Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33260-33280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32579μπασκετούπολημπα-σκε-τού-πο-λη ουσ. (θηλ.) (προφ.): πόλη με σπουδαίες και ιστορικές ομάδες μπάσκετ. Πβ. μπασκετομάνα. Βλ. -ούπολη.
32580μπασκετόφιλος, η, ο μπα-σκε-τό-φι-λος επίθ./ουσ.: που αγαπά πολύ, λατρεύει το μπάσκετ. Βλ. ποδοσφαιρόφιλος, -φιλος.
32581μπασκίναςμπα-σκί-νας ουσ. (αρσ.) (αργκό-μειωτ.): αστυνομικός. ΣΥΝ. μπάτσος2 [< τουρκ. baskιn]
32583μπασκλασαρίαμπα-σκλα-σα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.) : για πρόσωπο ή σύνολο προσώπων που θεωρούνται κατώτερα λόγω κοινωνικής θέσης ή νοοτροπίας. Βλ. λουμπεναρία.
32584μπασμάςμπα-σμάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. αρωματική ποικιλία καπνού. 2. (παλαιότ.) εμπριμέ βαμβακερό ύφασμα. Πβ. τσίτι. [< τουρκ. basma]
32585μπασμάτιμπα-σμά-τι επίθ./ουσ. {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ινδικό αρωματικό μακρύκοκκο ρύζι. [< αγγλ. basmati, γαλλ. ~, 1985]
32586μπασμένος, η, ο μπα-σμέ-νος επίθ. (προφ.) 1. (μτφ.) ενήμερος, μυημένος: Δεν είναι και πολύ ~ στα κόλπα/στην πιάτσα/στα πράγματα/στην τεχνολογία/στον χώρο. Βλ. μέσα στα πράγματα, χωμένος. 2. (μειωτ.) κοντός, μικρόσωμος. ● βλ. μπάζω [< μεσν. μπασμένος]
32587μπάσομπά-σο ουσ. (ουδ.) ΜΟΥΣ. 1. {κυρ. στον πληθ.} η χαμηλότερη συχνότητα φωνής, ήχου, μελωδίας, μουσικού οργάνου, ηχογράφησης ή το σύστημα ρύθμισής τους σε συσκευές αναπαραγωγής ήχου (ραδιόφωνο, στερεοφωνικό συγκρότημα)· συνεκδ. τα πλήκτρα ή οι χορδές που παράγουν χαμηλούς τόνους: βαθύ/πλούσιο/στιβαρό ~. Παράγω (με τη βοήθεια της τεχνολογίας) ~. Πρίμα, μεσαία και ~α. Ποιοτικές εγγραφές με γεμάτα ~α.|| Καθαρά ~α. Καλή ακουστική χωρίς βόμβο από τα ~α. Ενισχύω/χαμηλώνω τα ~α. 2. (ειδικότ. στην αρμονία) ο χαμηλότερος φθόγγος ως βάση μιας συγχορδίας: οργανικό/συνοδευτικό ~. Αρίθμηση/γραμμή/θέμα/μελωδία ~ου. Του κρατούσε καλά το ~ με το μαντολίνο. Πβ. βάσιμο. 3. είδος τετράχορδου μουσικού οργάνου που παράγει χαμηλούς τόνους, αποτελώντας μαζί με τα ντραμς τη μουσική βάση για τα υπόλοιπα όργανα· ειδικότ. κοντραμπάσο: ακουστικό/ηλεκτρικό ~. Ενισχυτής ~ου. Πιάνο με τη συνοδεία ~ου. Ποιος είναι στο ~ (= παίζει ~); Δεν ακούγεται το ~. Βλ. τούμπα, τρομπόνι.|| ~ στην τζαζ. ● ΣΥΜΠΛ.: μπάσο κοντίνουο & ενάριθμο μπάσο: ΜΟΥΣ. θέμα μπάσο, χαρακτηριστική φόρμα της μουσικής μπαρόκ, που συνεχίζεται σε όλο το μέρος οργανικής σύνθεσης και παρουσιάζεται με τη βοήθεια ενός στενογραφικού συστήματος με αριθμούς σημειωμένους πάνω από τους φθόγγους για τη δήλωση των συγχορδιών που θα παιχτούν. [< μεσν. μπάσο 'είδος εγχόρδου', ιταλ. basso]
32588μπάσος, α, ο μπά-σος επίθ.: ΜΟΥΣ. που έχει ή παράγει χαμηλούς τόνους ως προς την ηχητική ή φωνητική κλίμακα: ~ος: θόρυβος. ~α: νότα/χορδή. ~ο: κλαρινέτο/τύμπανο. ~ες: συχνότητες. ● Ουσ.: μπάσος (ο): τραγουδιστής που έχει χαμηλούς τόνους και βαθιά φωνή. Πβ. βαθύφωνος. Βλ. τενόρος. ● ΣΥΜΠΛ.: μπάσα φωνή: βαθιά φωνή σε χαμηλούς τόνους. [< ιταλ. basso]
32589μπάσταμπά-στα επίρρ. (διαλεκτ.): αρκετά: Φτάνει πια, ~! Για ~ (= σταμάτα), βρε παιδί μου, να το σκεφτούμε καλύτερα. [< ιταλ. basta]
32590μπάστακαςμπά-στα-κας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-προφ.) άτομο που στέκεται όρθιο και ακίνητο και γίνεται ενοχλητικό: Μη στέκεσαι από πάνω μου (σαν) ~! 2. (παλαιότ.) πέτρα που τοποθετείται ως στόχος σε παιδικό παιχνίδι.
32591μπαστάρδεμαμπα-στάρ-δε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): ανάμειξη: ~ της μουσικής (= νόθευση).
32592μπασταρδεύωμπα-σταρ-δεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {μπαστάρδ-εψε, -έψει, -εύτηκε, -ευτεί, -εμένος} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): νοθεύω, αλλοιώνω ή εκφυλίζομαι: Η παραδοσιακή μουσική ~εψε/~εύτηκε με σύγχρονα στοιχεία. ~εμένο: σκυλί.
32593μπαστάρδικομπα-στάρ-δι-κο ουσ. (ουδ.) (μειωτ.): νόθο παιδί. Πβ. μούλικο. [< μεσν. μπαστάρδικον]
32594μπάσταρδος, η, ο μπά-σταρ-δος επίθ./ουσ. (λαϊκό) 1. (μειωτ.) νόθος. Πβ. εξώγαμος, μούλος. 2. (υβριστ.) για πρόσωπο που καταφέρνει κάτι ύπουλα: Ποιος ~ έκανε τέτοια ζημιά; Πβ. καπάτσος. 3. (σπάν.) που έχει νοθευτεί: ~η: μουσική. Πβ. μπασταρδεμένος. ● Υποκ.: μπασταρδάκι (το) [< μεσν. μπάσταρδος]
32595μπαστούνι[μπαστοῦνι] μπα-στού-νι ουσ. (ουδ.) {μπαστουν-ιού} 1. ράβδος που χρησιμοποιείται συνήθ. από ηλικιωμένους ή αρρώστους ως βοήθημα στη βάδιση: μεταλλικό/ξύλινο/ορθοπεδικό ~. Λαβή ~ιού. Το λευκό πτυσσόμενο ~ των τυφλών. Βλ. πατερίτσα.|| Αντικλεπτικό ~ αυτοκινήτου. ΣΥΝ. βακτηρία, μαγκούρα 2. ΑΘΛ. εξάρτημα αγωνισμάτων με ανάλογο σχήμα: το ~ του γκολφ/πόλο/σκι/σόφτμπολ/χόκεϊ.|| ~ ορειβασίας. Πβ. μπατόν. 3. μία από τις τέσσερις κατηγορίες χαρτιών στην τράπουλα με διακριτικό σύμβολο την αιχμή ακοντίου και ειδικότ. το ίδιο το σύμβολο: άσος/βαλές/επτά/ντάμα/ρήγας ~. Βλ. καρό, κούπα, σπαθί. ΣΥΝ. πίκα (3) 4. ΝΑΥΤ. προεξέχον δοκάρι στην πλώρη ιστιοφόρου πλοίου. Βλ. -ούνι. ΣΥΝ. πρόβολος (2) ● Υποκ.: μπαστουνάκι (το) 1. μικρό μπαστούνι. 2. (κυρ. για τρόφιμα) μικρό και λεπτό κομμάτι που μοιάζει με μπαστούνι: ~ βανίλια(ς)/κανέλας. Πατάτες/πιπεριές κομμένες σε ~ια ή ροδέλες.|| (ΖΑΧΑΡ.) Αλμυρά ~ια. ~ια πορτοκαλιού/σοκολάτας. Βλ. μπατόν-σαλέ. ● Μεγεθ.: μπαστούνα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: σαν να έχει καταπιεί μπαστούνι (συνήθ. ειρων.): για όρθια, ίσια στάση του κορμού: Κάθεται/στέκεται ~ ~ (= άκαμπτος ή αυστηρός)., τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια βλ. βρίσκω, φάντης μπαστούνι βλ. φάντης [< ιταλ. bastone]
32596μπαστουνιάμπα-στου-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): χτύπημα με μπαστούνι: Του έδωσε/έφαγε μια γερή ~ στο κεφάλι.
32597μπαστουνόβλαχοςμπα-στου-νό-βλα-χος ουσ. (αρσ.) (προφ.): για άνδρα άξεστο, αγροίκο ή/και κακόγουστο.
32598μπατακτσήςβλ. μπαταχτσής
32599μπατανίαμπα-τα-νί-α ουσ. (θηλ.) & πατανία (λαϊκό-παλαιότ.): μάλλινη κουβέρτα. Βλ. βελέντζα. [< τουρκ. battaniye]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.