| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32615 | μπατίρης | μπα-τί-ρης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πρόσωπο που δεν έχει καθόλου χρήματα, φτωχός. Πβ. αδέκαρος, απένταρος, άφραγκος. ● Υποκ.: μπατιράκι (το) | |
| 32616 | μπατίστα | βλ. βατίστα | |
| 32617 | μπάτλερ | μπάτ-λερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ο πρώτος στην ιεραρχία υπηρέτης και οικονόμος. Πβ. αρχιθαλαμηπόλος. [< αγγλ. butler] | |
| 32618 | μπατόν | μπα-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μπαστούνι: ~ για ορειβασία/σκι. Βλ. μπαγκέτα. [< γαλλ. bâton] | |
| 32620 | μπατόν-σαλέ | μπα-τόν σα-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. αλμυρό κουλουράκι, συνήθ. με μακρόστενο σχήμα σαν μπαστούνι. [< γαλλ. bâton salé] | |
| 32619 | μπατονέτα | μπα-το-νέ-τα ουσ. (θηλ.): μικρό, πολύ λεπτό, πλαστικό ραβδάκι με βαμβάκι στις δύο άκρες του, για το καθάρισμα των αυτιών. Βλ. -έτα. [< γαλλ. bâtonnet] | |
| 32621 | μπάτσα & μπατσιά | (η) βλ. μπάτσος1 | |
| 32622 | μπατσαρία | μπα-τσα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (αργκό-περιληπτ.): αστυνομία ή σύνολο αστυνομικών, συνήθ. συγκεντρωμένων σε μπλόκο. | |
| 32623 | μπατσικό | μπα-τσι-κό ουσ. (ουδ.) (αργκό): αυτοκίνητο της Άμεσης Δράσης, της Αστυνομίας. | |
| 32624 | μπάτσος1 | μπά-τσος ουσ. (αρσ.) & μπάτσα/μπατσιά (η) & μπάτσο (το) (προφ.) 1. χαστούκι: Του έδωσε ένα δυνατό ~ο. Έφαγε έναν ~ο! ΣΥΝ. σκαμπίλι (1), φούσκος 2. (μτφ.) προσβολή. ● Υποκ.: μπατσάκι (το) ● ΦΡ.: του κλότσου και του μπάτσου βλ. κλότσος [< μεσν. μπάτσος, βλάχικο baţă] | |
| 32625 | μπάτσος2 | μπά-τσος ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. μπατσίνα} (αργκό-μειωτ.): αστυνομικός. ΣΥΝ. μπασκίνας [< τουρκ. baç] | |
| 32626 | μπάφα | μπά-φα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΙΧΘΥΟΛ. κέφαλος θηλυκού γένους. Βλ. αβγοτάραχο. | |
| 32627 | μπαφιάζω | μπα-φιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μπάφια-σα, -σει, -σμένος} (προφ.) 1. κουράζομαι, αγανακτώ, δυσανασχετώ: ~σα από την πολλή δουλειά. ~σμένος από την κατάσταση/κίνηση στους δρόμους. Πβ. απαυδώ, ζαβλακώνω, μπουχτίζω. 2. αισθάνομαι δυσφορία από τον καπνό: ~σα από τα τσιγάρα. [< ιταλ. διαλεκτ. baf(a) + -ιάζω]] | |
| 32628 | μπάφλα | μπά-φλα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή σε μεγάφωνο ή μικρόφωνο που εμποδίζει τις ηχητικές παρεμβολές διαφορετικών συχνοτήτων. [< αγγλ. baffle] | |
| 32629 | μπάφος | μπά-φος ουσ. (αρσ.) (αργκό): τσιγάρο που περιέχει χασίς ή μαριχουάνα, τσιγαριλίκι. | |
| 32630 | μπαχαλάκιας | μπα-χα-λά-κιας ουσ. (αρσ.) {μπαχαλάκηδες, κυρ. στον πληθ.} & μπάχαλος & μπαχαλάκης (αργκό): πρόσωπο ή διαδηλωτής που προξενεί μπάχαλο, μεγάλη αναστάτωση και ζημιές. Βλ. κουκουλοφόρος, χούλιγκαν. | |
| 32631 | μπάχαλο | μπά-χα-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μεγάλη αταξία, αναστάτωση, σύγχυση: ~ με τα πλοία και τα λιμάνια/στα νοσοκομεία. Το απόλυτο ~. Τα κάνω ~ (= άνω-κάτω). 'Εγινε/δημιουργήθηκε/προκλήθηκε ~. Επικρατεί/κυριαρχεί ~. Μα τι ~ είναι αυτό; Η ζωή του είναι ένα μεγάλο ~. Μέσα στο (γενικευμένο) ~, ξέχασα να ... Δεν μπορώ να βλέπω όλα αυτά τα ~α. (ως παραθετικό σύνθ.) Κράτος-~. Πβ. αχούρι, κωλοχανείο, μπουρδέλο, στάβλος, τουρλουμπούκι, χάος. | |
| 32632 | μπαχάρι | μπα-χά-ρι ουσ. (ουδ.) {μπαχαρ-ιού} ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. 1. ονομασία των αποξηραμένων καρπών τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Pimenta dioica), που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα: τριμμένο ~. 2. (γενικότ.-συνήθ. στον πληθ.) κάθε είδους μπαχαρικό: Τα ~ια νοστιμίζουν το φαγητό. [< τουρκ. bahar] | |
| 32633 | μπαχαρικά | μπα-χα-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μπαχαρικό}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γενική ονομασία φυτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα για ενίσχυση της γεύσης ή και του αρώματος φαγητών, γλυκών ή ποτών. Πβ. μπαχάρι, μυρωδικό. Βλ. γαρίφαλο, καγιέν, κανέλα, κάρι, κύμινο, μοσχοκάρυδο, πιπέρι. | |
| 32634 | μπαχατέλα | βλ. μπακατέλα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ