Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33340-33360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32675μπεμόλμπε-μόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ύφεση. [< γαλλ. bémol]
32676μπέμπαμπέ-μπα ουσ. (θηλ.) 1. (χαϊδευτ.) κορίτσι βρεφικής ή νηπιακής ηλικίας, συνήθ. πριν βαφτιστεί. Πβ. μπεμπέκα, μπουμπού, μπουμπούκα, μωρό. 2. (οικ.) για γυναίκα συνήθ. νέα και όμορφη. ● Υποκ.: μπεμπούλα & μπεμπίτσα (η)
32677μπεμπέμπε-μπέ επίθ. {άκλ.} (προφ.): μωρουδίστικος: ~ ενδύματα. Πβ. βρεφικός. ● Ουσ.: μπεμπέ (το) (οικ.): μπέμπης ή μπέμπα. [< γαλλ. bébé]
32678μπεμπεδίστικος, η, ο μπε-μπε-δί-στι-κος επίθ. (προφ.-μειωτ.): μωρουδίστικος, μπεμπέ. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: μπεμπεδίστικα
32679μπεμπέκαμπε-μπέ-κα ουσ. (θηλ.) (χαϊδευτ.): μπέμπα. [< τουρκ. bebek]
32680μπεμπεκίζωμπε-μπε-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (προφ.-μειωτ.): εκφράζομαι ή συμπεριφέρομαι σαν μωρό: ~ουν και σαχλαμαρίζουν σαν πιτσιρίκια.
32681μπέμπελημπέ-μπε-λη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ιλαρά· κυρ. στη ● ΦΡ.: βγάζω την ιλαρά/τη(ν) μπέμπελη βλ. ιλαρά [< σλαβ. pepel]
32682μπεμπέςμπε-μπές ουσ. (αρσ.) (οικ.): μπέμπης, συνήθ. παχύς και μεγαλόσωμος. Βλ. -ές. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερφυσικός μπεμπές (ειρων.-μειωτ.): για παχουλό συνήθ. νεαρό με συμπεριφορά μωρού. Βλ. βουτυρομπεμπές, βουτυρόπαιδο. [< γαλλ. bébé]
32683μπέμπηςμπέ-μπης ουσ. (αρσ.) {μπέμπηδες} 1. (οικ.) μωρό ή μικρό παιδί αρσενικού γένους, συνήθ. πριν βαφτιστεί. Πβ. μπουμπούκος. 2. (ειρων.) νεαρός συνήθ. άνδρας, ανώριμος, άπειρος ή/και ανόητος. Πβ. μπούλης. ● Υποκ.: μπεμπούλης & μπεμπάκος (ο) [< ιταλ. bebi]
32685μπεν-μαρίμπεν μα-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μαγειρικό σκεύος με ζεστό νερό μέσα στο οποίο τοποθετείται ένα άλλο μικρότερο με φαγώσιμο υλικό, για να ζεσταθεί ή να ψηθεί· συνεκδ. η αντίστοιχη τεχνική μαγειρέματος: Λιώνουμε την κουβερτούρα σε ~. Πβ. υδατόλουτρο. [< γαλλ. bain-marie]
32684μπενζίναβλ. βενζίνα
32686μπεντένιμπε-ντέ-νι ουσ. (ουδ.) 1. (παρωχ.) τείχος και ειδικότ. έπαλξη κάστρου ή φρουρίου, πολεμίστρα. 2. ΝΑΥΤ. σχοινί πρόσδεσης του πλοίου στο λιμάνι, κάβος. [< τουρκ. beden]
32687μπέντζαμινμπέ-ντζα-μιν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & μπένζαμιν: ΒΟΤ. είδος φίκου (επιστ. ονομασ. Ficus benjamina) με πλούσιο, γυαλιστερό φύλλωμα, γνωστό ως φυτό εσωτερικού χώρου. [< αγγλ. benjamin]
32688μπεντίρμπε-ντίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο παραδοσιακής μουσικής με κυλινδρικό σχήμα, πολύ διαδεδομένο στη Β. Αφρική και ιδ. στο Μαρόκο, που μοιάζει με ντέφι χωρίς όμως μεταλλικά κύμβαλα. [< γαλλ. bendir]
32689μπεντονίτηςμπε-ντο-νί-της ουσ. (αρσ.) & μπετονίτης & (σπάν.) βεντονίτης: ΟΡΥΚΤ. φυσική κολλοειδής άργιλος που μεγαλώνει σε όγκο, όταν αναμειχθεί με νερό. Βλ. -ίτης2. [< αγγλ. bentonite]
32690μπεράτιμπε-ρά-τι ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) βεράτι(ο) 1. ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) σουλτανικό έγγραφο κανονιστικού χαρακτήρα για την απονομή προνομίων ή την απόδοση αξιώματος, κυρ. σε πατριάρχη ή μητροπολίτη. Πβ. φιρμάνι. 2. ΛΑΟΓΡ. παραδοσιακός χορός στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία και ο αντίστοιχος μουσικός σκοπός. [< τουρκ. berat]
32691μπέργκερμπέρ-γκερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: σάντουιτς από στρόγγυλο ψωμάκι, κυρ. με κρέας και διάφορα συνοδευτικά· ειδικότ. χάμπουργκερ: ~ με κοτόπουλο/μπιφτέκι/τόνο.|| Μοσχαρίσιο ~. ~ με τυρί (= τσίζμπεργκερ). [< αμερικ. burger, 1937]
32692μπέρδεμαμπέρ-δε-μα ουσ. (ουδ.) {μπερδέμ-ατος | -ατα} (προφ.) ΑΝΤ. ξεμπέρδεμα 1. μπλέξιμο πραγμάτων μεταξύ τους: ~ γραμμών/σχοινιών. ~ στα υλικά/χρώματα. 2. (μτφ.) πρόκληση σύγχυσης, προβλήματος και (ιδ. στον πληθ.) ανάμειξη σε προβληματική ή ύποπτη υπόθεση: μεγάλο/μικρό/οικογενειακό/χοντρό ~. ~ εννοιών. ~ της γλώσσας (= σαρδάμ). ~ με τις επιστολές/τις ηµεροµηνίες. ~ στην αίτηση/στη διατύπωση/στο νόημα. Ελπίζω να μη γίνει πάλι κανένα ~. Κάπου έχει γίνει ~.|| Ερωτικά/συναισθηματικά ~ατα. ~ατα και φασαρίες. Έχει ~ατα με την Αστυνομία/τη μαφία/τα ναρκωτικά. Πβ. μπελάς, ντράβαλα. ΣΥΝ. μπουρδούκλωμα (1) ● Υποκ.: μπερδεματάκι (το) [< μεσν. μπέρδεμα]
32693μπερδεμένος, η, ο μπερ-δε-μέ-νος επίθ. 1. που έχει μπλεχτεί ή μπερδευτεί, ανακατεμένος: ~η: κλωστή. ~ο: δίχτυ/κουβάρι/μαλλί/νήμα. ~α: καλώδια.|| ~α: χαρτιά.|| (μτφ.) Το ~ο κουβάρι της ζωής/της μνήμης. 2. (μτφ.) που δεν είναι ξεκάθαρος, ασαφής: ~η: απάντηση/δουλειά/ερώτηση/ιστορία/κατάσταση/σχέση. ~ο: θέμα/σενάριο/σχέδιο. ΣΥΝ. περίπλοκος ΑΝΤ. απλός (1) 3. (μτφ.) που βρίσκεται σε σύγχυση: Μοιάζει ~ και χαμένος. Είμαι/νιώθω πολύ ~, δεν ξέρω τι να κάνω! ΣΥΝ. θολωμένος (2) 4. (μτφ.-προφ.) που αντιμετωπίζει δυσκολίες και προβλήματα ή εμπλέκεται σε ύποπτες δουλειές: Είναι ~ σε μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας. Πρόσεχέ τον, είναι ~ σε επικίνδυνες ιστορίες. Πβ. μπλεγμένος. ● επίρρ.: μπερδεμένα: Πολύ ~ μας τα λες! ● βλ. μπερδεύω [< μεσν. μπερδεμένος]
32694μπερδευτικός, ή, ό μπερ-δευ-τι-κός επίθ. (προφ.): που μπερδεύει: ~ή: ιστορία/πρόταση. Είναι λίγο ~ό το σχήμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.