Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3320-3340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2381αλταϊκός, ή, ό [ἀλταϊκός] αλ-τα-ϊ-κός επίθ.: που ανήκει ή αναφέρεται στα Αλτάια Όρη της Κεντρικής Ασίας ή κυρ. στους λαούς που ζουν στην περιοχή αυτή. ● ΣΥΜΠΛ.: αλταϊκές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. οικογένεια κυρ. τουρκικών και μογγολικών γλωσσών. [< αγγλ. altaic]
2382αλτάνα[ἀλτάνα] αλ-τά-να ουσ. (θηλ.) 1. παρτέρι κοντά σε τοίχο αυλής ή κήπου, μικρός ανθόκηπος: ~ με πεζούλι. Πετρόχτιστες ~ες με τριανταφυλλιές. 2. μπαλκόνι με λουλούδια. [< μεσν. αλτάνα < βεν. altana]
2383αλτέρνατιβ[ἀλτέρνατιβ] αλ-τέρ-να-τιβ επίθ./ουσ. {άκλ.} (νεαν. αργκό) 1. που διαφέρει από το συνηθισμένο ή το συμβατικό, που κινείται εκτός του καθιερωμένου πολιτιστικού, κοινωνικού ή οικονομικού συστήματος: ~ μαγαζί/μουσική/ντύσιμο/πάρτι/στέκι/στιλ. Πβ. εναλλακτικός. Βλ. αντεργκράουντ, μέινστριμ. 2. ΜΟΥΣ. που ανήκει ή αναφέρεται στο είδος της ροκ, η οποία έχει επηρεαστεί από το πανκ, το χαρντ ροκ, το χιπ χοπ ή τη φολκ και (ως ουσ.) η μουσική αυτή: Το γκρουπ έχει αφομοιώσει δημιουργικά το ~. [< αγγλ. alternative]
2384αλτερνατίβα[ἀλτερνατίβα] αλ-τερ-να-τί-βα ουσ. (θηλ.) (συνήθ. στον πολιτικό λόγο): εναλλακτική δυνατότητα, επιλογή ή λύση: δημοκρατική/εκλογική/κοινωνική/νεοφιλελεύθερη ~. Δεν υπάρχει ~· η λύση αυτή είναι μονόδρομος. [< γαλλ. alternative]
2385αλτήρες[ἁλτῆρες] αλ-τή-ρες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. αλτήρας} 1. ΓΥΜΝ. όργανα γυμναστικής που αποτελούνται από μικρή μεταλλική ράβδο, συνήθ. με ειδική πλαστική λαβή στο κέντρο της, πάνω στην οποία προσαρμόζονται δίσκοι βάρους: ~ με μεταβαλλόμενα/σταθερά κιλά. Πβ. βαράκι1, μπάρα. Βλ. άρση βαρών. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. λίθινα ή μολύβδινα βάρη που κρατούσε ο άλτης κατά την εκτέλεση του άλματος, προκειμένου να δώσει μεγαλύτερη ώθηση στο σώμα του. ● Υποκ.: αλτηράκι (το): ~ δύο κιλών. [< αρχ. ἁλτῆρες, γαλλ. haltères, αγγλ. (h)alteres]
2386άλτης[ἅλτης] άλ-της ουσ. (αρσ.) {αλτών} 1. ΑΘΛ. {θηλ. άλτρια} αθλητής ή αθλήτρια που αγωνίζεται σε ένα από τα αγωνίσματα (του στίβου) με άλμα: ~ του επί κοντώ/μήκους/τριπλούν/ύψους. 2. ΖΩΟΛ. για έντομα ή άλλους οργανισμούς που κάνουν άλματα, όπως ο ψύλλος. [< γαλλ. sauteur]
2387αλτικός, ή, ό [ἁλτικός] αλ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το άλμα ή τον άλτη: ~ή: άσκηση. ~ό: αγώνισμα (: που απαιτεί άλματα). Αθλήτρια με μεγάλες ~ές ικανότητες.|| Ιδιαίτερα ~ός αθλητής/αντίπαλος (: πολύ ικανός στα άλματα). ~ός παίκτης στο μπάσκετ. [< αρχ. ἁλτικός]
2388αλτικότητα[ἁλτικότητα] αλ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. ικανότητα στα άλματα: κατακόρυφη ~. Ασκήσεις/βελτίωση ~ας. Βλ. -ότητα.
2389αλτιμετρία[ἁλτιμετρία] αλ-τι-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΜ. μέτρηση υψομέτρου με αλτίμετρο: δορυφορική ~. [< αγγλ. altimetry, γαλλ. altimétrie]
2390αλτίμετρο[ἁλτίμετρο] αλ-τί-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΜΕΤΡΟΛ. όργανο μέτρησης της κατακόρυφης απόστασης ενός σημείου από την επιφάνεια της θάλασσας: βαρομετρικό ~. Βλ. -μετρο. ΣΥΝ. υψόμετρο (2) [< αγγλ. altimeter, 1918, γαλλ. altimètre, 1922]
2391άλτο[ἄλτο] άλ-το επίθ./ουσ. {άκλ.} ΜΟΥΣ. 1. (ως ουσ.) η πιο χαμηλή γυναικεία φωνή: Έργο για σοπράνο, ~, έγχορδα και μπάσο. Βλ. μεσόφωνος. 2. (ως επίθ.) για όργανο, κυρ. πνευστό, που παράγει ήχο σε χαμηλές συχνότητες: ~ κλαρινέτο/σαξόφωνο/φλάουτο. Βλ. μπάσος, τενόρο. [< ιταλ. alto]
2392αλτρουισμός[ἀλτρουισμός] αλ-τρου-ι-σμός ουσ. (αρσ.): ανυστερόβουλη αγάπη, προσφορά, φροντίδα προς τον πλησίον: αισθήματα/πνεύμα/πράξεις ~ού. Αποτελεσματικός/παθολογικός ~. Πβ. αλληλεγγύη, ανιδιοτέλεια. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. φιλαλληλία, φιλανθρωπία (1) ΑΝΤ. ατομικισμός (1), εγωισμός (1) [< γαλλ. altruisme]
2393αλτρουιστής, αλτρουίστρια[ἀλτρουιστής] αλ-τρου-ι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από αλτρουισμό. Πβ. ανθρωπιστής, φιλάνθρωπος.|| (ως επίθ.) ~ής: γιατρός. Πβ. ανιδιοτελής. ΑΝΤ. ατομικιστής (1), εγωιστής, εγωίστρια [< γαλλ. altruiste]
2394αλτρουιστικός, ή, ό [ἀλτρουιστικός] αλ-τρου-ι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον αλτρουισμό ή τον αλτρουιστή: ~ή: πράξη. ~ό: πνεύμα. ~ά: (συν)αισθήματα. Βλ. -ιστικός1. ΣΥΝ. ανθρωπιστικός (1), φιλάνθρωπος ΑΝΤ. ατομικιστικός, εγωιστικός ● επίρρ.: αλτρουιστικά [< γαλλ. altruiste]
2395Αλτσχάιμερ[Ἀλτσχάιμερ] Ἀλτσ-χά-ι-μερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΑΤΡ. μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: (νόσος του) Αλτσχάιμερ: ΙΑΤΡ. προοδευτική εκφυλιστική πάθηση του εγκεφάλου, συνήθ. της προγεροντικής ηλικίας, που χαρακτηρίζεται από διάχυτη ατροφία του εγκεφαλικού φλοιού και καταλήγει σε άνοια. Βλ. αμυλοειδές, γεροντική άνοια, μαλάκυνση (του) εγκεφάλου. [< γερμ. Alzheimer(krankheit), αγγλ. Alzheimer's disease, 1911, γαλλ. alzheimer, 1988, γερμ. ανθρ. Α. Alzheimer]
2396αλύγιστος, η, ο [ἀλύγιστος] α-λύ-γι-στος επίθ. 1. (μτφ.) που δεν απογοητεύεται, δεν επηρεάζεται ή δεν υποχωρεί: ~ος: αγωνιστής/χαρακτήρας. ~η: θέληση/ψυχή. ~ο: θάρρος. Είναι ~ στις αποφάσεις/απόψεις/ιδέες του (πβ. αδιάλλακτος, άκαμπτος, αμετάπειστος, ανένδοτος, άτεγκτος, σταθερός). Έμεινε ~η μπροστά στις δυσκολίες/συμφορές. ΣΥΝ. ακλόνητος (1), ανυποχώρητος ΑΝΤ. υποχωρητικός (1) 2. που δεν κάμπτεται ή δεν έχει καμφθεί: ~ο: μέταλλο (= σκληρό)/ξύλο (ΑΝΤ. εύκαμπτος)/σώμα (ΑΝΤ. ευλύγιστος, λυγερός). Πέρασαν από μπροστά μας ευθυτενείς/στητοί και ~οι. ΣΥΝ. άκαμπτος (2) ● επίρρ.: αλύγιστα [< μτγν. ἀλύγιστος]
2397αλυκή[ἁλυκή] α-λυ-κή ουσ. (θηλ.): ειδικά διαμορφωμένη ρηχή παραθαλάσσια λεκάνη για την παραγωγή αλατιού με εξάτμιση του νερού της θάλασσας. [< μεσν. αλυκή]
2398αλύπητα[ἀλύπητα ] α-λύ-πη-τα επίρρ. 1. χωρίς λύπηση, οίκτο: Τον έδειρε ~. Οι συμφορές τον χτύπησαν ~. ΣΥΝ. ανελέητα, άσπλαχνα ΑΝΤ. συμπονετικά 2. χωρίς όριο ή φραγμό, υπερβολικά: Ξοδεύει ~ (= αλόγιστα, απερίσκεπτα, αφειδώς).|| Ο ήλιος καίει ~. [< μεσν. αλύπητα]
2399αλύπητος, η, ο [ἀλύπητος] α-λύ-πη-τος επίθ.: ανελέητος, χωρίς οίκτο: ~η: επίθεση. ~ο: χτύπημα.|| (μτφ., για δήλωση έντασης, σφοδρότητας) Έπεσε ξύλο ~ο. ΣΥΝ. αδυσώπητος [< αρχ. ἀλύπητος]
2400αλυσίδα[ἁλυσίδα] α-λυ-σί-δα ουσ. (θηλ.) 1. σειρά κρίκων που είναι περασμένοι ο ένας μέσα από τον άλλο: αντικλεπτική/βαριά/μεταλλική/πλαστική/χοντρή ~. ~ άγκυρας/αλυσοπρίονου/σκύλου. ~ ασφαλείας. Κόβεται/σπάει η ~. Τον έδεσαν με ~. Έκλεισαν με λουκέτο και ~ την κεντρική πόρτα.|| (ως κόσμημα) Ασημένια/χρυσή ~. ~ χεριού. Μενταγιόν/σταυρός με ~. ~ ρολογιού. Tης κόπηκε η ~. Μια ~ κρεμόταν στο λαιμό της. Φορούσε μια ~ στον αστράγαλο/στο πόδι. Πβ. καδένα. 2. συνεχόμενοι μεταλλικοί κρίκοι ή/και οδοντωτοί τροχοί για μετάδοση κίνησης: ~ μοτοσικλέτας/ποδηλάτου. Καθαρίζω/λιπαίνω την ~.|| ~ εκκεντροφόρων. Κινηματική ~ βαλβίδων. ~ες για την αυτοκινητοβιομηχανία/τη χαλυβουργία. ~ες ανάρτησης/ανύψωσης/μεταφοράς. 3. (μτφ.) σειρά, ακολουθία, διαδοχή ομοειδών στοιχείων, ενεργειών, γεγονότων: αδιάσπαστη/βιολογική/εμπορική/εξελικτική/οικολογική ~. ~ διαβίβασης εντολών/διανομής/της ιεραρχίας/συναρμολόγησης. Σημαντικός κρίκος στην ~ της εξέλιξης. ~ εγκλημάτων/εκρήξεων/επιθέσεων/ερωτημάτων/παραλείψεων/προβλημάτων/συλλογισμών. ~ από κλοπές/λάθη/σκάνδαλα. Ορεινή ~ (βλ. οροσειρά).|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ του λόγου (: κυρ. στον προφορικό λόγο, σειρά λέξεων που συνδέονται συντακτικά μεταξύ τους. Βλ. σύμπλοκο).|| (ΒΙΟΛ.) Κωδική ~ DNA. ~ αμινοξέων/του γονιδίου. Αναπνευστική/διακλαδιζόμενη/ευθύγραμμη/μοριακή/πολυπεπτιδική ~. (ΧΗΜ.) Ανοιχτή/κλειστή ~ ανθράκων. ~ μορίων γλυκόζης. ~ μεταφοράς ηλεκτρονίων. ~ από αντιδράσεις. (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ εντολών/κώδικα (πβ. ακολουθία, βλ. αλγόριθμος). (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ από αντιστάσεις. (ΤΟΠΟΓΡ. παλαιότ.) Μετρική ~ (: για τη μέτρηση μήκους). (ΜΟΥΣ.) Αρμονική ~. 4. σειρά επιχειρήσεων που ανήκουν στον ίδιο οργανισμό, έχουν την ίδια επωνυμία και διαθέτουν τα ίδια περίπου προϊόντα: διεθνής/πολυεθνική ~. ~ αθλητικών ειδών/γραφείων/εστιατορίων/ξενοδοχείων/καταστημάτων. 5. (στο κέντημα) είδος βελονιάς. ● αλυσίδες (οι) (μτφ.): δεσμά: Του πέρασαν ~ (= χειροπέδες). Ο λαός έσπασε τις ~ της δουλείας/σκλαβιάς (= απελευθερώθηκε). Δεν κρατιέται ούτε με ~ (: είναι πολύ ορμητικός).|| Οι ~ της υποταγής. ● Υποκ.: αλυσιδάκι (το), αλυσιδίτσα & αλυσιδούλα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αλυσίδα αξίας: ΟΙΚΟΝ. σχέση αλληλεξάρτησης και συνέργειας μεταξύ των κύριων δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης, με την ανάλυση της οποίας προσδιορίζεται η συνεισφορά των δραστηριοτήτων αυτών στη συνολική απόδοση της επιχείρησης: ψηφιακές ~ες ~. ~ ~ ενός κλάδου/οργανισμού. ~ ~ στο διαδίκτυο/στις τηλεπικοινωνίες/στις υπηρεσίες υγείας. [< αγγλ. value chain] , αλυσίδα παραγωγής : ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των διαφορετικών σταδίων για την παραγωγή, διάθεση και πώληση προϊόντος ή παροχής υπηρεσίας: ~ ~ μιας επιχείρησης/των εµπορευµατικών µεταφορών/τροφίμων/τσιμέντου. Πβ. γραμμή παραγωγής. [< αγγλ. chain of production] , ανθρώπινη αλυσίδα: σειρά ατόμων που ενώνουν τα χέρια ή πιάνονται αγκαζέ, συνήθ. ως ένδειξη ειρηνικής διαμαρτυρίας ή για την αποτελεσματικότερη επιτέλεση ενός έργου: ~ ~ αλληλεγγύης/ειρήνης. Διάσωση με ~ ~. Οι διαδηλωτές σχημάτισαν ~ ~ γύρω από ... [< αγγλ. human chain, 1908] , τροφική αλυσίδα & διατροφική αλυσίδα: ΟΙΚΟΛ. ιεραρχία οργανισμών σε ένα οικοσύστημα, όπου το μεγαλύτερο είδος τρέφεται με το μικρότερο: ανθρώπινη/ζωϊκή ~ ~. [< αγγλ. food chain, 1920, γαλλ. chaîne alimentaire] , αντιολισθητικές αλυσίδες βλ. αντιολισθητικός, εφοδιαστική αλυσίδα βλ. εφοδιαστικός, κωδική αλυσίδα βλ. κωδικός, πεπτιδική αλυσίδα βλ. πεπτιδικός ● ΦΡ.: πάει αλυσίδα (προφ.): για αλληλουχία γεγονότων: ~ ~ η δουλειά/το θέμα/το κακό/το πρά(γ)μα. [< μεσν. αλυσίδα, αλυσίδιν < μτγν. ἁλυσίδιον, ἁλύσιον < αρχ. ἅλυσις, γαλλ. chaîne, αγγλ. chain]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.