Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33340-33360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32660μπεκρή μεζέςμπε-κρή με-ζές ουσ. (αρσ.) & μπεκρή μεζέ (το): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό από κομμάτια χοιρινού ή μοσχαρίσιου κρέατος, μαγειρεμένα σε σάλτσα ντομάτας, που τα σβήνουν με κρασί.
32661μπεκρής, μπεκρούμπε-κρής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {μπεκρήδες} & (σπάν.) μπέκρος, μπέκρω (λαϊκό): αλκοολικός, μέθυσος. [< τουρκ. bekri]
32662μπεκροκανάτας, μπεκροκανάταμπε-κρο-κα-νά-τας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): μπεκρής, μπεκρού. Πβ. κρασο-κανάτα, -πατέρας.
32663μπεκροπίνωμπε-κρο-πί-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} & μπεκρουλιάζω (προφ.): πίνω και μεθώ συνέχεια. ΣΥΝ. μεθοκοπώ
32664μπεκρούλιακαςμπε-κρού-λια-κας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.-επιτατ.): μπεκρής. Βλ. -ούλιακας.
32665μπεκρούλιασμαμπε-κρού-λια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): συνεχής μέθη, οινοποσία, κρασοκατάνυξη.
32666μπελ επόκμπελ ε-πόκ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: χρονική περίοδος από τις αρχές του 20ού αι. και πριν από τον Α' παγκόσμιο πόλεμο η οποία χαρακτηριζόταν από ευχάριστη και ανέμελη ζωή. [< γαλλ. (la) Belle époque]
32667μπέλαμπέ-λα: μόνο στη ● ΦΡ.: κούνια μπέλα βλ. κούνια
32668μπελαλήςμπε-λα-λής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. μπελαλού} (λαϊκό): πρόσωπο δύστροπο που προξενεί μπελάδες, φασαρία. Πβ. ζόρικος. [< τουρκ. belali]
32669μπελαλίδικος, η, ο μπε-λα-λί-δι-κος επίθ. (λαϊκό): που προξενεί μπελάδες ή φασαρία και κυρ. που είναι χρονοβόρος και κοπιαστικός: ~ος: τρόπος. ~η: δουλειά. ~ο: φαγητό (: που απαιτεί πολύ χρόνο για την παρασκευή του). Βλ. -ίδικος.
32670μπελαμάναμπε-λα-μά-να ουσ. (θηλ.): εξωτερικό ρούχο των ναυτών του Πολεμικού Ναυτικού που καλύπτει τον κορμό, τον λαιμό και το κεφάλι μονοκόμματα, αφήνοντας ακάλυπτο μόνο το πρόσωπο: ~ και κολαρίνα.
32671μπελαντόναμπε-λα-ντό-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. δηλητηριώδες ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Atropa belladonna) με μαύρους γυαλιστερούς σφαιρικούς καρπούς, που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική κυρ. ως καταπραϋντικό ή αναλγητικό. Βλ. ατροπίνη. ΣΥΝ. άτροπος [< ιταλ. (atropa) belladonna]
32672μπελάςμπε-λάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): δύσκολη και ενοχλητική κατάσταση, πρόβλημα και συνεκδ. πρόσωπο που προκαλεί τέτοιες καταστάσεις: μεγάλος/σκέτος ~. Τι ~! Νέοι/οικονομικοί ~άδες. Αποκτώ/αποφεύγω τους/δημιουργώ/οδηγώ σε ~άδες. Γλίτωσα από ένα σωρό ~άδες. Είναι ~ να τρέχω μέχρι εκεί. Πβ. βάσανο, έγνοια, σκοτούρα.|| Άλλος ~ κι αυτός! Είναι ~ για τους γονείς της. ● ΦΡ.: βάζω κάποιον/μπαίνω/μπλέκω σε μπελά/μπελάδες: προξενώ σε άλλον ή στον εαυτό μου προβλήματα: Δεν θέλω να σας βάλω ~.|| Πήρε δάνειο για να χτίσει και μπήκε σε ~άδες., βάζω μπελά στο κεφάλι μου: προκαλώ στον εαυτό μου προβλήματα., βρίσκω (τον) μπελά (μου): αντιμετωπίζω δυσάρεστες καταστάσεις, χωρίς να ευθύνομαι γι΄αυτές: Πήγαν να βοηθήσουν και βρήκαν τον ~ τους. Μην του πηγαίνεις κόντρα, γιατί θα βρεις ~ σου., γυρεύει/θέλει τον μπελά του: με τη συμπεριφορά του ωθεί τα πράγματα σε δυσάρεστες εξελίξεις: Γιατί το ψάχνεις τόσο πολύ; Τον ~ σου γυρεύεις; ΣΥΝ. πάει/πηγαίνει γυρεύοντας, κακός μπελάς (που) με βρήκε!: έκφραση δυσφορίας για κάποιον ή κάτι ανεπιθύμητο: Τι με ακολουθείς συνέχεια; Βρε, ~ που με ~!, έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο [< τουρκ. belâ]
32673μπελκάντομπελ-κά-ντο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπελ κάντο: ΜΟΥΣ. τρόπος τραγουδιού της ιταλικής όπερας του 18ου και 19ου αι.· λυρικό ύφος που χαρακτηρίζεται από καθαρή, ήρεμη και ομαλή απόδοση των φθόγγων, καθώς και ακρίβεια στη φωνητική τεχνική. [< ιταλ. bel canto]
32674μπελτέςβλ. πελτές
32675μπεμόλμπε-μόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ύφεση. [< γαλλ. bémol]
32676μπέμπαμπέ-μπα ουσ. (θηλ.) 1. (χαϊδευτ.) κορίτσι βρεφικής ή νηπιακής ηλικίας, συνήθ. πριν βαφτιστεί. Πβ. μπεμπέκα, μπουμπού, μπουμπούκα, μωρό. 2. (οικ.) για γυναίκα συνήθ. νέα και όμορφη. ● Υποκ.: μπεμπούλα & μπεμπίτσα (η)
32677μπεμπέμπε-μπέ επίθ. {άκλ.} (προφ.): μωρουδίστικος: ~ ενδύματα. Πβ. βρεφικός. ● Ουσ.: μπεμπέ (το) (οικ.): μπέμπης ή μπέμπα. [< γαλλ. bébé]
32678μπεμπεδίστικος, η, ο μπε-μπε-δί-στι-κος επίθ. (προφ.-μειωτ.): μωρουδίστικος, μπεμπέ. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: μπεμπεδίστικα
32679μπεμπέκαμπε-μπέ-κα ουσ. (θηλ.) (χαϊδευτ.): μπέμπα. [< τουρκ. bebek]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.