Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [33360-33380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32680μπεμπεκίζωμπε-μπε-κί-ζω ρ. (αμτβ.) {μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (προφ.-μειωτ.): εκφράζομαι ή συμπεριφέρομαι σαν μωρό: ~ουν και σαχλαμαρίζουν σαν πιτσιρίκια.
32682μπεμπέςμπε-μπές ουσ. (αρσ.) (οικ.): μπέμπης, συνήθ. παχύς και μεγαλόσωμος. Βλ. -ές. ● ΣΥΜΠΛ.: υπερφυσικός μπεμπές (ειρων.-μειωτ.): για παχουλό συνήθ. νεαρό με συμπεριφορά μωρού. Βλ. βουτυρομπεμπές, βουτυρόπαιδο. [< γαλλ. bébé]
32683μπέμπηςμπέ-μπης ουσ. (αρσ.) {μπέμπηδες} 1. (οικ.) μωρό ή μικρό παιδί αρσενικού γένους, συνήθ. πριν βαφτιστεί. Πβ. μπουμπούκος. 2. (ειρων.) νεαρός συνήθ. άνδρας, ανώριμος, άπειρος ή/και ανόητος. Πβ. μπούλης. ● Υποκ.: μπεμπούλης & μπεμπάκος (ο) [< ιταλ. bebi]
32685μπεν-μαρίμπεν μα-ρί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μαγειρικό σκεύος με ζεστό νερό μέσα στο οποίο τοποθετείται ένα άλλο μικρότερο με φαγώσιμο υλικό, για να ζεσταθεί ή να ψηθεί· συνεκδ. η αντίστοιχη τεχνική μαγειρέματος: Λιώνουμε την κουβερτούρα σε ~. Πβ. υδατόλουτρο. [< γαλλ. bain-marie]
32684μπενζίναβλ. βενζίνα
32686μπεντένιμπε-ντέ-νι ουσ. (ουδ.) 1. (παρωχ.) τείχος και ειδικότ. έπαλξη κάστρου ή φρουρίου, πολεμίστρα. 2. ΝΑΥΤ. σχοινί πρόσδεσης του πλοίου στο λιμάνι, κάβος. [< τουρκ. beden]
32687μπέντζαμινμπέ-ντζα-μιν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & μπένζαμιν: ΒΟΤ. είδος φίκου (επιστ. ονομασ. Ficus benjamina) με πλούσιο, γυαλιστερό φύλλωμα, γνωστό ως φυτό εσωτερικού χώρου. [< αγγλ. benjamin]
32688μπεντίρμπε-ντίρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. κρουστό όργανο παραδοσιακής μουσικής με κυλινδρικό σχήμα, πολύ διαδεδομένο στη Β. Αφρική και ιδ. στο Μαρόκο, που μοιάζει με ντέφι χωρίς όμως μεταλλικά κύμβαλα. [< γαλλ. bendir]
32689μπεντονίτηςμπε-ντο-νί-της ουσ. (αρσ.) & μπετονίτης & (σπάν.) βεντονίτης: ΟΡΥΚΤ. φυσική κολλοειδής άργιλος που μεγαλώνει σε όγκο, όταν αναμειχθεί με νερό. Βλ. -ίτης2. [< αγγλ. bentonite]
32690μπεράτιμπε-ρά-τι ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) βεράτι(ο) 1. ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) σουλτανικό έγγραφο κανονιστικού χαρακτήρα για την απονομή προνομίων ή την απόδοση αξιώματος, κυρ. σε πατριάρχη ή μητροπολίτη. Πβ. φιρμάνι. 2. ΛΑΟΓΡ. παραδοσιακός χορός στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία και ο αντίστοιχος μουσικός σκοπός. [< τουρκ. berat]
32691μπέργκερμπέρ-γκερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: σάντουιτς από στρόγγυλο ψωμάκι, κυρ. με κρέας και διάφορα συνοδευτικά· ειδικότ. χάμπουργκερ: ~ με κοτόπουλο/μπιφτέκι/τόνο.|| Μοσχαρίσιο ~. ~ με τυρί (= τσίζμπεργκερ). [< αμερικ. burger, 1937]
32692μπέρδεμαμπέρ-δε-μα ουσ. (ουδ.) {μπερδέμ-ατος | -ατα} (προφ.) ΑΝΤ. ξεμπέρδεμα 1. μπλέξιμο πραγμάτων μεταξύ τους: ~ γραμμών/σχοινιών. ~ στα υλικά/χρώματα. 2. (μτφ.) πρόκληση σύγχυσης, προβλήματος και (ιδ. στον πληθ.) ανάμειξη σε προβληματική ή ύποπτη υπόθεση: μεγάλο/μικρό/οικογενειακό/χοντρό ~. ~ εννοιών. ~ της γλώσσας (= σαρδάμ). ~ με τις επιστολές/τις ηµεροµηνίες. ~ στην αίτηση/στη διατύπωση/στο νόημα. Ελπίζω να μη γίνει πάλι κανένα ~. Κάπου έχει γίνει ~.|| Ερωτικά/συναισθηματικά ~ατα. ~ατα και φασαρίες. Έχει ~ατα με την Αστυνομία/τη μαφία/τα ναρκωτικά. Πβ. μπελάς, ντράβαλα. ΣΥΝ. μπουρδούκλωμα (1) ● Υποκ.: μπερδεματάκι (το) [< μεσν. μπέρδεμα]
32693μπερδεμένος, η, ο μπερ-δε-μέ-νος επίθ. 1. που έχει μπλεχτεί ή μπερδευτεί, ανακατεμένος: ~η: κλωστή. ~ο: δίχτυ/κουβάρι/μαλλί/νήμα. ~α: καλώδια.|| ~α: χαρτιά.|| (μτφ.) Το ~ο κουβάρι της ζωής/της μνήμης. 2. (μτφ.) που δεν είναι ξεκάθαρος, ασαφής: ~η: απάντηση/δουλειά/ερώτηση/ιστορία/κατάσταση/σχέση. ~ο: θέμα/σενάριο/σχέδιο. ΣΥΝ. περίπλοκος ΑΝΤ. απλός (1) 3. (μτφ.) που βρίσκεται σε σύγχυση: Μοιάζει ~ και χαμένος. Είμαι/νιώθω πολύ ~, δεν ξέρω τι να κάνω! ΣΥΝ. θολωμένος (2) 4. (μτφ.-προφ.) που αντιμετωπίζει δυσκολίες και προβλήματα ή εμπλέκεται σε ύποπτες δουλειές: Είναι ~ σε μια υπόθεση αρχαιοκαπηλίας. Πρόσεχέ τον, είναι ~ σε επικίνδυνες ιστορίες. Πβ. μπλεγμένος. ● επίρρ.: μπερδεμένα: Πολύ ~ μας τα λες! ● βλ. μπερδεύω [< μεσν. μπερδεμένος]
32694μπερδευτικός, ή, ό μπερ-δευ-τι-κός επίθ. (προφ.): που μπερδεύει: ~ή: ιστορία/πρόταση. Είναι λίγο ~ό το σχήμα.
32695μπερδεύωμπερ-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {μπέρδ-εψα, -έψει, -εύτηκα, -ευτεί, -εμένος, μπερδεύ-οντας} 1. μπλέκω πράγματα μεταξύ τους, ανακατεύω: ~ τα υλικά/τα χαρτιά/τα χρώματα. Μην ~εις τις γεύσεις, δεν τρώνε ψάρι με κρέας μαζί! ~εύτηκε η κλωστή/το σχοινί κι έγινε κόμπος. Φύσηξε αέρας και ~εύτηκαν οι σελίδες. Έχει ~ευτεί μέσα στο σωρό κι άντε να το βρω.|| ~εύτηκε με το πλήθος και την έχασα. Πβ. μπουρδουκλώνω. ΑΝΤ. ξεμπερδεύω (1) 2. (μτφ.) αδυνατώ να διακρίνω, να ξεχωρίσω διαφορετικά ή παρόμοια πράγματα, συγχέω: ~ει απλές λέξεις/τους αριθμούς/το δεξί και το αριστερό. ~εψε τις ημερομηνίες/το νόημα των λέξεων/τα ονόματα. Τα έχω ~έψει λίγο (στο μυαλό μου). Ο φάκελός σας ~εύτηκε με κάποιον άλλο. ~εύτηκαν τα δέματα στο ταχυδρομείο.|| ~ το όνειρο με την πραγματικότητα.|| (για πρόσ.) Συγγνώμη, σας ~εψα με (: σας πέρασα για) κάποιον άλλον. Μοιάζουν τόσο που τους ~ συνεχώς! 3. (μτφ.) προξενώ σύγχυση: Μη σας ~ει το γεγονός ότι ... Η πολυχρωμία ~ει το μάτι. Με ~ει, δεν το καταλαβαίνω. Μας έχεις ~έψει, τι ακριβώς θέλεις; Η εξήγηση μάλλον μας ~εψε παρά μας διαφώτισε. Προσπάθησε να τον ~έψει, κάνοντας παραπλανητικές ερωτήσεις. 4. (μτφ.) αναμειγνύω σε προβληματική ή ύποπτη υπόθεση: Μη με ~εις στα οικογενειακά σου. Δεν θέλω να ~ευτώ στις διαφορές σας/στους καβγάδες σας. Μην ~εσαι μαζί τους, θα την πατήσεις! Πβ. (ε)μπλέκω. ● Παθ.: μπερδεύομαι {κυρ. στον αόρ.} 1. πιάνομαι σε κάτι και δεν μπορώ να κινηθώ, σκαλώνω: ~εύτηκε στα δίχτυα και ακινητοποιήθηκε/στα καλώδια/στα φουστάνια της κι έπεσε. 2. (μτφ.) παθαίνω σύγχυση, περιέρχομαι σε αμηχανία: Έχω ~ευτεί τελείως με τόσα στοιχεία. Σε μια διασταύρωση ~εύτηκα κι έχασα τον δρόμο. Για μια στιγμή ~εύτηκα και νόμισα πως τον είδα. 3. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) δεν είμαι ξεκάθαρος: Τα πράγματα ~εύτηκαν αρκετά/λίγο/πολύ. ● ΦΡ.: μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου/τα μπερδεύω: δεν εκφράζομαι με σαφήνεια, λέω ασυναρτησίες: ~εψε τα λόγια του από τον θυμό/τη χαρά του. Από το πολύ άγχος τα ~εψε. Πβ. χάνω τα λόγια μου. Βλ. μασάω τα λόγια μου., μπερδεύομαι/μπλέκομαι/ανακατεύομαι/μπαίνω/είμαι (μέσα) στα πόδια κάποιου βλ. πόδι, μπλέξαμε/μπερδέψαμε τα μπούτια μας βλ. μπλέκω ● βλ. μπερδεμένος [< μεσν. (ε)μπερδεύω]
32696μπερδεψιάμπερ-δε-ψιά ουσ. (θηλ.) (σπάν.-προφ.): μπέρδεμα, μπλέξιμο ή δυσκολία.
32697μπερδουκλώνωβλ. μπουρδουκλώνω
32698μπερεκέτιμπε-ρε-κέ-τι ουσ. (ουδ.) & μπερκέτι 1. (λαϊκό) καλή σοδειά· κατ' επέκτ. αφθονία, πλούτος αγαθών: (ως ευχή) Καλά ~ια! Πβ. ευφορία. 2. (αργκό) χαρακτηρισμός για κάτι πάρα πολύ καλό, που αποτελεί ευκαιρία: Σε τόσο χαμηλή τιμή είναι πραγματικά ~. [< τουρκ. bereket]
32699μπερές & μπερέμπε-ρές ουσ. (αρσ. + ουδ.): στρογγυλός σκούφος από μαλακό συνήθ. ύφασμα χωρίς γείσο: βελούδινος/γαλλικός/μάλλινος/στρατιωτικός ~. Βλ. μαυροσκούφης, πηλήκιο. ● Υποκ.: μπερεδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: τα πράσινα μπερέ/οι πράσινοι μπερέδες: (συνεκδ.) οι στρατιώτες που υπηρετούν σε μονάδα καταδρομών. Πβ. πρασινοσκούφης. [< γαλλ. béret]
32700μπερέταμπε-ρέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. είδος καραμπίνας: πιστόλι τύπου ~. 2. (λαϊκό) μπερές, σκούφος. Βλ. -έτα. [< 1: ιταλ. εμπορ. ονομασ. Beretta 2: μεσν. μπερέττα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.