| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32695 | μπερδεύω | μπερ-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {μπέρδ-εψα, -έψει, -εύτηκα, -ευτεί, -εμένος, μπερδεύ-οντας} 1. μπλέκω πράγματα μεταξύ τους, ανακατεύω: ~ τα υλικά/τα χαρτιά/τα χρώματα. Μην ~εις τις γεύσεις, δεν τρώνε ψάρι με κρέας μαζί! ~εύτηκε η κλωστή/το σχοινί κι έγινε κόμπος. Φύσηξε αέρας και ~εύτηκαν οι σελίδες. Έχει ~ευτεί μέσα στο σωρό κι άντε να το βρω.|| ~εύτηκε με το πλήθος και την έχασα. Πβ. μπουρδουκλώνω. ΑΝΤ. ξεμπερδεύω (1) 2. (μτφ.) αδυνατώ να διακρίνω, να ξεχωρίσω διαφορετικά ή παρόμοια πράγματα, συγχέω: ~ει απλές λέξεις/τους αριθμούς/το δεξί και το αριστερό. ~εψε τις ημερομηνίες/το νόημα των λέξεων/τα ονόματα. Τα έχω ~έψει λίγο (στο μυαλό μου). Ο φάκελός σας ~εύτηκε με κάποιον άλλο. ~εύτηκαν τα δέματα στο ταχυδρομείο.|| ~ το όνειρο με την πραγματικότητα.|| (για πρόσ.) Συγγνώμη, σας ~εψα με (: σας πέρασα για) κάποιον άλλον. Μοιάζουν τόσο που τους ~ συνεχώς! 3. (μτφ.) προξενώ σύγχυση: Μη σας ~ει το γεγονός ότι ... Η πολυχρωμία ~ει το μάτι. Με ~ει, δεν το καταλαβαίνω. Μας έχεις ~έψει, τι ακριβώς θέλεις; Η εξήγηση μάλλον μας ~εψε παρά μας διαφώτισε. Προσπάθησε να τον ~έψει, κάνοντας παραπλανητικές ερωτήσεις. 4. (μτφ.) αναμειγνύω σε προβληματική ή ύποπτη υπόθεση: Μη με ~εις στα οικογενειακά σου. Δεν θέλω να ~ευτώ στις διαφορές σας/στους καβγάδες σας. Μην ~εσαι μαζί τους, θα την πατήσεις! Πβ. (ε)μπλέκω. ● Παθ.: μπερδεύομαι {κυρ. στον αόρ.} 1. πιάνομαι σε κάτι και δεν μπορώ να κινηθώ, σκαλώνω: ~εύτηκε στα δίχτυα και ακινητοποιήθηκε/στα καλώδια/στα φουστάνια της κι έπεσε. 2. (μτφ.) παθαίνω σύγχυση, περιέρχομαι σε αμηχανία: Έχω ~ευτεί τελείως με τόσα στοιχεία. Σε μια διασταύρωση ~εύτηκα κι έχασα τον δρόμο. Για μια στιγμή ~εύτηκα και νόμισα πως τον είδα. 3. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) δεν είμαι ξεκάθαρος: Τα πράγματα ~εύτηκαν αρκετά/λίγο/πολύ. ● ΦΡ.: μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου/τα μπερδεύω: δεν εκφράζομαι με σαφήνεια, λέω ασυναρτησίες: ~εψε τα λόγια του από τον θυμό/τη χαρά του. Από το πολύ άγχος τα ~εψε. Πβ. χάνω τα λόγια μου. Βλ. μασάω τα λόγια μου., μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου βλ. πόδι, μπλέξαμε/μπερδέψαμε τα μπούτια μας βλ. μπλέκω ● βλ. μπερδεμένος [< μεσν. (ε)μπερδεύω] | |
| 32696 | μπερδεψιά | μπερ-δε-ψιά ουσ. (θηλ.) (σπάν.-προφ.): μπέρδεμα, μπλέξιμο ή δυσκολία. | |
| 32697 | μπερδουκλώνω | βλ. μπουρδουκλώνω | |
| 32698 | μπερεκέτι | μπε-ρε-κέ-τι ουσ. (ουδ.) & μπερκέτι 1. (λαϊκό) καλή σοδειά· κατ' επέκτ. αφθονία, πλούτος αγαθών: (ως ευχή) Καλά ~ια! Πβ. ευφορία. 2. (αργκό) χαρακτηρισμός για κάτι πάρα πολύ καλό, που αποτελεί ευκαιρία: Σε τόσο χαμηλή τιμή είναι πραγματικά ~. [< τουρκ. bereket] | |
| 32699 | μπερές & μπερέ | μπε-ρές ουσ. (αρσ. + ουδ.): στρογγυλός σκούφος από μαλακό συνήθ. ύφασμα χωρίς γείσο: βελούδινος/γαλλικός/μάλλινος/στρατιωτικός ~. Βλ. μαυροσκούφης, πηλήκιο. ● Υποκ.: μπερεδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: τα πράσινα μπερέ/οι πράσινοι μπερέδες: (συνεκδ.) οι στρατιώτες που υπηρετούν σε μονάδα καταδρομών. Πβ. πρασινοσκούφης. [< γαλλ. béret] | |
| 32700 | μπερέτα | μπε-ρέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. είδος καραμπίνας: πιστόλι τύπου ~. 2. (λαϊκό) μπερές, σκούφος. Βλ. -έτα. [< 1: ιταλ. εμπορ. ονομασ. Beretta 2: μεσν. μπερέττα] | |
| 32701 | μπερζέρα | μπερ-ζέ-ρα ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) μπρεζέρα: είδος βαθιάς και άνετης πολυθρόνας με ψηλή και πλατιά ράχη, μπράτσα και κάθισμα με μαξιλάρι. [< γαλλ. bergère] | |
| 32702 | μπέρι μπέρι | μπέ-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπέρι-μπέρι: ΙΑΤΡ. ασθένεια που οφείλεται σε έλλειψη της βιταμίνης Β λόγω κατανάλωσης αποφλοιωμένου ρυζιού και εκδηλώνεται με πολυνευρίτιδα, καρδιακές επιπλοκές και οίδημα. [< αγγλ. beriberi] | |
| 32703 | μπερκέλιο | μπερ-κέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {μπερκελίου}: ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό υπερουράνιο στοιχείο (σύμβ. Bk, Ζ 97) που προέρχεται από βομβαρδισμό ενός ισοτόπου του αμερικίου με ιόντα ηλίου. [< αγγλ. berkelium, 1950, από το πανεπιστήμιο του Berkeley, Καλιφόρνια, όπου και δημιουργήθηκε] | |
| 32704 | μπερκέτι | βλ. μπερεκέτι | |
| 32705 | μπερλίνα | μπερ-λί-να ουσ. (θηλ.) 1. κατηγορία πολυτελούς σεντάν αυτοκινήτου. Βλ. κουπέ. 2. παιδικό παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες μεταφέρουν ο ένας στον άλλον σχόλια για ένα παιδί που δεν συμμετέχει και στο τέλος τού τα ανακοινώνουν, με σκοπό να μαντέψει ποιος είπε τι. [< μεσν. μπερλίνα, 1: γαλλ. berline 2: ιταλ. berlina] | |
| 32706 | μπερμπάντης | μπερ-μπά-ντης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. γλεντζές και ερωτύλος άνδρας. Πβ. γκομενιάρης, γυναικάς, δον Ζουάν, ερωτιάρης, καζανόβας, κορτάκιας, μουρντάρης. 2. (μτφ.) έξυπνος και καταφερτζής. ● Υποκ.: μπερμπαντάκος (ο) [< ιταλ. birbante] | |
| 32707 | μπέρμπον | μπέρ-μπον ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αμερικανικό ουίσκι που παράγεται κυρ. από καλαμπόκι. Βλ. μαλτ. [< αμερικ. bourbon] | |
| 32708 | μπερντάχι | μπερ-ντά-χι ουσ. (ουδ.) & μπερντάκι (λαϊκό): ξυλοδαρμός: Ε, δεν το γλιτώνεις το ~! (επιτατ.) Του έδωσε/του έριξε/έφαγε ένα (γερό) ~ ξύλο! ΣΥΝ. βρομόξυλο, ξυλοφόρτωμα [< τουρκ. perdah] | |
| 32709 | μπερντές | μπερ-ντές ουσ. (αρσ.) 1. (λαϊκό) κουρτίνα από χοντρό πανί. Πβ. παραπέτασμα. 2. (λαϊκό) αυλαία θεάτρου· κυρ. καραγκιόζ μπερντές και συνεκδ. παράσταση του θεάτρου σκιών. Βλ. οθόνη, πανί, σελιλόιντ. 3. (αργκό) χρήματα. 4. ΜΟΥΣ. {κυρ. στον πληθ.} κινητά τάστα. Βλ. -ές. [< τουρκ. perde] | |
| 32710 | μπερξονισμός | μπερ-ξο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία του Γάλλου φιλοσόφου Μπερξόν που υποστηρίζει ότι η γνώση είναι προσιτή μόνο με την ενόραση, η ροή του χρόνου δεν υπόκειται σε περιορισμούς και όλες οι ζωντανές μορφές προέρχονται από μια φυσική ζωτική δύναμη. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. bergsonisme] | |
| 32711 | μπέρτα | μπέρ-τα ουσ. (θηλ.): πανωφόρι που δεν έχει μανίκια ή ανοίγματα για τα χέρια, φοριέται ριχτό στην πλάτη και κουμπώνει μπροστά στον λαιμό. Πβ. κάπα, πελερίνα. Βλ. πόντσο. [< ιταλ. berta] | |
| 32712 | μπες | βλ. μπαίνω | |
| 32713 | μπέσα | μπέ-σα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): λόγος τιμής για επιβεβαίωση συμφωνίας, υπόσχεσης και κατ' επέκτ. εμπιστοσύνη, εντιμότητα: άνθρωπος με ~ (= έμπιστος, ντόμπρος) και φιλότιμο. Βλ. τσίπα. ● ΦΡ.: έχω μπέσα 1. (συνήθ. + αρνητ. πρόταση) είμαι αξιόπιστος: Μη δίνεις βάση σ' αυτά που λέει, δεν έχει ~. 2. (σε κάποιον) τον εμπιστεύομαι., μπέσα για μπέσα (επιτατ.): (είμαστε) απολύτως σύμφωνοι. [< αλβ. besa] | |
| 32714 | μπεσαλής, μπεσαλού | μπε-σα-λής ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό): πρόσωπο αξιόπιστο που κρατά τις υποσχέσεις του, τον λόγο της τιμής του. Πβ. έντιμος. Βλ. αναξιόπιστος, -λής. ΑΝΤ. μπαμπέσης, μπαμπέσ |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ