-τα-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. ηλεκτρική στήλη ή στοιχείο ή συστοιχία συσσωρευτών ηλεκτρικής ενέργειας που λειτουργεί ως φορητή πηγή ενέργειας: άδεια/αλκαλική/απλή/αποσπώμενη/ενσωματωμένη/επαναφορτιζόμενη/εφεδρική/ηλιακή/κοινή/ξηρή/πεσμένη/υγρή ~. ~ ανάγκης/αυτοκινήτου/βηματοδότη/κινητού τηλεφώνου/ρολογιού/φορητού υπολογιστή. ~ ιόντων/λιθίου/μολύβδου/νικελίου-καδμίου. Απόδοση/διάρκεια ζωής/εξοικονόμηση/ισχύς/τάση/τροφοδοσία/φόρτιση ~ας. Ένδειξη χαμηλής ~ας. Αποσυνδέω/αφαιρώ/τοποθετώ τη(ν) ~. Συσκευή που λειτουργεί με ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. τμήμα βρύσης για την ανάμειξη ζεστού και κρύου νερού σε νεροχύτες, νιπτήρες, μπανιέρες: χρωμέ ~ κουζίνας/μπάνιου. 3. ΜΟΥΣ. (σπάν.-παλαιότ.) σύνολο μη μελωδικών κρουστών οργάνων που παίζονται από έναν εκτελεστή σε μπάντα. Βλ. ντραμς. ● Υποκ.: μπαταριούλα (η) ● ΦΡ.: γεμίζω/φορτίζω τις μπαταρίες (μου) (μτφ.-προφ.): αναζωογονούμαι, ξεκουράζομαι και αποκτώ νέες δυνάμεις: Δυο βδομάδες διακοπών είναι ό,τι πρέπει για να ~σουν οι ~ μας. Ελπίζω να γέμισαν οι ~ σου και να γύρισες ανανεωμένη! [< βεν. bataria, γαλλ. batterie] | |
| 32603 | μπατάρω | μπα-τά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μπάταρ-α κ. -ισα, -ισμένος} (λαϊκό) 1. (για πλοίο) γέρνω προς τη μια πλευρά, αναποδογυρίζομαι ή αναποδογυρίζω: Το καράβι κινδυνεύει να ~ει και να βυθιστεί. Ο αέρας ~ε τη βάρκα. Πβ. βουλιάζω, τουμπάρω. 2. (μτφ.) αλλάζω, ανατρέπομαι: Ο καιρός ~ισε. Το παιχνίδι ~ε στο τελευταίο λεπτό και η ομάδα μας έχασε. [< τουρκ. batar] | |
| 32604 | μπαταχτσής | μπα-τα-χτσής ουσ. (αρσ.) & μπατακτσής & μπαταξής (λαϊκό): κακοπληρωτής και (ιδ.-κατ' επέκτ.) απατεώνας. Πβ. αναξιόχρεος. [< τουρκ. batakçι] | |
| 32605 | μπάτερ | μπά-τερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο μπέιζμπολ και το κρίκετ) παίκτης που προσπαθεί να χτυπήσει με το μπαστούνι του την μπάλα που πετά ο πίτσερ· η αντίστοιχη θέση στο γήπεδο. Βλ. κάτσερ, πίτσερ. ΣΥΝ. ροπαλοφόρος (2) [< αγγλ. batter] | |
| 32606 | μπατζάκι | μπα-τζά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): καθένα από τα δύο μέρη του παντελονιού που καλύπτουν τα πόδια: Δίπλωσε/μάζεψε/σήκωσε τα ~ια του, για να μη βραχούν. Κονταίνω τα ~ια. Βλ. ρεβέρ.|| (μτφ.) Κρέμεται από τα ~ια του πατέρα του (: είναι εξαρτημένος από αυτόν). ● ΦΡ.: τρέχουν/ξεχειλίζουν από τα μπατζάκια μου/σου/του: (συνήθ. για χρήματα) για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι πολύ πλούσιος: Δεν έχει ανάγκη αυτός, ~ ~ του τα λεφτά., φωτιά στα μπατζάκια μου/σου/του: ως έκφραση ανησυχίας ή προειδοποίηση για κίνδυνο: Αν μας πιάσουν επ' αυτοφώρω, ~ ~ μας! Το νέο κύμα αυξήσεων βάζει ~ ~ του καταναλωτή. [< τουρκ. bacak] | |
| 32607 | μπατζανάκης | μπα-τζα-νά-κης ουσ. (αρσ.) {μπατζανάκηδες κ. μπατζανάκια (τα)} (προφ.): καθένας από τους συζύγους δύο αδελφών. Βλ. συννυφάδα. ΣΥΝ. σύγγαμπρος [< τουρκ. bacanak] | |
| 32608 | μπάτζετ | μπά-τζετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): προϋπολογισμός: αυξημένο/μειωμένο/μεταγραφικό/χαμηλό ~. ~ ομάδας. Ταινία υψηλού ~. [< αγγλ. budget] | |
| 32609 | μπάτζος | μπά-τζος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό λευκό τυρί άλμης της Δυτικής Μακεδονίας σε ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο σχήμα, μερικώς αποβουτυρωμένο από αιγοπρόβειο ή/και αγελαδινό γάλα. Βλ. ΠΟΠ. [< σλαβ. bačija ‘τυροκομείο’] | |
| 32610 | μπάτης | μπά-της ουσ. (αρσ.): ελαφρύς και δροσερός θαλασσινός άνεμος. | |
| 32611 | μπατίκ | μπα-τίκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τεχνική βαφής και αποτύπωσης διακοσμητικών στοιχείων πάνω σε ύφασμα με κερί, το οποίο αφαιρείται στη συνέχεια με νερό· συνεκδ. το αντίστοιχο ύφασμα. [< γαλλ. batik] | |
| 32612 | μπατίκι | μπα-τί-κι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία σταφυλιού με λευκό χρώμα και το κρασί που παράγεται από αυτό. | |
| 32613 | μπατικός | , ή, ό μπα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΔ. που έχει μήκος όσο το πάχος του τοίχου: ~ός: λίθος. ΑΝΤ. δρομικός (1) ● Ουσ.: μπατικό (το): τρόπος χτισίματος, ώστε η πέτρα και το τούβλο να πιάνουν όλο το πάχος του τοίχου. [< μτγν. ἐμβατικός ΄τετράγωνος΄] | |
| 32614 | μπατιλίκια | βλ. παντιλίκια |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ