Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33280-33300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32615μπατίρηςμπα-τί-ρης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πρόσωπο που δεν έχει καθόλου χρήματα, φτωχός. Πβ. αδέκαρος, απένταρος, άφραγκος. ● Υποκ.: μπατιράκι (το)
32616μπατίσταβλ. βατίστα
32617μπάτλερμπάτ-λερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ο πρώτος στην ιεραρχία υπηρέτης και οικονόμος. Πβ. αρχιθαλαμηπόλος. [< αγγλ. butler]
32618μπατόνμπα-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μπαστούνι: ~ για ορειβασία/σκι. Βλ. μπαγκέτα. [< γαλλ. bâton]
32620μπατόν-σαλέμπα-τόν σα-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. αλμυρό κουλουράκι, συνήθ. με μακρόστενο σχήμα σαν μπαστούνι. [< γαλλ. bâton salé]
32619μπατονέταμπα-το-νέ-τα ουσ. (θηλ.): μικρό, πολύ λεπτό, πλαστικό ραβδάκι με βαμβάκι στις δύο άκρες του, για το καθάρισμα των αυτιών. Βλ. -έτα. [< γαλλ. bâtonnet]
32621μπάτσα & μπατσιά(η) βλ. μπάτσος1
32622μπατσαρίαμπα-τσα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (αργκό-περιληπτ.): αστυνομία ή σύνολο αστυνομικών, συνήθ. συγκεντρωμένων σε μπλόκο.
32623μπατσικόμπα-τσι-κό ουσ. (ουδ.) (αργκό): αυτοκίνητο της Άμεσης Δράσης, της Αστυνομίας.
32624μπάτσος1μπά-τσος ουσ. (αρσ.) & μπάτσα/μπατσιά (η) & μπάτσο (το) (προφ.) 1. χαστούκι: Του έδωσε ένα δυνατό ~ο. Έφαγε έναν ~ο! ΣΥΝ. σκαμπίλι (1), φούσκος 2. (μτφ.) προσβολή. ● Υποκ.: μπατσάκι (το) ● ΦΡ.: του κλότσου και του μπάτσου βλ. κλότσος [< μεσν. μπάτσος, βλάχικο baţă]
32625μπάτσος2μπά-τσος ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. μπατσίνα} (αργκό-μειωτ.): αστυνομικός. ΣΥΝ. μπασκίνας [< τουρκ. baç]
32626μπάφαμπά-φα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΙΧΘΥΟΛ. κέφαλος θηλυκού γένους. Βλ. αβγοτάραχο.
32627μπαφιάζωμπα-φιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μπάφια-σα, -σει, -σμένος} (προφ.) 1. κουράζομαι, αγανακτώ, δυσανασχετώ: ~σα από την πολλή δουλειά. ~σμένος από την κατάσταση/κίνηση στους δρόμους. Πβ. απαυδώ, ζαβλακώνω, μπουχτίζω. 2. αισθάνομαι δυσφορία από τον καπνό: ~σα από τα τσιγάρα. [< ιταλ. διαλεκτ. baf(a) + -ιάζω]]
32628μπάφλαμπά-φλα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή σε μεγάφωνο ή μικρόφωνο που εμποδίζει τις ηχητικές παρεμβολές διαφορετικών συχνοτήτων. [< αγγλ. baffle]
32629μπάφοςμπά-φος ουσ. (αρσ.) (αργκό): τσιγάρο που περιέχει χασίς ή μαριχουάνα, τσιγαριλίκι.
32630μπαχαλάκιαςμπα-χα-λά-κιας ουσ. (αρσ.) {μπαχαλάκηδες, κυρ. στον πληθ.} & μπάχαλος & μπαχαλάκης (αργκό): πρόσωπο ή διαδηλωτής που προξενεί μπάχαλο, μεγάλη αναστάτωση και ζημιές. Βλ. κουκουλοφόρος, χούλιγκαν.
32631μπάχαλομπά-χα-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μεγάλη αταξία, αναστάτωση, σύγχυση: ~ με τα πλοία και τα λιμάνια/στα νοσοκομεία. Το απόλυτο ~. Τα κάνω ~ (= άνω-κάτω). 'Εγινε/δημιουργήθηκε/προκλήθηκε ~. Επικρατεί/κυριαρχεί ~. Μα τι ~ είναι αυτό; Η ζωή του είναι ένα μεγάλο ~. Μέσα στο (γενικευμένο) ~, ξέχασα να ... Δεν μπορώ να βλέπω όλα αυτά τα ~α. (ως παραθετικό σύνθ.) Κράτος-~. Πβ. αχούρι, κωλοχανείο, μπουρδέλο, στάβλος, τουρλουμπούκι, χάος.
32632μπαχάριμπα-χά-ρι ουσ. (ουδ.) {μπαχαρ-ιού} ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. 1. ονομασία των αποξηραμένων καρπών τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Pimenta dioica), που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα: τριμμένο ~. 2. (γενικότ.-συνήθ. στον πληθ.) κάθε είδους μπαχαρικό: Τα ~ια νοστιμίζουν το φαγητό. [< τουρκ. bahar]
32633μπαχαρικάμπα-χα-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μπαχαρικό}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γενική ονομασία φυτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα για ενίσχυση της γεύσης ή και του αρώματος φαγητών, γλυκών ή ποτών. Πβ. μπαχάρι, μυρωδικό. Βλ. γαρίφαλο, καγιέν, κανέλα, κάρι, κύμινο, μοσχοκάρυδο, πιπέρι.
32634μπαχατέλαβλ. μπακατέλα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.