| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32600 | μπατανόβουρτσα | μπα-τα-νό-βουρ-τσα ουσ. (θηλ.) & μπαντανόβουρτσα (λαϊκό): βούρτσα στερεωμένη σε μακρύ κοντάρι για βάψιμο ή άσπρισμα ψηλών σημείων. Πβ. ταβανόβουρτσα. | |
| 32601 | μπαταξής | βλ. μπαταχτσής | |
| 32602 | μπαταρία | μπα-τα-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. ηλεκτρική στήλη ή στοιχείο ή συστοιχία συσσωρευτών ηλεκτρικής ενέργειας που λειτουργεί ως φορητή πηγή ενέργειας: άδεια/αλκαλική/απλή/αποσπώμενη/ενσωματωμένη/επαναφορτιζόμενη/εφεδρική/ηλιακή/κοινή/ξηρή/πεσμένη/υγρή ~. ~ ανάγκης/αυτοκινήτου/βηματοδότη/κινητού τηλεφώνου/ρολογιού/φορητού υπολογιστή. ~ ιόντων/λιθίου/μολύβδου/νικελίου-καδμίου. Απόδοση/διάρκεια ζωής/εξοικονόμηση/ισχύς/τάση/τροφοδοσία/φόρτιση ~ας. Ένδειξη χαμηλής ~ας. Αποσυνδέω/αφαιρώ/τοποθετώ τη(ν) ~. Συσκευή που λειτουργεί με ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. τμήμα βρύσης για την ανάμειξη ζεστού και κρύου νερού σε νεροχύτες, νιπτήρες, μπανιέρες: χρωμέ ~ κουζίνας/μπάνιου. 3. ΜΟΥΣ. (σπάν.-παλαιότ.) σύνολο μη μελωδικών κρουστών οργάνων που παίζονται από έναν εκτελεστή σε μπάντα. Βλ. ντραμς. ● Υποκ.: μπαταριούλα (η) ● ΦΡ.: γεμίζω/φορτίζω τις μπαταρίες (μου) (μτφ.-προφ.): αναζωογονούμαι, ξεκουράζομαι και αποκτώ νέες δυνάμεις: Δυο βδομάδες διακοπών είναι ό,τι πρέπει για να ~σουν οι ~ μας. Ελπίζω να γέμισαν οι ~ σου και να γύρισες ανανεωμένη! [< βεν. bataria, γαλλ. batterie] | |
| 32603 | μπατάρω | μπα-τά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μπάταρ-α κ. -ισα, -ισμένος} (λαϊκό) 1. (για πλοίο) γέρνω προς τη μια πλευρά, αναποδογυρίζομαι ή αναποδογυρίζω: Το καράβι κινδυνεύει να ~ει και να βυθιστεί. Ο αέρας ~ε τη βάρκα. Πβ. βουλιάζω, τουμπάρω. 2. (μτφ.) αλλάζω, ανατρέπομαι: Ο καιρός ~ισε. Το παιχνίδι ~ε στο τελευταίο λεπτό και η ομάδα μας έχασε. [< τουρκ. batar] | |
| 32604 | μπαταχτσής | μπα-τα-χτσής ουσ. (αρσ.) & μπατακτσής & μπαταξής (λαϊκό): κακοπληρωτής και (ιδ.-κατ' επέκτ.) απατεώνας. Πβ. αναξιόχρεος. [< τουρκ. batakçι] | |
| 32605 | μπάτερ | μπά-τερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (κυρ. στο μπέιζμπολ και το κρίκετ) παίκτης που προσπαθεί να χτυπήσει με το μπαστούνι του την μπάλα που πετά ο πίτσερ· η αντίστοιχη θέση στο γήπεδο. Βλ. κάτσερ, πίτσερ. ΣΥΝ. ροπαλοφόρος (2) [< αγγλ. batter] | |
| 32606 | μπατζάκι | μπα-τζά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.): καθένα από τα δύο μέρη του παντελονιού που καλύπτουν τα πόδια: Δίπλωσε/μάζεψε/σήκωσε τα ~ια του, για να μη βραχούν. Κονταίνω τα ~ια. Βλ. ρεβέρ.|| (μτφ.) Κρέμεται από τα ~ια του πατέρα του (: είναι εξαρτημένος από αυτόν). ● ΦΡ.: τρέχουν/ξεχειλίζουν από τα μπατζάκια μου/σου/του: (συνήθ. για χρήματα) για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι πολύ πλούσιος: Δεν έχει ανάγκη αυτός, ~ ~ του τα λεφτά., φωτιά στα μπατζάκια μου/σου/του: ως έκφραση ανησυχίας ή προειδοποίηση για κίνδυνο: Αν μας πιάσουν επ' αυτοφώρω, ~ ~ μας! Το νέο κύμα αυξήσεων βάζει ~ ~ του καταναλωτή. [< τουρκ. bacak] | |
| 32607 | μπατζανάκης | μπα-τζα-νά-κης ουσ. (αρσ.) {μπατζανάκηδες κ. μπατζανάκια (τα)} (προφ.): καθένας από τους συζύγους δύο αδελφών. Βλ. συννυφάδα. ΣΥΝ. σύγγαμπρος [< τουρκ. bacanak] | |
| 32608 | μπάτζετ | μπά-τζετ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): προϋπολογισμός: αυξημένο/μειωμένο/μεταγραφικό/χαμηλό ~. ~ ομάδας. Ταινία υψηλού ~. [< αγγλ. budget] | |
| 32609 | μπάτζος | μπά-τζος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. παραδοσιακό λευκό τυρί άλμης της Δυτικής Μακεδονίας σε ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο σχήμα, μερικώς αποβουτυρωμένο από αιγοπρόβειο ή/και αγελαδινό γάλα. Βλ. ΠΟΠ. [< σλαβ. bačija ‘τυροκομείο’] | |
| 32610 | μπάτης | μπά-της ουσ. (αρσ.): ελαφρύς και δροσερός θαλασσινός άνεμος. | |
| 32611 | μπατίκ | μπα-τίκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τεχνική βαφής και αποτύπωσης διακοσμητικών στοιχείων πάνω σε ύφασμα με κερί, το οποίο αφαιρείται στη συνέχεια με νερό· συνεκδ. το αντίστοιχο ύφασμα. [< γαλλ. batik] | |
| 32612 | μπατίκι | μπα-τί-κι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ποικιλία σταφυλιού με λευκό χρώμα και το κρασί που παράγεται από αυτό. | |
| 32613 | μπατικός | , ή, ό μπα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΔ. που έχει μήκος όσο το πάχος του τοίχου: ~ός: λίθος. ΑΝΤ. δρομικός (1) ● Ουσ.: μπατικό (το): τρόπος χτισίματος, ώστε η πέτρα και το τούβλο να πιάνουν όλο το πάχος του τοίχου. [< μτγν. ἐμβατικός ΄τετράγωνος΄] | |
| 32614 | μπατιλίκια | βλ. παντιλίκια | |
| 32615 | μπατίρης | μπα-τί-ρης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): πρόσωπο που δεν έχει καθόλου χρήματα, φτωχός. Πβ. αδέκαρος, απένταρος, άφραγκος. ● Υποκ.: μπατιράκι (το) | |
| 32616 | μπατίστα | βλ. βατίστα | |
| 32617 | μπάτλερ | μπάτ-λερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ο πρώτος στην ιεραρχία υπηρέτης και οικονόμος. Πβ. αρχιθαλαμηπόλος. [< αγγλ. butler] | |
| 32618 | μπατόν | μπα-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μπαστούνι: ~ για ορειβασία/σκι. Βλ. μπαγκέτα. [< γαλλ. bâton] | |
| 32620 | μπατόν-σαλέ | μπα-τόν σα-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. αλμυρό κουλουράκι, συνήθ. με μακρόστενο σχήμα σαν μπαστούνι. [< γαλλ. bâton salé] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ