Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33300-33320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32635μπαχτσέςβλ. μπαξές
32636μπαχτσίσιβλ. μπαξίσι
32637μπεεπιφών. {άκλ.} (συνήθ. μπεε(ε)!): βέλασμα προβάτου. [< λ. ηχομιμητ.]
32638ΜΠΕ(το) 1. Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Ενοποιήθηκε με το ΑΠΕ. 2. Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Ειδίκευσης.
32639μπεγλέριμπε-γλέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κορδόνι, συνήθ. δερμάτινο, που έχει σε κάθε του άκρη στερεωμένη μια μεγάλη χάντρα. 2. κομπολόι. [< τουρκ. beğler]
32640μπεζεπίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει χρώμα πολύ ανοιχτό καφέ. Πβ. εκρού, ιβουάρ, κρεμ.|| (ως ουσ.) Το ~ της άμμου. ● Υποκ.: μπεζάκι (το) [< γαλλ. beige]
32641μπεζαχτάςμπε-ζα-χτάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): συρτάρι για τη φύλαξη χρημάτων καταστήματος· κατ' επέκτ. ταμείο, χρηματοκιβώτιο ή μεγάλο χρηματικό ποσό: Άδειασε ο ~. [< τουρκ. bezahta]
32642μπεζεβέγκηςβλ. πεζεβέγκης
32643μπεζέςμπε-ζές ουσ. (αρσ.) {κυρ. στον πληθ.}: ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα από ασπράδια αβγών χτυπημένα με ζάχαρη, που ψήνεται στο φούρνο: ~έδες με σοκολάτα. Βλ. -ές. ● Υποκ.: μπεζεδάκι (το) [< γαλλ. baiser]
32644μπέηςμπέ-ης ουσ. (αρσ.) {μπέηδες} 1. ΙΣΤ. τοπικός διοικητής πόλης κατά την Τουρκοκρατία· τίτλος ανώτερου πολιτικού και στρατιωτικού αξιωματούχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 2. (σπάν.-μτφ.) για απόλυτο, αυταρχικό άνθρωπο που του αρέσουν οι ανέσεις και η καλοπέραση. Βλ. αγάς, πασάς. [< μεσν. μπέης < τουρκ. bey]
32645μπειβλ. μπαίνω
32646μπέιζμπολμπέ-ιζ-μπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αμερικανικό ομαδικό παιχνίδι που παίζεται από δύο ομάδες εννέα παικτών, οι οποίοι προσπαθούν με ξύλινα ρόπαλα να στείλουν μια δερμάτινη μπάλα σε συγκεκριμένα σημεία του γηπέδου. Βλ. κρίκετ, ράγκμπι, σόφτμπολ. [< αμερικ. baseball, 1845, γαλλ. base-ball, 1889]
32647μπεϊζμπολίσταςμπε-ϊζ-μπο-λί-στας ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. παίκτης του μπέιζμπολ. Βλ. -ίστας.
32648μπέικιν πάουντερμπέ-ι-κιν πά-ου-ντερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τεχνητή μαγιά σε σκόνη που αποτελείται από μαγειρική σόδα και όξινα άλατα και χρησιμοποιείται ως διογκωτική ύλη στην αρτοποιία και τη ζαχαροπλαστική: ~ στη ζύμη. ~ για να φουσκώνει το κέικ. [< αγγλ. baking powder]
32649μπέικονμπέ-ι-κον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος αλλαντικού, αλίπαστο και καπνιστό κομμάτι από τα κοιλιακά τοιχώματα ή τις πλευρές του χοίρου: ~ τηγανισμένο. Αβγά/σάλτσα με ~. Ψιλοκομμένες λωρίδες/φέτες ~. Πβ. πανσέτα. Βλ. κοτο~. [< αγγλ. bacon]
32650μπέιμπι λίνομπέ-ι-μπι λί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πάνα. [< ελλην. εμπορ. ονομασ. baby-lino & Babylino, 1972]]
32651μπέιμπι ντολμπέ-ι-μπι ντολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κοντό, ριχτό γυναικείο νυχτικό ή σετ τοπ με σορτσάκι ή κιλοτάκι για τον ύπνο: διάφανο ~. Βλ. νεγκλιζέ. [< αγγλ. baby-doll (nightdress/pyjamas), 1954]
32652μπέιμπι σίτερμπέ-ι-μπι σί-τερ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μπεϊμπισίτερ: πρόσωπο, συνήθ. γυναίκα, που πληρώνεται για να φροντίζει ένα παιδί, κυρ. όταν λείπουν οι γονείς του από το σπίτι. Πβ. γκουβερνάντα, νταντά. [< αγγλ. babysitter, 1937, γαλλ. ~, 1953]
32653μπέιμπι φέιςμπέ-ι-μπι φέ-ις επίθ./ουσ. (το): (για κάποιον) που έχει παιδικό πρόσωπο. Βλ. όψη, φυσιογνωμία. [< αγγλ. baby face]
32654μπεκουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. γενική ονομασία εξαρτήματος που προσαρμόζεται στην άκρη κάποιων συσκευών για να ρυθμίζει τη ροή και διάχυση αερίου ή ρευστού μέσα και από αυτές: καθαριστικό/περιστρεφόμενο/ρυθμιζόμενο ~. ~ κήπου/σκούπας. Τούρμπο ~.|| ~ νερού πλύσης υαλοκαθαριστήτων (= πιτσιλιστήρια). Πβ. ακροφύσιο, εγχυτήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: μπεκ ψεκασμού βλ. ψεκασμός [< γαλλ. bec]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.