| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32675 | μπεμόλ | μπε-μόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. ύφεση. [< γαλλ. bémol] | |
| 32676 | μπέμπα | μπέ-μπα ουσ. (θηλ.) 1. (χαϊδευτ.) κορίτσι βρεφικής ή νηπιακής ηλικίας, συνήθ. πριν βαφτιστεί. Πβ. μπεμπέκα, μπουμπού, μπουμπούκα, μωρό. 2. (οικ.) για γυναίκα συνήθ. νέα και όμορφη. ● Υποκ.: μπεμπούλα & μπεμπίτσα (η) | |
| 32677 | μπεμπέ | μπε-μπέ επίθ. {άκλ.} (προφ.): μωρουδίστικος: ~ ενδύματα. Πβ. βρεφικός. ● Ουσ.: μπεμπέ (το) (οικ.): μπέμπης ή μπέμπα. [< γαλλ. bébé] | |
| 32678 | μπεμπεδίστικος | , η, ο μπε-μπε-δί-στι-κος επίθ. (προφ.-μειωτ.): μωρουδίστικος, μπεμπέ. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: μπεμπεδίστικα | |
| 32679 | μπεμπέκα | μπε-μπέ-κα ουσ. (θηλ.) (χαϊδευτ.): μπέμπα. [< τουρκ. bebek] | |
| 32680 | μπεμπεκίζω | μπε-μπε-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (προφ.-μειωτ.): εκφράζομαι ή συμπεριφέρομαι σαν μωρό: ~ουν και σαχλαμαρίζουν σαν πιτσιρίκια. | |
| 32681 | μπέμπελη | μπέ-μπε-λη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ιλαρά· κυρ. στη ● ΦΡ.: βγάζω την ιλαρά/τη(ν) μπέμπελη βλ. ιλαρά [< σλαβ. pepel] | |
| 32682 | μπεμπές | μπε-μπές ουσ. (αρσ.) (οικ.): μπέμπης, συνήθ. παχύς και μεγαλόσωμος. Βλ. -ές. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερφυσικός μπεμπές (ειρων.-μειωτ.): για παχουλό συνήθ. νεαρό με συμπεριφορά μωρού. Βλ. βουτυρομπεμπές, βουτυρόπαιδο. [< γαλλ. bébé] | |
| 32683 | μπέμπης | μπέ-μπης ουσ. (αρσ.) {μπέμπηδες} 1. (οικ.) μωρό ή μικρό παιδί αρσενικού γένους, συνήθ. πριν βαφτιστεί. Πβ. μπουμπούκος. 2. (ειρων.) νεαρός συνήθ. άνδρας, ανώριμος, άπειρος ή/και ανόητος. Πβ. μπούλης. ● Υποκ.: μπεμπούλης & μπεμπάκος (ο) [< ιταλ. bebi] | |
| 32685 | μπεν-μαρί | μπεν μα-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μαγειρικό σκεύος με ζεστό νερό μέσα στο οποίο τοποθετείται ένα άλλο μικρότερο με φαγώσιμο υλικό, για να ζεσταθεί ή να ψηθεί· συνεκδ. η αντίστοιχη τεχνική μαγειρέματος: Λιώνουμε την κουβερτούρα σε ~. Πβ. υδατόλουτρο. [< γαλλ. bain-marie] | |
| 32684 | μπενζίνα | βλ. βενζίνα | |
| 32686 | μπεντένι | μπε-ντέ-νι ουσ. (ουδ.) 1. (παρωχ.) τείχος και ειδικότ. έπαλξη κάστρου ή φρουρίου, πολεμίστρα. 2. ΝΑΥΤ. σχοινί πρόσδεσης του πλοίου στο λιμάνι, κάβος. [< τουρκ. beden] | |
| 32687 | μπέντζαμιν | μπέ-ντζα-μιν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & μπένζαμιν: ΒΟΤ. είδος φίκου (επιστ. ονομασ. Ficus benjamina) με πλούσιο, γυαλιστερό φύλλωμα, γνωστό ως φυτό εσωτερικού χώρου. [< αγγλ. benjamin] | |
| 32688 | μπεντίρ | μπε-ντίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο παραδοσιακής μουσικής με κυλινδρικό σχήμα, πολύ διαδεδομένο στη Β. Αφρική και ιδ. στο Μαρόκο, που μοιάζει με ντέφι χωρίς όμως μεταλλικά κύμβαλα. [< γαλλ. bendir] | |
| 32689 | μπεντονίτης | μπε-ντο-νί-της ουσ. (αρσ.) & μπετονίτης & (σπάν.) βεντονίτης: ΟΡΥΚΤ. φυσική κολλοειδής άργιλος που μεγαλώνει σε όγκο, όταν αναμειχθεί με νερό. Βλ. -ίτης2. [< αγγλ. bentonite] | |
| 32690 | μπεράτι | μπε-ρά-τι ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) βεράτι(ο) 1. ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) σουλτανικό έγγραφο κανονιστικού χαρακτήρα για την απονομή προνομίων ή την απόδοση αξιώματος, κυρ. σε πατριάρχη ή μητροπολίτη. Πβ. φιρμάνι. 2. ΛΑΟΓΡ. παραδοσιακός χορός στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία και ο αντίστοιχος μουσικός σκοπός. [< τουρκ. berat] | |
| 32691 | μπέργκερ | μπέρ-γκερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: σάντουιτς από στρόγγυλο ψωμάκι, κυρ. με κρέας και διάφορα συνοδευτικά· ειδικότ. χάμπουργκερ: ~ με κοτόπουλο/μπιφτέκι/τόνο.|| Μοσχαρίσιο ~. ~ με τυρί (= τσίζμπεργκερ). [< αμερικ. burger, 1937] | |
| 32692 | μπέρδεμα | μπέρ-δε-μα ουσ. (ουδ.) {μπερδέμ-ατος | -ατα} (προφ.) ΑΝΤ. ξεμπέρδεμα 1. μπλέξιμο πραγμάτων μεταξύ τους: ~ γραμμών/σχοινιών. ~ στα υλικά/χρώματα. 2. (μτφ.) πρόκληση σύγχυσης, προβλήματος και (ιδ. στον πληθ.) ανάμειξη σε προβληματική ή ύποπτη υπόθεση: μεγάλο/μικρό/οικογενειακό/χοντρό ~. ~ εννοιών. ~ της γλώσσας (= σαρδάμ). ~ με τις επιστολές/τις ηµεροµηνίες. ~ στην αίτηση/στη διατύπωση/στο νόημα. Ελπίζω να μη γίνει πάλι κανένα ~. Κάπου έχει γίνει ~.|| Ερωτικά/συναισθηματικά ~ατα. ~ατα και φασαρίες. Έχει ~ατα με την Αστυνομία/τη μαφία/τα ναρκωτικά. Πβ. μπελάς, ντράβαλα. ΣΥΝ. μπουρδούκλωμα (1) ● Υποκ.: μπερδεματάκι (το) [< μεσν. μπέρδεμα] | |
| 32693 | μπερδεμένος | , η, ο μπερ-δε-μέ-νος επίθ. 1. που έχει μπλεχτεί ή μπερδευτεί, ανακατεμένος: ~η: κλωστή. ~ο: δίχτυ/κουβάρι/μαλλί/νήμα. ~α: καλώδια.|| ~α: χαρτιά.|| (μτφ.) Το ~ο κουβάρι της ζωής/της μνήμης. 2. (μτφ.) που δεν είναι ξεκάθαρος, ασαφής: ~η: απάντηση/δουλειά/ερώτηση/ιστορία/κατάσταση/σχέση. ~ο: θέμα/σενάριο/σχέδιο. ΣΥΝ. περίπλοκος ΑΝΤ. απλός (1) 3. (μτφ.) που βρίσκεται σε σύγχυση: Μοιάζει ~ και χαμένος. Είμαι/νιώθω πολύ ~, δεν ξέρω τι να κάνω! ΣΥΝ. θολωμένος (2) 4. (μτφ.-προφ.) που αντιμετωπίζει δυσκολίες και προβλήματα ή εμπλέκεται σε ύποπτες δουλειές: Είναι ~ σε μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας. Πρόσεχέ τον, είναι ~ σε επικίνδυνες ιστορίες. Πβ. μπλεγμένος. ● επίρρ.: μπερδεμένα: Πολύ ~ μας τα λες! ● βλ. μπερδεύω [< μεσν. μπερδεμένος] | |
| 32694 | μπερδευτικός | , ή, ό μπερ-δευ-τι-κός επίθ. (προφ.): που μπερδεύει: ~ή: ιστορία/πρόταση. Είναι λίγο ~ό το σχήμα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ