| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32715 | μπεσαμέλ | μπε-σα-μέλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. άσπρη σάλτσα με κρεμώδη υφή που έχει ως βάση το γάλα: αραιή/σφιχτή ~. ~ για μουσακά/παστίτσιο. ~ με αλεύρι, βούτυρο και αβγά. Τυρόπιτα με ~. [< γαλλ. béchamel, γαλλ. ανθρ. L. de Béchamel] | |
| 32716 | μπεστ-σέλερ | μπε-στ σέ-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. βιβλίο με μεγάλη κυκλοφορία και γενικότ. εκδοτική επιτυχία: Έγινε ~. Βλ. ευπώλητος. 2. (ειδικότ.) βιβλίο που προορίζεται για μαζική κατανάλωση, πριν ακόμα γραφτεί και διακρίνεται από όγκο, έχει συναρπαστική πλοκή και διαβάζεται εύκολα. [< αγγλ. best seller, γαλλ. ~, 1947, διαδόθηκε περ. το 1960] | |
| 32717 | μπετατζής | μπε-τα-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): εργάτης που ετοιμάζει και ρίχνει το μπετόν στις οικοδομές. Βλ. καλουπ-, σοβ-ατζής, οικοδόμος. | |
| 32718 | μπετόν | μπε-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (λαϊκό) μπετό: ΟΙΚΟΔ. εύπλαστο μείγμα που αποτελείται από χαλίκια, άμμο, νερό και τσιμέντο και χρησιμοποιείται στις οικοδομές: πλάκα από ~. Βλ. ελαφρο~.|| Σίδηρος ~ (= ράβδοι από χάλυβα). ΣΥΝ. σκυρόδεμα ● μπετά (τα) (προφ.): θεμέλια οικοδομής ή γενικότ. κατασκευές από μπετόν: Πέφτουν/ρίξαμε τα ~. Το κτίριο είναι ακόμη στα ~ (πβ. γιαπί). ● ΣΥΜΠΛ.: εμφανές μπετόν: λεία επιφάνεια σκυροδέματος για αποφυγή σοβατίσματος., μπετόν αρμέ {άκλ.} 1. ΟΙΚΟΔ. οπλισμένο σκυρόδεμα. ΑΝΤ. γκρο μπετόν 2. {ως επίθ.} (μτφ.) χαρακτηρισμός για οτιδήποτε συμπαγές: άμυνα ~ ~. [< γαλλ. béton armé] ● ΦΡ.: άμυνα (από) γρανίτη/μπετόν βλ. άμυνα [< γαλλ. béton] | |
| 32719 | μπετονένιος | , ια, ιο μπε-το-νέ-νιος επίθ. (προφ.): φτιαγμένος από μπετόν: ~ιος: σκελετός (κτιρίου). ~ια: βάση. ~ια: στοιχεία/τοιχία. Βλ. -ένιος. | |
| 32720 | μπετόνι | βλ. μπιτόνι | |
| 32721 | μπετονιέρα | μπε-το-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. μηχανή με περιστρεφόμενο κάδο μέσα στην οποία αναδεύονται τα υλικά για την παρασκευή μπετόν. Βλ. -ιέρα. 2. (συνεκδ.) μεγάλο όχημα που φέρει στο πίσω μέρος την ομώνυμη μηχανή: φορτηγό-~. [< γαλλ. bétonnière] | |
| 32722 | μπετονίτης | βλ. μπεντονίτης | |
| 32723 | μπετονόκαρφο | μπε-το-νό-καρ-φο ουσ. (ουδ.): ειδικό καρφί που μπήγεται σε μπετόν. || (μτφ.) Δηλώσεις με ~α. Πβ. μπηχτή, σπόντα. | |
| 32724 | μπετούγια | μπε-τού-για ουσ. (θηλ.) & πετούγια: πόμολο, χειρολαβή για το άνοιγμα και κλείσιμο πόρτας που τοποθετείται πάνω από την κλειδαριά. Πβ. χερούλι. [< ισπ. bedija] | |
| 32725 | μπεχαβιορισμός | βλ. μπιχεβιορισμός | |
| 32726 | μπήγω | μπή-γω ρ. (μτβ.) {έμπη-ξα, μπή-ξω, μπη-γμένος, μπήγ-οντας} (λαϊκό) & (σπάν.) μπήζω & μπήχνω 1. πιέζω κάτι, ώστε να χωθεί μέσα σε κάτι άλλο, καρφώνω: ~ το καρφί στη σανίδα/το κοντάρι στη γη/πασσάλους στο χώμα. Βέλος ~γμένο στον κορμό του δέντρου.|| (μτφ.) ~ το μαχαίρι στο κόκαλο (: κυρ. για παράνομη υπόθεση που ερευνάται εξονυχιστικά, προκειμένου να αποδοθεί δικαιοσύνη). Βλ. έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο. 2. (μτφ.) εκφράζομαι συναισθηματικά με έντονο τρόπο, ξεσπώ: ~ τα γέλια/τα κλάματα/τις φωνές. [< μεσν. μπήγω, μπήζω] | |
| 32727 | μπήκα | βλ. μπαίνω | |
| 32728 | μπήξιμο | μπή-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μπήγω. Πβ. χώσιμο. | |
| 32729 | μπηχτή | μπη-χτή ουσ. (θηλ.) (αργκό): ειρωνικός κυρ. υπαινιγμός, υπονοούμενο: Αμόλησε την ~ της πάλι. Την έπιασα (= κατάλαβα) την ~. Πβ. καρφί, σπόντα, ταβανόπροκα. ● ΦΡ.: αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα [< μεσν. επίθ. μπηχτός] | |
| 32730 | μπήχτης | μπή-χτης ουσ. (αρσ.) (αργκό): άνδρας που έχει έντονες σεξουαλικές επιθυμίες και επιδόσεις. Πβ. γυναικάς, επιβήτορας. | |
| 32731 | μπίγα | μπί-γα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΝΑΥΤ. γερανός καραβιού ή πλωτός γερανός: ~ ανύψωσης/φόρτωσης. Πβ. φορτωτήρας. Βλ. βίντσι. 2. γερανοφόρο όχημα. [< ιταλ. biga] | |
| 32732 | μπιγκ μπανγκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. η θεωρία της μεγάλης έκρηξης. | |
| 32733 | μπιγκλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα μικρόσωμου κυνηγετικού σκύλου, με κοντό, απαλό και πυκνό τρίχρωμο (καφέ, κόκκινο ή μαύρο και λευκό) τρίχωμα και κρεμαστά αυτιά. Βλ. ιχνηλάτης, μπασέ, μπρακ, σέτερ. [< αγγλ. beagle] | |
| 32734 | μπίγκο | βλ. μπίνγκο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ