Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33300-33320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32619μπατονέταμπα-το-νέ-τα ουσ. (θηλ.): μικρό, πολύ λεπτό, πλαστικό ραβδάκι με βαμβάκι στις δύο άκρες του, για το καθάρισμα των αυτιών. Βλ. -έτα. [< γαλλ. bâtonnet]
32624μπάτσα

μπά-τσος ουσ. (αρσ.) & μπάτσα/μπατσιά (η) & μπάτσο (το) (προφ.) 1. χαστούκι: Του έδωσε ένα δυνατό ~ο. Έφαγε έναν ~ο! ΣΥΝ. σκαμπίλι (1), φούσκος 2. (μτφ.) προσβολή. ● Υποκ.: μπατσάκι (το) ● ΦΡ.: του κλότσου και του μπάτσου βλ. κλότσος [< μεσν. μπάτσος, βλάχικο baţă]

32621μπάτσα & μπατσιά(η) βλ. μπάτσος1
32622μπατσαρίαμπα-τσα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (αργκό-περιληπτ.): αστυνομία ή σύνολο αστυνομικών, συνήθ. συγκεντρωμένων σε μπλόκο.
32623μπατσικόμπα-τσι-κό ουσ. (ουδ.) (αργκό): αυτοκίνητο της Άμεσης Δράσης, της Αστυνομίας.
32625μπάτσος2μπά-τσος ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. μπατσίνα} (αργκό-μειωτ.): αστυνομικός. ΣΥΝ. μπασκίνας [< τουρκ. baç]
32626μπάφαμπά-φα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΙΧΘΥΟΛ. κέφαλος θηλυκού γένους. Βλ. αβγοτάραχο.
32627μπαφιάζωμπα-φιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μπάφια-σα, -σει, -σμένος} (προφ.) 1. κουράζομαι, αγανακτώ, δυσανασχετώ: ~σα από την πολλή δουλειά. ~σμένος από την κατάσταση/κίνηση στους δρόμους. Πβ. απαυδώ, ζαβλακώνω, μπουχτίζω. 2. αισθάνομαι δυσφορία από τον καπνό: ~σα από τα τσιγάρα. [< ιταλ. διαλεκτ. baf(a) + -ιάζω]]
32628μπάφλαμπά-φλα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή σε μεγάφωνο ή μικρόφωνο που εμποδίζει τις ηχητικές παρεμβολές διαφορετικών συχνοτήτων. [< αγγλ. baffle]
32629μπάφοςμπά-φος ουσ. (αρσ.) (αργκό): τσιγάρο που περιέχει χασίς ή μαριχουάνα, τσιγαριλίκι.
32630μπαχαλάκιαςμπα-χα-λά-κιας ουσ. (αρσ.) {μπαχαλάκηδες, κυρ. στον πληθ.} & μπάχαλος & μπαχαλάκης (αργκό): πρόσωπο ή διαδηλωτής που προξενεί μπάχαλο, μεγάλη αναστάτωση και ζημιές. Βλ. κουκουλοφόρος, χούλιγκαν.
32631μπάχαλομπά-χα-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μεγάλη αταξία, αναστάτωση, σύγχυση: ~ με τα πλοία και τα λιμάνια/στα νοσοκομεία. Το απόλυτο ~. Τα κάνω ~ (= άνω-κάτω). 'Εγινε/δημιουργήθηκε/προκλήθηκε ~. Επικρατεί/κυριαρχεί ~. Μα τι ~ είναι αυτό; Η ζωή του είναι ένα μεγάλο ~. Μέσα στο (γενικευμένο) ~, ξέχασα να ... Δεν μπορώ να βλέπω όλα αυτά τα ~α. (ως παραθετικό σύνθ.) Κράτος-~. Πβ. αχούρι, κωλοχανείο, μπουρδέλο, στάβλος, τουρλουμπούκι, χάος.
32632μπαχάριμπα-χά-ρι ουσ. (ουδ.) {μπαχαρ-ιού} ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. 1. ονομασία των αποξηραμένων καρπών τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Pimenta dioica), που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα: τριμμένο ~. 2. (γενικότ.-συνήθ. στον πληθ.) κάθε είδους μπαχαρικό: Τα ~ια νοστιμίζουν το φαγητό. [< τουρκ. bahar]
32633μπαχαρικάμπα-χα-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μπαχαρικό}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γενική ονομασία φυτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα για ενίσχυση της γεύσης ή και του αρώματος φαγητών, γλυκών ή ποτών. Πβ. μπαχάρι, μυρωδικό. Βλ. γαρίφαλο, καγιέν, κανέλα, κάρι, κύμινο, μοσχοκάρυδο, πιπέρι.
32634μπαχατέλαβλ. μπακατέλα
32635μπαχτσέςβλ. μπαξές
32636μπαχτσίσιβλ. μπαξίσι
32637μπεεπιφών. {άκλ.} (συνήθ. μπεε(ε)!): βέλασμα προβάτου. [< λ. ηχομιμητ.]
32638ΜΠΕ(το) 1. Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Ενοποιήθηκε με το ΑΠΕ. 2. Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Ειδίκευσης.
32639μπεγλέριμπε-γλέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κορδόνι, συνήθ. δερμάτινο, που έχει σε κάθε του άκρη στερεωμένη μια μεγάλη χάντρα. 2. κομπολόι. [< τουρκ. beğler]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.