| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 32619 | μπατονέτα | μπα-το-νέ-τα ουσ. (θηλ.): μικρό, πολύ λεπτό, πλαστικό ραβδάκι με βαμβάκι στις δύο άκρες του, για το καθάρισμα των αυτιών. Βλ. -έτα. [< γαλλ. bâtonnet] | |
| 32624 | μπάτσα | μπά-τσος ουσ. (αρσ.) & μπάτσα/μπατσιά (η) & μπάτσο (το) (προφ.) 1. χαστούκι: Του έδωσε ένα δυνατό ~ο. Έφαγε έναν ~ο! ΣΥΝ. σκαμπίλι (1), φούσκος 2. (μτφ.) προσβολή. ● Υποκ.: μπατσάκι (το) ● ΦΡ.: του κλότσου και του μπάτσου βλ. κλότσος [< μεσν. μπάτσος, βλάχικο baţă] | |
| 32621 | μπάτσα & μπατσιά | (η) βλ. μπάτσος1 | |
| 32622 | μπατσαρία | μπα-τσα-ρί-α ουσ. (θηλ.) (αργκό-περιληπτ.): αστυνομία ή σύνολο αστυνομικών, συνήθ. συγκεντρωμένων σε μπλόκο. | |
| 32623 | μπατσικό | μπα-τσι-κό ουσ. (ουδ.) (αργκό): αυτοκίνητο της Άμεσης Δράσης, της Αστυνομίας. | |
| 32625 | μπάτσος2 | μπά-τσος ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. μπατσίνα} (αργκό-μειωτ.): αστυνομικός. ΣΥΝ. μπασκίνας [< τουρκ. baç] | |
| 32626 | μπάφα | μπά-φα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ΙΧΘΥΟΛ. κέφαλος θηλυκού γένους. Βλ. αβγοτάραχο. | |
| 32627 | μπαφιάζω | μπα-φιά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {μπάφια-σα, -σει, -σμένος} (προφ.) 1. κουράζομαι, αγανακτώ, δυσανασχετώ: ~σα από την πολλή δουλειά. ~σμένος από την κατάσταση/κίνηση στους δρόμους. Πβ. απαυδώ, ζαβλακώνω, μπουχτίζω. 2. αισθάνομαι δυσφορία από τον καπνό: ~σα από τα τσιγάρα. [< ιταλ. διαλεκτ. baf(a) + -ιάζω]] | |
| 32628 | μπάφλα | μπά-φλα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή σε μεγάφωνο ή μικρόφωνο που εμποδίζει τις ηχητικές παρεμβολές διαφορετικών συχνοτήτων. [< αγγλ. baffle] | |
| 32629 | μπάφος | μπά-φος ουσ. (αρσ.) (αργκό): τσιγάρο που περιέχει χασίς ή μαριχουάνα, τσιγαριλίκι. | |
| 32630 | μπαχαλάκιας | μπα-χα-λά-κιας ουσ. (αρσ.) {μπαχαλάκηδες, κυρ. στον πληθ.} & μπάχαλος & μπαχαλάκης (αργκό): πρόσωπο ή διαδηλωτής που προξενεί μπάχαλο, μεγάλη αναστάτωση και ζημιές. Βλ. κουκουλοφόρος, χούλιγκαν. | |
| 32631 | μπάχαλο | μπά-χα-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μεγάλη αταξία, αναστάτωση, σύγχυση: ~ με τα πλοία και τα λιμάνια/στα νοσοκομεία. Το απόλυτο ~. Τα κάνω ~ (= άνω-κάτω). 'Εγινε/δημιουργήθηκε/προκλήθηκε ~. Επικρατεί/κυριαρχεί ~. Μα τι ~ είναι αυτό; Η ζωή του είναι ένα μεγάλο ~. Μέσα στο (γενικευμένο) ~, ξέχασα να ... Δεν μπορώ να βλέπω όλα αυτά τα ~α. (ως παραθετικό σύνθ.) Κράτος-~. Πβ. αχούρι, κωλοχανείο, μπουρδέλο, στάβλος, τουρλουμπούκι, χάος. | |
| 32632 | μπαχάρι | μπα-χά-ρι ουσ. (ουδ.) {μπαχαρ-ιού} ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. 1. ονομασία των αποξηραμένων καρπών τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Pimenta dioica), που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα: τριμμένο ~. 2. (γενικότ.-συνήθ. στον πληθ.) κάθε είδους μπαχαρικό: Τα ~ια νοστιμίζουν το φαγητό. [< τουρκ. bahar] | |
| 32633 | μπαχαρικά | μπα-χα-ρι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. μπαχαρικό}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. γενική ονομασία φυτικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται ως καρύκευμα για ενίσχυση της γεύσης ή και του αρώματος φαγητών, γλυκών ή ποτών. Πβ. μπαχάρι, μυρωδικό. Βλ. γαρίφαλο, καγιέν, κανέλα, κάρι, κύμινο, μοσχοκάρυδο, πιπέρι. | |
| 32634 | μπαχατέλα | βλ. μπακατέλα | |
| 32635 | μπαχτσές | βλ. μπαξές | |
| 32636 | μπαχτσίσι | βλ. μπαξίσι | |
| 32637 | μπε | επιφών. {άκλ.} (συνήθ. μπεε(ε)!): βέλασμα προβάτου. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 32638 | ΜΠΕ | (το) 1. Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Ενοποιήθηκε με το ΑΠΕ. 2. Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Ειδίκευσης. | |
| 32639 | μπεγλέρι | μπε-γλέ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. κορδόνι, συνήθ. δερμάτινο, που έχει σε κάθε του άκρη στερεωμένη μια μεγάλη χάντρα. 2. κομπολόι. [< τουρκ. beğler] | |