| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32640 | μπεζ | επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει χρώμα πολύ ανοιχτό καφέ. Πβ. εκρού, ιβουάρ, κρεμ.|| (ως ουσ.) Το ~ της άμμου. ● Υποκ.: μπεζάκι (το) [< γαλλ. beige] | |
| 32641 | μπεζαχτάς | μπε-ζα-χτάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): συρτάρι για τη φύλαξη χρημάτων καταστήματος· κατ' επέκτ. ταμείο, χρηματοκιβώτιο ή μεγάλο χρηματικό ποσό: Άδειασε ο ~. [< τουρκ. bezahta] | |
| 32642 | μπεζεβέγκης | βλ. πεζεβέγκης | |
| 32643 | μπεζές | μπε-ζές ουσ. (αρσ.) {κυρ. στον πληθ.}: ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα από ασπράδια αβγών χτυπημένα με ζάχαρη, που ψήνεται στο φούρνο: ~έδες με σοκολάτα. Βλ. -ές. ● Υποκ.: μπεζεδάκι (το) [< γαλλ. baiser] | |
| 32644 | μπέης | μπέ-ης ουσ. (αρσ.) {μπέηδες} 1. ΙΣΤ. τοπικός διοικητής πόλης κατά την Τουρκοκρατία· τίτλος ανώτερου πολιτικού και στρατιωτικού αξιωματούχου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 2. (σπάν.-μτφ.) για απόλυτο, αυταρχικό άνθρωπο που του αρέσουν οι ανέσεις και η καλοπέραση. Βλ. αγάς, πασάς. [< μεσν. μπέης < τουρκ. bey] | |
| 32645 | μπει | βλ. μπαίνω | |
| 32646 | μπέιζμπολ | μπέ-ιζ-μπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αμερικανικό ομαδικό παιχνίδι που παίζεται από δύο ομάδες εννέα παικτών, οι οποίοι προσπαθούν με ξύλινα ρόπαλα να στείλουν μια δερμάτινη μπάλα σε συγκεκριμένα σημεία του γηπέδου. Βλ. κρίκετ, ράγκμπι, σόφτμπολ. [< αμερικ. baseball, 1845, γαλλ. base-ball, 1889] | |
| 32647 | μπεϊζμπολίστας | μπε-ϊζ-μπο-λί-στας ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. παίκτης του μπέιζμπολ. Βλ. -ίστας. | |
| 32648 | μπέικιν πάουντερ | μπέ-ι-κιν πά-ου-ντερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τεχνητή μαγιά σε σκόνη που αποτελείται από μαγειρική σόδα και όξινα άλατα και χρησιμοποιείται ως διογκωτική ύλη στην αρτοποιία και τη ζαχαροπλαστική: ~ στη ζύμη. ~ για να φουσκώνει το κέικ. [< αγγλ. baking powder] | |
| 32649 | μπέικον | μπέ-ι-κον ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος αλλαντικού, αλίπαστο και καπνιστό κομμάτι από τα κοιλιακά τοιχώματα ή τις πλευρές του χοίρου: ~ τηγανισμένο. Αβγά/σάλτσα με ~. Ψιλοκομμένες λωρίδες/φέτες ~. Πβ. πανσέτα. Βλ. κοτο~. [< αγγλ. bacon] | |
| 32650 | μπέιμπι λίνο | μπέ-ι-μπι λί-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πάνα. [< ελλην. εμπορ. ονομασ. baby-lino & Babylino, 1972]] | |
| 32651 | μπέιμπι ντολ | μπέ-ι-μπι ντολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κοντό, ριχτό γυναικείο νυχτικό ή σετ τοπ με σορτσάκι ή κιλοτάκι για τον ύπνο: διάφανο ~. Βλ. νεγκλιζέ. [< αγγλ. baby-doll (nightdress/pyjamas), 1954] | |
| 32652 | μπέιμπι σίτερ | μπέ-ι-μπι σί-τερ ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & μπεϊμπισίτερ: πρόσωπο, συνήθ. γυναίκα, που πληρώνεται για να φροντίζει ένα παιδί, κυρ. όταν λείπουν οι γονείς του από το σπίτι. Πβ. γκουβερνάντα, νταντά. [< αγγλ. babysitter, 1937, γαλλ. ~, 1953] | |
| 32653 | μπέιμπι φέις | μπέ-ι-μπι φέ-ις επίθ./ουσ. (το): (για κάποιον) που έχει παιδικό πρόσωπο. Βλ. όψη, φυσιογνωμία. [< αγγλ. baby face] | |
| 32654 | μπεκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. γενική ονομασία εξαρτήματος που προσαρμόζεται στην άκρη κάποιων συσκευών για να ρυθμίζει τη ροή και διάχυση αερίου ή ρευστού μέσα και από αυτές: καθαριστικό/περιστρεφόμενο/ρυθμιζόμενο ~. ~ κήπου/σκούπας. Τούρμπο ~.|| ~ νερού πλύσης υαλοκαθαριστήτων (= πιτσιλιστήρια). Πβ. ακροφύσιο, εγχυτήρας. ● ΣΥΜΠΛ.: μπεκ ψεκασμού βλ. ψεκασμός [< γαλλ. bec] | |
| 32655 | μπεκάτσα | μπε-κά-τσα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Scolopax rusticola) με κοντά πόδια, μακρύ ράμφος, ωχροκίτρινες λωρίδες στο στήθος και την κοιλιά και μαύρες στη ράχη, το οποίο αποτελεί εκλεκτό θήραμα. ΣΥΝ. ξυλόκοτα (1) ● ΦΡ.: πάει για/βαράει/χτυπάει μπεκάτσες (προφ.): (κυρ. στο ποδόσφαιρο) για άστοχο σουτ και κλοτσιά της μπάλας πολύ μακριά ή πολύ ψηλά. [< ιταλ. beccaccia] | |
| 32656 | μπεκατσίνι | μπε-κα-τσί-νι ουσ. (ουδ.) & μπεκατσόνι: ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Gallinago gallinago), συγγενές προς την μπεκάτσα, αλλά μικρότερο σε μέγεθος, με μακρύ ίσιο ράμφος και καστανόχρωμα φτερά, που συχνάζει σε βάλτους και υγρά λιβάδια και θηρεύεται για το κρέας του. [< ιταλ. beccaccino] | |
| 32657 | μπεκερέλ | μπε-κε-ρέλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. Bq): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ενεργότητας μιας ραδιενεργής ουσίας, ίση με μια πυρηνική διάσπαση ανά δευτερόλεπτο. Βλ. κιουρί. [< γαλλ. becquerel, 1975, γαλλ. ανθρ. A. H. Becquerel] | |
| 32658 | μπεκιάρης | μπε-κιά-ρης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): εργένης. [< τουρκ. bekâr] | |
| 32659 | μπεκιέρα | μπε-κιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. (προφ.) συλλέκτης που μεταδίδει το καύσιμο με ψεκασμό σε μηχανές εσωτερικής καύσης. Βλ. -ιέρα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ