| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2371 | αλπακά & αλπάκα | [ἀλπακά] αλ-πα-κά ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.} 1. ΖΩΟΛ. μηρυκαστικό θηλαστικό της Ν. Αμερικής που ανήκει στην ίδια οικογένεια με το λάμα και έχει μακρύ, λαμπερό και μαλακό μαλλί. 2. & αλπακάς (ο): (συνεκδ.) το μαλλί του ομώνυμου ζώου και κατ' επέκτ. το ύφασμα που είναι φτιαγμένο από αυτό: Γούνα/ζακέτα από ~. [< γαλλ. alpaga, ισπ. alpaca] | |
| 2372 | αλπακάς | [ἀλπακάς] αλ-πα-κάς ουσ. (αρσ.): εμπορική ονομασία του κράματος από νικέλιο, χαλκό και ψευδάργυρο· απομίμηση του αργύρου: κοσμήματα/σερβίτσια από ~ά. [< γερμ. Alpaka, ιταλ. alpacca] | |
| 2373 | αλπικός | , ή, ό [ἀλπικός] αλ-πι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με ψηλά βουνά: ~ή: βλάστηση/ζώνη. ~ό: δάσος. ~ές: περιοχές (: με υψόμετρο πάνω από 2.001 μ.). ~ά: οικοσυστήματα/φυτά. Χιονισμένο ~ό τοπίο. Πβ. ορεινός. Βλ. υπο~. || (ΓΕΩΛ. που δημιουργήθηκε ή αφορά τον καινοζωικό αιώνα:) ~ός: γεωτεκτονικός κύκλος. ~ή: ορογένεση/πτύχωση. ~οί: παγετώνες. ~ά: ιζήματα. 2. που ανήκει στις Άλπεις ή σχετίζεται με αυτές: ~ή: οροσειρά. ~ό: χωριό. ● ΣΥΜΠΛ.: αλπικός τρίτωνας: ΖΩΟΛ. ονομασία αμφίβιων (επιστ. ονομάσ. Triturus alpestris) τα οποία ζουν στην υψηλή ορεινή ζώνη., αλπικό σκι βλ. σκι [< γαλλ. alpin] | |
| 2374 | αλπινισμός | [ἀλπινισμός] αλ-πι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. ορειβασία. Βλ. αναρρίχηση, -ισμός. [< γαλλ. alpinisme] | |
| 2375 | αλπινιστής | [ἀλπινιστής] αλ-πι-νι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. αλπινίστρια}: πρόσωπο που ασχολείται με τον αλπινισμό. Πβ. αναρριχητής, ορειβάτης. [< γαλλ. alpiniste] | |
| 2376 | άλσος | [ἄλσος] άλ-σος ουσ. (ουδ.) {άλσ-ους | -η, -ών}: μικρό, συνήθ. τεχνητό, δάσος μέσα ή κοντά σε αστική περιοχή: δημοτικό/περιαστικό ~. Ανάπλαση του ~ους. Πβ. πάρκο. ● Υποκ.: αλσάκι (το): Πβ. δασάκι. ΣΥΝ. αλσύλλιο ● ΣΥΜΠΛ.: ιερό άλσος: ΑΡΧ. αφιερωμένο σε θεό ή θεότητα, όπου βρίσκεται συνήθ. ιερό οικοδόμημα: το ~ ~ της Δήμητρας/των Μουσών. Πβ. τέμενος. [< αρχ. ἄλσος] | |
| 2377 | αλστρομέρια | [ἀλστρομέρια] αλ-στρο-με-ρι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό της λατινικής Αμερικής (οικογ. Liliaceae, γένος Alstroemeria) με εντυπωσιακά άνθη ποικίλων χρωμάτων, γνωστό και ως κρίνο των Ίνκας, του Περού. [< αγγλ. alstroemeria, 1833, σουηδ. ανθρ. Claus von Alstroemer] | |
| 2378 | αλσύλλιο | [ἀλσύλλιο] αλ-σύλ-λι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μικρό άλσος. Βλ. -ύλλιο. ΣΥΝ. αλσάκι | |
| 2379 | αλτ1 | [ἅλτ] επιφών.: διεθνές στρατιωτικό ή γυμναστικό παράγγελμα για ακινητοποίηση, σταμάτημα: Λόχος, ~! ~! Προσοχή! Πβ. ακίνητος! στάσου! στοπ! ΑΝΤ. μαρς || (μτφ.) ~ (= στοπ, τέρμα) στη φοροδιαφυγή. ● ΦΡ.: Αλτ! Τις ει; (ως παράγγελμα): ΣΤΡΑΤ. Ακίνητος! Ποιος είσαι; ~ ~; φώναξε ο σκοπός της πύλης. [< γαλλ. halte] | |
| 2380 | αλτ2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. (σε πληκτρολόγιο ηλεκτρονικού υπολογιστή) πλήκτρο που μπορεί να πατηθεί μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλο (στη δεύτερη περίπτωση για να εκτελέσει μια εναλλακτική λειτουργία): αριστερό/δεξί ~. Κρατάς πατημένο το ~. Βλ. κοντόλ, σημ. 3. [< αμερικ. alt(ernate key), Alt key, 1968] | |
| 2381 | αλταϊκός | , ή, ό [ἀλταϊκός] αλ-τα-ϊ-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στα Αλτάια Όρη της Κεντρικής Ασίας ή κυρ. στους λαούς που ζουν στην περιοχή αυτή. ● ΣΥΜΠΛ.: αλταϊκές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. οικογένεια κυρ. τουρκικών και μογγολικών γλωσσών. [< αγγλ. altaic] | |
| 2382 | αλτάνα | [ἀλτάνα] αλ-τά-να ουσ. (θηλ.) 1. παρτέρι κοντά σε τοίχο αυλής ή κήπου, μικρός ανθόκηπος: ~ με πεζούλι. Πετρόχτιστες ~ες με τριανταφυλλιές. 2. μπαλκόνι με λουλούδια. [< μεσν. αλτάνα < βεν. altana] | |
| 2383 | αλτέρνατιβ | [ἀλτέρνατιβ] αλ-τέρ-να-τιβ επίθ./ουσ. {άκλ.} (νεαν. αργκό) 1. που διαφέρει από το συνηθισμένο ή το συμβατικό, που κινείται εκτός του καθιερωμένου πολιτιστικού, κοινωνικού ή οικονομικού συστήματος: ~ μαγαζί/μουσική/ντύσιμο/πάρτι/στέκι/στιλ. Πβ. εναλλακτικός. Βλ. αντεργκράουντ, μέινστριμ. 2. ΜΟΥΣ. που ανήκει ή αναφέρεται στο είδος της ροκ, η οποία έχει επηρεαστεί από το πανκ, το χαρντ ροκ, το χιπ χοπ ή τη φολκ και (ως ουσ.) η μουσική αυτή: Το γκρουπ έχει αφομοιώσει δημιουργικά το ~. [< αγγλ. alternative] | |
| 2384 | αλτερνατίβα | [ἀλτερνατίβα] αλ-τερ-να-τί-βα ουσ. (θηλ.) (συνήθ. στον πολιτικό λόγο): εναλλακτική δυνατότητα, επιλογή ή λύση: δημοκρατική/εκλογική/κοινωνική/νεοφιλελεύθερη ~. Δεν υπάρχει ~· η λύση αυτή είναι μονόδρομος. [< γαλλ. alternative] | |
| 2385 | αλτήρες | [ἁλτῆρες] αλ-τή-ρες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. αλτήρας} 1. ΓΥΜΝ. όργανα γυμναστικής που αποτελούνται από μικρή μεταλλική ράβδο, συνήθ. με ειδική πλαστική λαβή στο κέντρο της, πάνω στην οποία προσαρμόζονται δίσκοι βάρους: ~ με μεταβαλλόμενα/σταθερά κιλά. Πβ. βαράκι1, μπάρα. Βλ. άρση βαρών. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. λίθινα ή μολύβδινα βάρη που κρατούσε ο άλτης κατά την εκτέλεση του άλματος, προκειμένου να δώσει μεγαλύτερη ώθηση στο σώμα του. ● Υποκ.: αλτηράκι (το): ~ δύο κιλών. [< αρχ. ἁλτῆρες, γαλλ. haltères, αγγλ. (h)alteres] | |
| 2386 | άλτης | [ἅλτης] άλ-της ουσ. (αρσ.) {αλτών} 1. ΑΘΛ. {θηλ. άλτρια} αθλητής ή αθλήτρια που αγωνίζεται σε ένα από τα αγωνίσματα (του στίβου) με άλμα: ~ του επί κοντώ/μήκους/τριπλούν/ύψους. 2. ΖΩΟΛ. για έντομα ή άλλους οργανισμούς που κάνουν άλματα, όπως ο ψύλλος. [< γαλλ. sauteur] | |
| 2387 | αλτικός | , ή, ό [ἁλτικός] αλ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το άλμα ή τον άλτη: ~ή: άσκηση. ~ό: αγώνισμα (: που απαιτεί άλματα). Αθλήτρια με μεγάλες ~ές ικανότητες.|| Ιδιαίτερα ~ός αθλητής/αντίπαλος (: πολύ ικανός στα άλματα). ~ός παίκτης στο μπάσκετ. [< αρχ. ἁλτικός] | |
| 2388 | αλτικότητα | [ἁλτικότητα] αλ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. ικανότητα στα άλματα: κατακόρυφη ~. Ασκήσεις/βελτίωση ~ας. Βλ. -ότητα. | |
| 2389 | αλτιμετρία | [ἁλτιμετρία] αλ-τι-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜ. μέτρηση υψομέτρου με αλτίμετρο: δορυφορική ~. [< αγγλ. altimetry, γαλλ. altimétrie] | |
| 2390 | αλτίμετρο | [ἁλτίμετρο] αλ-τί-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. όργανο μέτρησης της κατακόρυφης απόστασης ενός σημείου από την επιφάνεια της θάλασσας: βαρομετρικό ~. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. υψόμετρο (2) [< αγγλ. altimeter, 1918, γαλλ. altimètre, 1922] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ