Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [33380-33400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
32715μπεσαμέλμπε-σα-μέλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. άσπρη σάλτσα με κρεμώδη υφή που έχει ως βάση το γάλα: αραιή/σφιχτή ~. ~ για μουσακά/παστίτσιο. ~ με αλεύρι, βούτυρο και αβγά. Τυρόπιτα με ~. [< γαλλ. béchamel, γαλλ. ανθρ. L. de Béchamel]
32716μπεστ-σέλερμπε-στ σέ-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. βιβλίο με μεγάλη κυκλοφορία και γενικότ. εκδοτική επιτυχία: Έγινε ~. Βλ. ευπώλητος. 2. (ειδικότ.) βιβλίο που προορίζεται για μαζική κατανάλωση, πριν ακόμα γραφτεί και διακρίνεται από όγκο, έχει συναρπαστική πλοκή και διαβάζεται εύκολα. [< αγγλ. best seller, γαλλ. ~, 1947, διαδόθηκε περ. το 1960]
32717μπετατζήςμπε-τα-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): εργάτης που ετοιμάζει και ρίχνει το μπετόν στις οικοδομές. Βλ. καλουπ-, σοβ-ατζής, οικοδόμος.
32718μπετόνμπε-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (λαϊκό) μπετό: ΟΙΚΟΔ. εύπλαστο μείγμα που αποτελείται από χαλίκια, άμμο, νερό και τσιμέντο και χρησιμοποιείται στις οικοδομές: πλάκα από ~. Βλ. ελαφρο~.|| Σίδηρος ~ (= ράβδοι από χάλυβα). ΣΥΝ. σκυρόδεμα ● μπετά (τα) (προφ.): θεμέλια οικοδομής ή γενικότ. κατασκευές από μπετόν: Πέφτουν/ρίξαμε τα ~. Το κτίριο είναι ακόμη στα ~ (πβ. γιαπί). ● ΣΥΜΠΛ.: εμφανές μπετόν: λεία επιφάνεια σκυροδέματος για αποφυγή σοβατίσματος., μπετόν αρμέ {άκλ.} 1. ΟΙΚΟΔ. οπλισμένο σκυρόδεμα. ΑΝΤ. γκρο μπετόν 2. {ως επίθ.} (μτφ.) χαρακτηρισμός για οτιδήποτε συμπαγές: άμυνα ~ ~. [< γαλλ. béton armé] ● ΦΡ.: άμυνα (από) γρανίτη/μπετόν βλ. άμυνα [< γαλλ. béton]
32719μπετονένιος, ια, ιο μπε-το-νέ-νιος επίθ. (προφ.): φτιαγμένος από μπετόν: ~ιος: σκελετός (κτιρίου). ~ια: βάση. ~ια: στοιχεία/τοιχία. Βλ. -ένιος.
32720μπετόνιβλ. μπιτόνι
32721μπετονιέραμπε-το-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. μηχανή με περιστρεφόμενο κάδο μέσα στην οποία αναδεύονται τα υλικά για την παρασκευή μπετόν. Βλ. -ιέρα. 2. (συνεκδ.) μεγάλο όχημα που φέρει στο πίσω μέρος την ομώνυμη μηχανή: φορτηγό-~. [< γαλλ. bétonnière]
32722μπετονίτηςβλ. μπεντονίτης
32723μπετονόκαρφομπε-το-νό-καρ-φο ουσ. (ουδ.): ειδικό καρφί που μπήγεται σε μπετόν. || (μτφ.) Δηλώσεις με ~α. Πβ. μπηχτή, σπόντα.
32724μπετούγιαμπε-τού-για ουσ. (θηλ.) & πετούγια: πόμολο, χειρολαβή για το άνοιγμα και κλείσιμο πόρτας που τοποθετείται πάνω από την κλειδαριά. Πβ. χερούλι. [< ισπ. bedija]
32725μπεχαβιορισμόςβλ. μπιχεβιορισμός
32726μπήγωμπή-γω ρ. (μτβ.) {έμπη-ξα, μπή-ξω, μπη-γμένος, μπήγ-οντας} (λαϊκό) & (σπάν.) μπήζω & μπήχνω 1. πιέζω κάτι, ώστε να χωθεί μέσα σε κάτι άλλο, καρφώνω: ~ το καρφί στη σανίδα/το κοντάρι στη γη/πασσάλους στο χώμα. Βέλος ~γμένο στον κορμό του δέντρου.|| (μτφ.) ~ το μαχαίρι στο κόκαλο (: κυρ. για παράνομη υπόθεση που ερευνάται εξονυχιστικά, προκειμένου να αποδοθεί δικαιοσύνη). Βλ. έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο. 2. (μτφ.) εκφράζομαι συναισθηματικά με έντονο τρόπο, ξεσπώ: ~ τα γέλια/τα κλάματα/τις φωνές. [< μεσν. μπήγω, μπήζω]
32727μπήκαβλ. μπαίνω
32728μπήξιμομπή-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του μπήγω. Πβ. χώσιμο.
32729μπηχτήμπη-χτή ουσ. (θηλ.) (αργκό): ειρωνικός κυρ. υπαινιγμός, υπονοούμενο: Αμόλησε την ~ της πάλι. Την έπιασα (= κατάλαβα) την ~. Πβ. καρφί, σπόντα, ταβανόπροκα. ● ΦΡ.: αφήνω/πετάω/ρίχνω σπόντες/μπηχτές/καρφιά βλ. σπόντα [< μεσν. επίθ. μπηχτός]
32730μπήχτηςμπή-χτης ουσ. (αρσ.) (αργκό): άνδρας που έχει έντονες σεξουαλικές επιθυμίες και επιδόσεις. Πβ. γυναικάς, επιβήτορας.
32731μπίγαμπί-γα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΝΑΥΤ. γερανός καραβιού ή πλωτός γερανός: ~ ανύψωσης/φόρτωσης. Πβ. φορτωτήρας. Βλ. βίντσι. 2. γερανοφόρο όχημα. [< ιταλ. biga]
32732μπιγκ μπανγκουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. η θεωρία της μεγάλης έκρηξης.
32733μπιγκλουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. ράτσα μικρόσωμου κυνηγετικού σκύλου, με κοντό, απαλό και πυκνό τρίχρωμο (καφέ, κόκκινο ή μαύρο και λευκό) τρίχωμα και κρεμαστά αυτιά. Βλ. ιχνηλάτης, μπασέ, μπρακ, σέτερ. [< αγγλ. beagle]
32734μπίγκοβλ. μπίνγκο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.