| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32655 | μπεκάτσα | μπε-κά-τσα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Scolopax rusticola) με κοντά πόδια, μακρύ ράμφος, ωχροκίτρινες λωρίδες στο στήθος και την κοιλιά και μαύρες στη ράχη, το οποίο αποτελεί εκλεκτό θήραμα. ΣΥΝ. ξυλόκοτα (1) ● ΦΡ.: πάει για/βαράει/χτυπάει μπεκάτσες (προφ.): (κυρ. στο ποδόσφαιρο) για άστοχο σουτ και κλοτσιά της μπάλας πολύ μακριά ή πολύ ψηλά. [< ιταλ. beccaccia] | |
| 32656 | μπεκατσίνι | μπε-κα-τσί-νι ουσ. (ουδ.) & μπεκατσόνι: ΟΡΝΙΘ. αποδημητικό πτηνό (επιστ. ονομασ. Gallinago gallinago), συγγενές προς την μπεκάτσα, αλλά μικρότερο σε μέγεθος, με μακρύ ίσιο ράμφος και καστανόχρωμα φτερά, που συχνάζει σε βάλτους και υγρά λιβάδια και θηρεύεται για το κρέας του. [< ιταλ. beccaccino] | |
| 32657 | μπεκερέλ | μπε-κε-ρέλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (σύμβ. Bq): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της ενεργότητας μιας ραδιενεργής ουσίας, ίση με μια πυρηνική διάσπαση ανά δευτερόλεπτο. Βλ. κιουρί. [< γαλλ. becquerel, 1975, γαλλ. ανθρ. A. H. Becquerel] | |
| 32658 | μπεκιάρης | μπε-κιά-ρης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): εργένης. [< τουρκ. bekâr] | |
| 32659 | μπεκιέρα | μπε-κιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. (προφ.) συλλέκτης που μεταδίδει το καύσιμο με ψεκασμό σε μηχανές εσωτερικής καύσης. Βλ. -ιέρα. | |
| 32660 | μπεκρή μεζές | μπε-κρή με-ζές ουσ. (αρσ.) & μπεκρή μεζέ (το): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από κομμάτια χοιρινού ή μοσχαρίσιου κρέατος, μαγειρεμένα σε σάλτσα ντομάτας, που τα σβήνουν με κρασί. | |
| 32661 | μπεκρής, μπεκρού | μπε-κρής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {μπεκρήδες} & (σπάν.) μπέκρος, μπέκρω (λαϊκό): αλκοολικός, μέθυσος. [< τουρκ. bekri] | |
| 32662 | μπεκροκανάτας, μπεκροκανάτα | μπε-κρο-κα-νά-τας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): μπεκρής, μπεκρού. Πβ. κρασο-κανάτα, -πατέρας. | |
| 32663 | μπεκροπίνω | μπε-κρο-πί-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} & μπεκρουλιάζω (προφ.): πίνω και μεθώ συνέχεια. ΣΥΝ. μεθοκοπώ | |
| 32664 | μπεκρούλιακας | μπε-κρού-λια-κας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.-επιτατ.): μπεκρής. Βλ. -ούλιακας. | |
| 32665 | μπεκρούλιασμα | μπε-κρού-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): συνεχής μέθη, οινοποσία, κρασοκατάνυξη. | |
| 32666 | μπελ επόκ | μπελ ε-πόκ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: χρονική περίοδος από τις αρχές του 20ού αι. και πριν από τον Α' παγκόσμιο πόλεμο η οποία χαρακτηριζόταν από ευχάριστη και ανέμελη ζωή. [< γαλλ. (la) Belle époque] | |
| 32667 | μπέλα | μπέ-λα: μόνο στη ● ΦΡ.: κούνια μπέλα βλ. κούνια | |
| 32668 | μπελαλής | μπε-λα-λής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. μπελαλού} (λαϊκό): πρόσωπο δύστροπο που προξενεί μπελάδες, φασαρία. Πβ. ζόρικος. [< τουρκ. belali] | |
| 32669 | μπελαλίδικος | , η, ο μπε-λα-λί-δι-κος επίθ. (λαϊκό): που προξενεί μπελάδες ή φασαρία και κυρ. που είναι χρονοβόρος και κοπιαστικός: ~ος: τρόπος. ~η: δουλειά. ~ο: φαγητό (: που απαιτεί πολύ χρόνο για την παρασκευή του). Βλ. -ίδικος. | |
| 32670 | μπελαμάνα | μπε-λα-μά-να ουσ. (θηλ.): εξωτερικό ρούχο των ναυτών του Πολεμικού Ναυτικού που καλύπτει τον κορμό, τον λαιμό και το κεφάλι μονοκόμματα, αφήνοντας ακάλυπτο μόνο το πρόσωπο: ~ και κολαρίνα. | |
| 32671 | μπελαντόνα | μπε-λα-ντό-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. δηλητηριώδες ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Atropa belladonna) με μαύρους γυαλιστερούς σφαιρικούς καρπούς, που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική κυρ. ως καταπραϋντικό ή αναλγητικό. Βλ. ατροπίνη. ΣΥΝ. άτροπος [< ιταλ. (atropa) belladonna] | |
| 32672 | μπελάς | μπε-λάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): δύσκολη και ενοχλητική κατάσταση, πρόβλημα και συνεκδ. πρόσωπο που προκαλεί τέτοιες καταστάσεις: μεγάλος/σκέτος ~. Τι ~! Νέοι/οικονομικοί ~άδες. Αποκτώ/αποφεύγω τους/δημιουργώ/οδηγώ σε ~άδες. Γλίτωσα από ένα σωρό ~άδες. Είναι ~ να τρέχω μέχρι εκεί. Πβ. βάσανο, έγνοια, σκοτούρα.|| Άλλος ~ κι αυτός! Είναι ~ για τους γονείς της. ● ΦΡ.: βάζω κάποιον/μπαίνω/μπλέκω σε μπελά/μπελάδες: προξενώ σε άλλον ή στον εαυτό μου προβλήματα: Δεν θέλω να σας βάλω ~.|| Πήρε δάνειο για να χτίσει και μπήκε σε ~άδες., βάζω μπελά στο κεφάλι μου: προκαλώ στον εαυτό μου προβλήματα., βρίσκω (τον) μπελά (μου): αντιμετωπίζω δυσάρεστες καταστάσεις, χωρίς να ευθύνομαι γι΄αυτές: Πήγαν να βοηθήσουν και βρήκαν τον ~ τους. Μην του πηγαίνεις κόντρα, γιατί θα βρεις ~ σου., γυρεύει/θέλει τον μπελά του: με τη συμπεριφορά του ωθεί τα πράγματα σε δυσάρεστες εξελίξεις: Γιατί το ψάχνεις τόσο πολύ; Τον ~ σου γυρεύεις; ΣΥΝ. πάει/πηγαίνει γυρεύοντας, κακός μπελάς (που) με βρήκε!: έκφραση δυσφορίας για κάποιον ή κάτι ανεπιθύμητο: Τι με ακολουθείς συνέχεια; Βρε, ~ που με ~!, έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο [< τουρκ. belâ] | |
| 32673 | μπελκάντο | μπελ-κά-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπελ κάντο: ΜΟΥΣ. τρόπος τραγουδιού της ιταλικής όπερας του 18ου και 19ου αι.· λυρικό ύφος που χαρακτηρίζεται από καθαρή, ήρεμη και ομαλή απόδοση των φθόγγων, καθώς και ακρίβεια στη φωνητική τεχνική. [< ιταλ. bel canto] | |
| 32674 | μπελτές | βλ. πελτές |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ