| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 32701 | μπερζέρα | μπερ-ζέ-ρα ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) μπρεζέρα: είδος βαθιάς και άνετης πολυθρόνας με ψηλή και πλατιά ράχη, μπράτσα και κάθισμα με μαξιλάρι. [< γαλλ. bergère] | |
| 32702 | μπέρι μπέρι | μπέ-ρι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μπέρι-μπέρι: ΙΑΤΡ. ασθένεια που οφείλεται σε έλλειψη της βιταμίνης Β λόγω κατανάλωσης αποφλοιωμένου ρυζιού και εκδηλώνεται με πολυνευρίτιδα, καρδιακές επιπλοκές και οίδημα. [< αγγλ. beriberi] | |
| 32703 | μπερκέλιο | μπερ-κέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {μπερκελίου}: ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό υπερουράνιο στοιχείο (σύμβ. Bk, Ζ 97) που προέρχεται από βομβαρδισμό ενός ισοτόπου του αμερικίου με ιόντα ηλίου. [< αγγλ. berkelium, 1950, από το πανεπιστήμιο του Berkeley, Καλιφόρνια, όπου και δημιουργήθηκε] | |
| 32704 | μπερκέτι | βλ. μπερεκέτι | |
| 32705 | μπερλίνα | μπερ-λί-να ουσ. (θηλ.) 1. κατηγορία πολυτελούς σεντάν αυτοκινήτου. Βλ. κουπέ. 2. παιδικό παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες μεταφέρουν ο ένας στον άλλον σχόλια για ένα παιδί που δεν συμμετέχει και στο τέλος τού τα ανακοινώνουν, με σκοπό να μαντέψει ποιος είπε τι. [< μεσν. μπερλίνα, 1: γαλλ. berline 2: ιταλ. berlina] | |
| 32706 | μπερμπάντης | μπερ-μπά-ντης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. γλεντζές και ερωτύλος άνδρας. Πβ. γκομενιάρης, γυναικάς, δον Ζουάν, ερωτιάρης, καζανόβας, κορτάκιας, μουρντάρης. 2. (μτφ.) έξυπνος και καταφερτζής. ● Υποκ.: μπερμπαντάκος (ο) [< ιταλ. birbante] | |
| 32707 | μπέρμπον | μπέρ-μπον ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αμερικανικό ουίσκι που παράγεται κυρ. από καλαμπόκι. Βλ. μαλτ. [< αμερικ. bourbon] | |
| 32708 | μπερντάχι | μπερ-ντά-χι ουσ. (ουδ.) & μπερντάκι (λαϊκό): ξυλοδαρμός: Ε, δεν το γλιτώνεις το ~! (επιτατ.) Του έδωσε/του έριξε/έφαγε ένα (γερό) ~ ξύλο! ΣΥΝ. βρομόξυλο, ξυλοφόρτωμα [< τουρκ. perdah] | |
| 32709 | μπερντές | μπερ-ντές ουσ. (αρσ.) 1. (λαϊκό) κουρτίνα από χοντρό πανί. Πβ. παραπέτασμα. 2. (λαϊκό) αυλαία θεάτρου· κυρ. καραγκιόζ μπερντές και συνεκδ. παράσταση του θεάτρου σκιών. Βλ. οθόνη, πανί, σελιλόιντ. 3. (αργκό) χρήματα. 4. ΜΟΥΣ. {κυρ. στον πληθ.} κινητά τάστα. Βλ. -ές. [< τουρκ. perde] | |
| 32710 | μπερξονισμός | μπερ-ξο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία του Γάλλου φιλοσόφου Μπερξόν που υποστηρίζει ότι η γνώση είναι προσιτή μόνο με την ενόραση, η ροή του χρόνου δεν υπόκειται σε περιορισμούς και όλες οι ζωντανές μορφές προέρχονται από μια φυσική ζωτική δύναμη. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. bergsonisme] | |
| 32711 | μπέρτα | μπέρ-τα ουσ. (θηλ.): πανωφόρι που δεν έχει μανίκια ή ανοίγματα για τα χέρια, φοριέται ριχτό στην πλάτη και κουμπώνει μπροστά στον λαιμό. Πβ. κάπα, πελερίνα. Βλ. πόντσο. [< ιταλ. berta] | |
| 32712 | μπες | βλ. μπαίνω | |
| 32713 | μπέσα | μπέ-σα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): λόγος τιμής για επιβεβαίωση συμφωνίας, υπόσχεσης και κατ' επέκτ. εμπιστοσύνη, εντιμότητα: άνθρωπος με ~ (= έμπιστος, ντόμπρος) και φιλότιμο. Βλ. τσίπα. ● ΦΡ.: έχω μπέσα 1. (συνήθ. + αρνητ. πρόταση) είμαι αξιόπιστος: Μη δίνεις βάση σ' αυτά που λέει, δεν έχει ~. 2. (σε κάποιον) τον εμπιστεύομαι., μπέσα για μπέσα (επιτατ.): (είμαστε) απολύτως σύμφωνοι. [< αλβ. besa] | |
| 32714 | μπεσαλής, μπεσαλού | μπε-σα-λής ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό): πρόσωπο αξιόπιστο που κρατά τις υποσχέσεις του, τον λόγο της τιμής του. Πβ. έντιμος. Βλ. αναξιόπιστος, -λής. ΑΝΤ. μπαμπέσης, μπαμπέσ | |
| 32715 | μπεσαμέλ | μπε-σα-μέλ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. άσπρη σάλτσα με κρεμώδη υφή που έχει ως βάση το γάλα: αραιή/σφιχτή ~. ~ για μουσακά/παστίτσιο. ~ με αλεύρι, βούτυρο και αβγά. Τυρόπιτα με ~. [< γαλλ. béchamel, γαλλ. ανθρ. L. de Béchamel] | |
| 32716 | μπεστ-σέλερ | μπε-στ σέ-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. βιβλίο με μεγάλη κυκλοφορία και γενικότ. εκδοτική επιτυχία: Έγινε ~. Βλ. ευπώλητος. 2. (ειδικότ.) βιβλίο που προορίζεται για μαζική κατανάλωση, πριν ακόμα γραφτεί και διακρίνεται από όγκο, έχει συναρπαστική πλοκή και διαβάζεται εύκολα. [< αγγλ. best seller, γαλλ. ~, 1947, διαδόθηκε περ. το 1960] | |
| 32717 | μπετατζής | μπε-τα-τζής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): εργάτης που ετοιμάζει και ρίχνει το μπετόν στις οικοδομές. Βλ. καλουπ-, σοβ-ατζής, οικοδόμος. | |
| 32718 | μπετόν | μπε-τόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (λαϊκό) μπετό: ΟΙΚΟΔ. εύπλαστο μείγμα που αποτελείται από χαλίκια, άμμο, νερό και τσιμέντο και χρησιμοποιείται στις οικοδομές: πλάκα από ~. Βλ. ελαφρο~.|| Σίδηρος ~ (= ράβδοι από χάλυβα). ΣΥΝ. σκυρόδεμα ● μπετά (τα) (προφ.): θεμέλια οικοδομής ή γενικότ. κατασκευές από μπετόν: Πέφτουν/ρίξαμε τα ~. Το κτίριο είναι ακόμη στα ~ (πβ. γιαπί). ● ΣΥΜΠΛ.: εμφανές μπετόν: λεία επιφάνεια σκυροδέματος για αποφυγή σοβατίσματος., μπετόν αρμέ {άκλ.} 1. ΟΙΚΟΔ. οπλισμένο σκυρόδεμα. ΑΝΤ. γκρο μπετόν 2. {ως επίθ.} (μτφ.) χαρακτηρισμός για οτιδήποτε συμπαγές: άμυνα ~ ~. [< γαλλ. béton armé] ● ΦΡ.: άμυνα (από) γρανίτη/μπετόν βλ. άμυνα [< γαλλ. béton] | |
| 32719 | μπετονένιος | , ια, ιο μπε-το-νέ-νιος επίθ. (προφ.): φτιαγμένος από μπετόν: ~ιος: σκελετός (κτιρίου). ~ια: βάση. ~ια: στοιχεία/τοιχία. Βλ. -ένιος. | |
| 32720 | μπετόνι | βλ. μπιτόνι |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ